Frank Zappa: “Όλοι νόμιζαν ότι οι Beatles ήταν Θεοί. Είχαν άδικο!”

 

Ένας ξένος με ισχνό ενδιαφέρον για το rock’n’roll, υποστηρικτής της ελευθερίας αλλά δικτάτορας για τα μέλη του συγκροτήματος του: η χρονική περίοδος μεταξύ 1966 και 1970 κατέδειξε τον Frank Zappa ως έναν άνθρωπο αμφιβόλου ηθικής, εξαιρετικά αμφιλεγόμενο και, πολύ πιθανώς, μια μουσική ιδιοφυΐα.

 

Μιλώντας για εκείνη την περίοδο, η σύζυγος του Zappa, Gail, αναφέρει ότι «η ζωή [τότε] ήταν ένα απόλυτο χάος», καθώς φιλοξενούσαν στο σπίτι τους ένα πλήθος κόσμου, τους οποίους η ίδια δε γνώριζε πάντα. «Ένα rock’n’roll συγκρότημα θα έφτανε μέσα στη μέση της νύχτας και απλά έμπαινε [στο σπίτι μας]. Δεν υπήρχαν κλειδαριές στις πόρτες, ήταν μια τρέλα».

 

zappa2

 

Τα περισσότερα ήταν μέλημα της Gail, αφού τίποτα δεν έπρεπε να αποσπά τον σύζυγο της από τη δουλειά του, που δεν ήταν η rock, αλλά η σύνθεση. Όπως εξήγησε στην ημι-αυτοβιογραφία του, το The Real Frank Zappa Book: «Συνθέτης είναι εκείνος που τριγυρνά επιβάλλοντας τη θέληση του σε ανυποψίαστα μόρια αέρα, συχνά με τη βοήθεια ανυποψίαστων μουσικών».

 

Τα λεγόμενα της Gail επιβεβαιώνει και η Pauline Butcher, τέως γραμματέας του Frank. «Είχε καταστήσει ξεκάθαρο ότι δεν ήθελε να τον ενοχλούν όταν εργαζόταν. Και θα δούλευε από τη στιγμή που θα σηκωνόταν μέχρι την ώρα που θα πήγαινε για ύπνο. Δεν τολμούσαμε να τον πλησιάσουμε».

 

Ο Zappa είχε δηλώσει σ’ έναν δημοσιογράφο ότι «ο τρόπος ζωής μου πιθανότατα δεν είναι ούτε επιθυμητός ούτε χρήσιμος για τους περισσότερους». Από την άλλη, ο Zappa δεν ακολουθούσε αυτόν τον τρόπο ζωής ούτε συνέθετε μουσική για κάποιον άλλον πέραν του εαυτού του. Και όποιος συνεργαζόταν μαζί του ή ήταν μέρος της ζωής του απλά έπρεπε να το αποδεχτεί.

zappa1

Αυτός είναι κι ο λόγος που, χρόνια μετά το θάνατο του το 1993 από καρκίνο του προστάτη, κανένας δε θα δώσει την ίδια περιγραφή για αυτόν τον άνθρωπο. Rock star, avant-garde μουσικός της jazz, συνθέτης κλασικής μουσικής, σκηνοθέτης, συγγραφέας, σατυρικός και λέκτορας πανεπιστημίου είναι μερικοί μόνο από τους τίτλους που του αποδίδονται. Ο Zappa ως ο άνθρωπος που ο John Lennon πάντα έλεγε ότι ήθελε να συναντήσει. Ο επιχειρηματίας που έκλεισε συμβόλαιο με τον Captain Beefheart και τον καθοδήγησε στη σύνθεση της καλύτερης δουλειάς του, του “Trout Mask Replica” (1969). Ο μέντορας που ο Alice Cooper αποκαλεί ο «σοκαριστικά αυθεντικός rocker». Και όλα αυτά μόνο για την ‘Log Cabin’ περίοδο του, των τελών της δεκαετίας του ’60.

 

 

Σε συνέντευξη της, η Gail αναφέρει ότι ο Frank «πιθανότατα ήταν ασυνήθιστος από τη στιγμή που γεννήθηκε. Πιστεύω ότι εξ αρχής ήταν το ίδιο ‘έντονος’ όπως και στο υπόλοιπο της ζωής του. Δεν πιστεύω ότι μπορεί ν’ αλλάξει κάποιος τον εαυτό του τόσο ριζικά. Ήταν απλά ένας άνθρωπος που τον ενδιέφερε έντονα η ελευθερία. Ήταν και πατριώτης, και συνθέτης. Πολύ παράξενος συνδυασμός».

 

Γεννημένος στη Baltimore, στο Maryland των ΗΠΑ, στις 21 Δεκεμβρίου 1940, ο Frank Vincent Zappa ήταν το μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά της Γαλλο-Ιταλίδας Rose Marie και του Francis Vincent Senior, ενός Σικελιανού μετανάστη Ιταλικής, Ελληνικής και Αραβικής καταγωγής. Στο σπίτι, θα μιλούσε τα Ιταλικά, όπως τα είχε από τους παππούδες του, ενώ τα ‘χαζοαμερικάνικα’ θα τα μιλούσε στο σχολείο. Ο πατέρας του εργαζόταν ως μαθηματικός και επιστήμονας στην αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ, οπότε μετακόμιζαν συχνά.

 

Επιστρέφοντας στη Βαλτιμόρη, ο πατέρας του δούλεψε στις εγκαταστάσεις του Edgewood Arsenal Chemical Warfare, όπου φορούσαν συνεχώς μάσκες για αποφυγή ατυχημάτων. Αυτός ο φόβος για μικρόβια και βιολογικούς πολέμους θα επηρέαζε αργότερα τη μουσική του Zappa. Κι ο ίδιος, βέβαια, σαν παιδί ήταν αρκετά φιλάσθενος, με κρίσεις άσθματος και ωτορινολαρυγγικά προβλήματα.

 

zappa4

 

Στα 12 του, έφυγαν οριστικά από τη Baltimore. Μετοίκησαν σε αρκετές πόλεις – Monterey, Claremont, El Cajon – πριν να εγκατασταθούν τελικά στο San Diego. Εκεί, ο Frank θα γινόταν μέλος των The Black-Outs (το πρώτο συγκρότημα στο οποίο έγινε μέλος) ως drummer. Η Pauline Butcher αναφέρει ότι οι πολλές μετακινήσεις και οι αλλαγές στο σχολικό του περιβάλλον επηρέασαν αρκετά τον Frank. «Κατέληξε να συχνάζει με όλους τους περιθωριακούς και όσους δεν ήταν δημοφιλείς στο σχολείο. Νομίζω ότι αυτό τον επηρέασε στη μετέπειτα ζωή του. Κατανοούσε όλους τους ασθενέστερους και αυτούς που δεν ήταν mainstream».

 

Στα 14, όντας ενσάρκωση πολλών αντιθέσεων, ο Zappa θα δημιουργούσε την πρώτη του ορχηστρική σύνθεση, ενώ μέσω γραμμάτων θα ζητούσε να συναντήσει τα είδωλα του, τον Igor Stravinsky και τον Edgar Varése. Κι όμως, περνούσε τον περισσότερο χρόνο του ακούγοντας doo-wop δίσκους και παρακολουθώντας ταινίας με τέρατα, όταν δεν έκανε νυχτερινές βόλτες με τον μοναδικό του φίλο, τον Don Van Vliet. Αυτός ο φίλος, αργότερα, υπό την καθοδήγηση του Zappa, θα άλλαζε το όνομα του σε Captain Beefheart (κάτι το οποίο δε θα συγχωρούσε ποτέ στον Zappa).

 

 

Το γεγονός, όμως, που τον σκλήρυνε και τον έκανε ανελέητο και αυταρχικό συνέβη όταν ο Zappa ήταν περίπου 21 ετών. Ένα τραγούδι που είχε συνθέσει, με τίτλο “Grunion Run”, συμπεριλαμβανόταν στον ίδιο δίσκο με το “Tijuana Surf” (No.1 στο Μεξικό) και περίμενε να εισπράξει χρήματα από τα πνευματικά δικαιώματα. Τότε, το 1962, ένας μεσήλικας τον προσέγγισε προσφέροντας του $100 για να γυρίσουν μια «ταινία πάρτυ για αγόρια» - κωδικό για πορνοταινία. Μετά βίας υψηλή τέχνη, η αμοιβή ήταν αναγκαία στον Zappa προκειμένου να υλοποιήσει το επόμενο του project, μια ταινία με τίτλο Captain Beefheart Vs. The Grunt People. Ο μεσήλικας, όμως, αποδείχθηκε ότι ήταν ντετέκτιβ, κι ο Zappa καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκιση.

 

Παρέμεινε στη φυλακή για 11 μόνο ημέρες, με το υπόλοιπο διάστημα να είναι σε αναστολή. Εξαιτίας αυτού του συμβάντος, το ποινικό του μητρώο δεν ήταν καθαρό και δεν μπόρεσε να καταταγεί για το Βιετνάμ. Σύμφωνα με το εγγύ του περιβάλλον, αυτή η περιπέτεια του δημιούργησε μια συνεχή αίσθηση αδικίας. Επιπλέον, ανέπτυξε μια φοβία ως προς την αστυνομία, κάτι που συνέβαλε στην απαγόρευση της χρήσης ναρκωτικών όσο ήταν ο ίδιος παρών, και μια πικρία και δυσπιστία προς τις Αρχές και τα πρόσωπα εξουσίας.

 

zappa3

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, οπότε και μεσουρανούσαν οι Beatles, ο Zappa ήταν ο εφιάλτης κάθε μέσου Αμερικανού από κάθε άποψη. Γνώριζε, βέβαια, ότι δε θα μπορούσε να παραμείνει έτσι για πολύ καιρό, και αναζητούσε δίοδο για το επόμενο στάδιο της καριέρας του.

 

Η απάντηση στις αναζητήσεις του ήταν το πιο ταλαντούχο, παρεξηγημένο, αποκρουστικά ενδεδυμένο και καταλλήλως ονομασμένο συγκρότημα, τους Mothers Of Invention. Σχετικά με τον ερχομό του Zappa, με κάποια πικρία, ο μπασίστας Roy Estrada θα δήλωνε: «Ο Frank έγινε μέλος μας, όχι εμείς». Κάτι που ήταν, βέβαια, - εν μέρει – αληθινό…

 

 

«Πρότεινα να συνθέσουμε δικό μας υλικό και να προσπαθήσουμε να κλείσουμε συμβόλαιο», όπως θυμόταν ο Frank. «Ο αρχηγός εκείνη την περίοδο, ένας τύπος με τ’ όνομα Davey Coronado, είπε: ‘Σε καμιά περίπτωση! Επειδή αν μάθεις δικά σου κομμάτια, τα μπαρ δε θα σε προσλαμβάνουν’. Οπότε παραιτήθηκε. Και είχε δίκιο. Μείναμε μαζί, αλλάξαμε τ’ όνομα μας σε Mothers, και όντως μας απέλυσαν».

 

Κανένα συγκρότημα δεν επρόκειτο να είναι αρκετά μεγάλο ώστε ο Zappa να μοιραστεί την ηγεσία του. Όταν ο Tom Wilson – παραγωγός στους πρώτους δίσκους του Bob Dylan και αρχικός μέντορας των Velvet Underground – είδε μια συναυλία των Mothers Of Invention, θεώρησε ότι το συγκρότημα ήταν progressive rock συνδυασμένο με blues, κοντά στο στυλ των Doors και Love. Έτσι, υπέγραψε συμβόλαιο μαζί τους για την MGM-Verve. Οι Mothers, όμως, ήταν κάτι άλλο: ήταν φρικιά! Εξ’ ου κι ο τίτλος του πρώτου τους δίσκου: “Freak Out!”.

 

zappa9

 

Ακόμα και σε μια χρονιά κατά την οποία κυκλοφόρησαν καινοτόμοι δίσκοι όπως το “Pet Sounds” των Beach Boys και το “Revolver” των Beatles, το “Freak Out!” ήταν μια ‘ανωμαλία’ από κάθε άποψη. Ο Tom Wilson πήρε τα εύσημα για την παραγωγή, αλλά σύντομα παρέδωσε τα ηνία – όπως θα έκαναν κι οι υπόλοιποι – στον Zappa. Ο Wilson είχε καταλάβει την κατάσταση, όταν ο Eric Burden – ένας άλλος παραγωγός που συνεργάστηκε με τον Zappa – περιέγραψε την εμπειρία του ως «συνεργασία με τον Hitler».

 

Ο δίσκος, όπως αναμενόταν, δεν έκανε επιτυχία και η πραγματική μουσική ταυτότητα των Mothers δε θα εδραιωνόταν πριν την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου τους, το “Absolutely Free”. Ηχογραφημένο σε διάστημα μόλις τεσσάρων ημερών το Νοέμβριο 1966, κυκλοφόρησε το Μάρτιο 1967 και αποτέλεσε τη βάση όσων επρόκειτο να ηχογραφήσουν στην επονομαζόμενη ως κλασική περίοδο των Mothers (1966-1970). Επιπλέον, το μουσικό ήθος των Mothers έμελλε να αποτυπωθεί καλύτερα στο πρώτο αριστούργημα του Zappa, το “Brown Shoes Don’t Make It”.

 

 

Για τους πρώτους έξι μήνες μετά τον ερχομό του κιμπορντίστα Don Preston και του σαξοφωνίστα Bunk Gardner, το συγκρότημα έκανε πρόβες καθημερινά, οκτώ ώρες την ημέρα, υπό αυστηρούς κανόνες. Όταν επρόκειτο για το γνωστό τρίπτυχο ‘sex, drugs and rock’n’roll’, ο Zappa ενδιαφερόταν μόνο για το πρώτο, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Mothers. Πριν να μπει στο συγκρότημα, είχε ήδη παντρευτεί και πάρει διαζύγιο μια φορά, ενώ η φήμη του πλέον του προσέφερε groupie, f*** budies και one-night stand. Η δεύτερη του σύζυγος, η Gail, είχε υπάρξει κι αυτή για ένα σύντομο διάστημα groupie και μάλιστα, σύμφωνα με τον Frank, «μια εξαιρετική groupie», ανεπηρέαστος από αυτό το γεγονός.

 

Παρόλο που είχε παράλληλες σχέσεις, η Pauline Butcher λέει ότι «[ο Frank] δε θα έφτανε ποτέ στο σημείο να αφήσει την Gail και την οικογένεια του», ενώ η ίδια η Gail τον περιγράφει ως «αρκετά σταθερό» στην οικογενειακή τους ζωή. Ο Zappa θα τραγουδούσε για το sex ακατάπαυστα, σε κάθε παραλλαγή του και με κάθε αφορμή, άλλοτε από μια εφηβική οπτική (“Penis Dimension”) κι άλλοτε πιο ειλικρινά (“America Drinks And Goes Home”).

 

 

Εν τω μεταξύ, το χάσμα μεταξύ του Zappa και των υπολοίπων Mothers διευρύνθηκε περισσότερο όταν ο Verve δεν μπορούσε να κάνει την κατάλληλη επιλογή για τον επόμενο δίσκο τους. Τότε ήταν που ο εύστροφος ατζέντης του Zappa, Herb Cohen, άδραξε την ευκαιρία για να διαπραγματευτεί μια καλύτερη συμφωνία με τον Zappa, προτείνοντας του να ιδρύσει τη δική του εταιρεία παραγωγής. Αυτό θα του έδινε μεγαλύτερο έλεγχο των μελλοντικών κυκλοφοριών των Mothers και του ίδιου, καθώς και των καλλιτεχνών που εκείνος θα επέλεγε να προωθήσει.

 

Η μεταμόρφωση του από αρχηγό σε δικτάτορα του συγκροτήματος ολοκληρώθηκε με την κυκλοφορία του πρώτου solo δίσκου του, με τίτλο “Lumpy Gravy”, τον Αύγουστο 1967. Αυτός ο δίσκος, από μια ορχηστρική δουλειά που ηχογραφήθηκε από τους Abnuceals Emuukha Electric Symphony Orchestra (όπως ονομάστηκαν από τον Zappa), εξελίχθηκε σε μια δραστικά επανεπεξεργασμένη συλλογή μιας μεγαλύτερης παραγωγής, της No Commercial Potential. Αυτή θα περιλάμβανε δύο επιπλέον δίσκους, που αποδόθηκαν στον Frank και τους Mothers: τα “We’re Only In It For The Money” (Μάρτιος 1968) και “Cruising With Ruben And The Jets” (Δεκέμβριος 1968). Αν και ηχητικά δεν υπήρχε κάποια εμφανής συνάφεια μεταξύ των τριών δίσκων, ο Zappa ισχυριζόταν ότι επρόκειτο για ένα μεγάλο και ενιαίο δίσκο. Κάθε δίσκος ήταν ένα διαφορετικό project αλλά όλοι οι δίσκοι συνδυασμένοι συνέθεταν ένα μεγαλύτερο ‘αντικείμενο’.

 

Αν και το τελευταίο μέρος ενόχλησε αρκετά τους κριτικούς, οι δύο πρώτοι δίσκοι θα παρέμεναν σπουδαία δείγματα της δουλειάς του Zappa και των Mothers. Το “Lumpy Gravy” ήταν από τους αγαπημένους του Zappa. Ωστόσο, ο δίσκος των Mothers, με τίτλο “We’re Only In It For The Money”, έμελλε να κάνει τη διαφορά. Αποτελούσε μια εναλλακτική οπτική του “Sgt Pepper” των Beatles και ήταν μια από τις πλήρεις και δηκτικές σάτιρες του αποκαλούμενου ‘κινήματος των ‘60s’.

 

«Όλοι οι υπόλοιποι πίστευαν ότι ήταν Θεοί!», έλεγε ο Zappa για τους Beatles. «Πιστεύω ότι δεν ήταν σωστό. Ήταν απλά ένα καλό εμπορικό συγκρότημα». Κυνικός μέχρι το τέλος, θα έλεγε ότι προτιμούσε τους The Monkees.

 

 

Εκείνη την περίοδο, ο drummer Arthur Dyer Tripp III έγινε μέλος των Mothers. Όπως δηλώνει σήμερα ο Tripp, «ο Frank αναζητούσε συνεχώς και μανιωδώς νέες ιδέες και έμπνευση, οπότε σχεδόν ό,τι συζητούσαμε θα χρησιμοποιούταν. Το να συσχετίζομαι με τον άνθρωπο που πρακτικά ενθάρρυνε τη λογική του ‘τα πάντα ισχύουν’, σε μεγάλο βαθμό, ήταν παράδεισος για εμένα. Συμφωνούσα με τη φιλοσοφία του Frank κατά της κουλτούρας και του mainstream, και εκείνες τις ημέρες κοροϊδεύαμε τα πάντα».

 

Ως προς το πόσο κοινωνικός ήταν ο Zappa, ο Tripp δήλωσε ότι «έτεινε να αισθάνεται άνετα όταν έλεγχε το θέμα της συζήτησης, και την κατεύθυνση της». Όπως παρατηρεί η Pauline Butcher, «ήταν ένας εξαιρετικά ευφυής άνδρας σε μια επιχείρηση που δεν απαρτίζεται από πολλούς ευφυείς ανθρώπους και [γι’ αυτό] ξεχώρισε. Είχε καταλάβει ότι δεν ήταν ένα όμορφο αγόρι όπως οι Beatles και οι Rolling Stones, δεν έπαιζε το ίδιο είδος μουσικής, δεν του άρεσε καν. [Οπότε] αν επρόκειτο να γίνει διάσημος, θα χρειαζόταν να κάνει κάτι ριζικά διαφορετικό. Όλες εκείνες οι εξωφρενικές φωτογραφίες… […] Όλες αυτές οι κινήσεις ήταν υπολογισμένες επειδή έπρεπε να τραβήξει την προσοχή».

 

zappa5

 

Όσον αφοράς τις προσωπικές του σχέσεις με τις γυναίκες, ο Zappa πρόσφερε σ’ αυτές στοργή και έμπνευση. Κατά την Butcher, «το κυριότερο θέμα ήταν ότι, άκουγε ότι είχα να πω. Αυτό το ’67, το ’68, ήταν επαναστατικό για μένα. Ήταν τόσο ασυνήθιστο για μένα, [που εκείνος] άκουγε και έπαιρνε σοβαρά αυτά που είχε να πει μια γυναίκα. Μου συμπεριφερόταν σαν ίση. Κάτι που ήταν εξωπραγματικό».

 

Εάν ισχύει, εκείνη αποτελούσε εξαίρεση. Από εκείνη το χρονικό σημείο και ύστερα, ο Zappa σπανίως θα συμπεριφερόταν σε κάποιον ως ίσο. Όταν το καλοκαίρι του 1969 θα ηχογραφούσε τον δεύτερο solo δίσκο του, το “Hot Rats”, η μεταμόρφωση είχε ολοκληρωθεί. Ο Zappa ήταν οι Mothers, και οι Mothers ήταν ό,τι ήθελε ο Zappa να είναι. Σε αυτή την περίπτωση, έγιναν μια συλλογή ορχηστρικής rock με jazz επιρροές και μια επιπλέον δόση μετα-ψυχεδελικής σκληρότητας.

 

 

Παρόλο που ο δίσκος δεν κατάφερε να μπει στο Top 100 στις ΗΠΑ, ήταν η μοναδική επιτυχία του Zappa στο Top 10 του Ηνωμένου Βασιλείου και θα γινόταν μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές του επιτυχίες παγκοσμίως. Δεν ένοιαζε τον Frank, βέβαια, ή τουλάχιστον δεν άφησε να φανεί ότι τον ένοιαξε. Λίγες εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ο Zappa είχε διαλύσει τους Mothers.

 

Φτάνοντας στο Log Cabin – στο Laurel Canyon κοντά στο Los Angeles, όπου μετακόμισε η διευρυμένη οικογένεια του Zappa το 1968 – το Μάιο του 1968, η Pauline Butcher είχε μάθει από το πρώτο κιόλας βράδυ την πρόθεση του Zappa να διαλύσει τους Mothers. «Υπήρξε άλλη μια κρίση ένα μήνα μετά, και ήθελε τότε να διαλύσει το συγκρότημα. Και μετά ο Ian Underwood είπε ότι θα κάνει πρόβες με το συγκρότημα, και αυτό ξεκίνησε το συνήθειο του Frank να βάζει κάποιον να κάνει πρόβες με το συγκρότημα του, για να μαθαίνουν τα κομμάτια πριν να συμμετέχει εκείνος, επειδή δεν είχε την απαραίτητη υπομονή».

zappa6

 

Ο Zappa το είχε θέσει πιο ευθαρσώς: «Για πόσον καιρό μπορείς να παραμείνεις ενθουσιώδης για τη μουσική ως μορφή τέχνης, πόσω μάλλον τη μουσική ως επιχείρηση, όταν περιλαμβάνει άλλους ανθρώπους στους οποίους πρέπει να στηριχτείς, και σε ‘ρίχνουν’;», είχε πει. «Γιατί να πρέπει να το ανεχτείς; Όσο περισσότερο μπορώ να στηριχτώ στον εαυτό μου, τόσο περισσότερο μου αρέσει».

 

Όποια κι αν είναι η άποψη κάποιου για τον Zappa – ως άνθρωπο, ως καλλιτέχνη –, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της rock κουλτούρας, με όλη τη σημασία του ορισμού. Θα επανασχημάτιζε τους Mothers Of Invention το καλοκαίρι του 1970, όταν θα το απαιτούσε η αναγκαιότητα για γεμάτα στάδια κατά τη διάρκεια μιας μακροσκελούς περιοδείας. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θα ηχογραφούσε κι άλλο υλικό μαζί τους. Σύμφωνα, όμως, με τον Don Preston, «τότε, ήμασταν απλά μουσικοί υπό τη δούλεψη του».

 

Το 1969, ο Zappa και η οικογένεια του θα εγκατέλειπαν το Log Cabin και θα μετακόμιζαν σε ένα πιο συμβατικό σπίτι (πάλι στο Laurel Canyon), αυτή τη φορά με κλειδαριές στις πόρτες. Θα ζούσε εκεί μέχρι και το τέλος της ζωής του. Για το υπόλοιπο εκείνου του αιώνα, στο υπόγειου αυτού του σπιτιού, θα συνέθετε 62 δίσκους – live, studio, rock, jazz, ορχηστρικούς, single, double, treble – που κυκλοφόρησε όσο ήταν εν ζωή, 35 επιπλέον δουλειές που θα κυκλοφορούσαν μετά το θάνατο του, μαζί με 13 συλλογές και box set, και ένας Θεός ξέρει πόσο ακόμα υλικό.

 

 

«Καθοδηγούνταν από ερεθίσματα στο περιβάλλον του», αναφέρει η Gail. Τον θυμάται να παραπονιέται μια φορά ότι η ζωή του ήταν βαρετή, επειδή δούλευε συνέχεια. «Θα έκανε τελείες σε ένα χαρτί, αλλά θα μιλούσε συνήθως για το πώς ‘συνδέονται οι τελείες’ – το οποίο βοηθά να κατανοήσει κάποιος τη μουσική και τα κοινωνικά του σχόλια».

 

Η φράση ‘μουσική ιδιοφυΐα’ καταντά γραφική για πολλούς, είναι όμως δύσκολο να μην περάσει από τον νου κάποιου όταν αναλογίζεται τον Frank Zappa.

 

«Θα έλεγα ναι, ότι ήταν – αρκεί, βέβαια, να υπάρχει και η λέξη ‘μουσική’ στη φράση», λέει ο Don Preston. «Αν ήταν ιδιοφυΐα, θα είχε διατηρήσει το πρώτο συγκρότημα και θα βγάζαμε όλοι εκατομμύρια δολάρια, όπως οι Grateful Dead. Αλλά μουσική ιδιοφυΐα; Ναι, απολύτως!»

 

zappa7

 

Για το Rock Overdose,

Γκουτσίδης Στεργιος

 

Πηγή: teamrock.com (Mick Wall)

Comments

css.php