“Πού να γυρίζεις…” : Αφιέρωμα στον Παύλο Σιδηρόπουλο!

Μια ιστορία θα σας πω για τον Παύλο ... τον ασυμβίβαστο «Πρίγκιπα της ροκ» , ο οποίος χωρίς υπερβολή ήταν ο θεμελιωτής του ροκ στην Ελλάδα. 
Ο βίος του λίγο πολύ γνωστός… Το προσωνύμιο πρίγκιπας δεν είναι τυχαίο, αφού προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια, ήταν γιος εργοστασιάρχη με ρίζες από Ζορμπά και πάνω! ‘Όπως είχε πει κ ο ίδιος σε μια συνέντευξη : «Έχω μέσα μου και τον διανοούμενο και τον αλήτη.  Από την σύγκρουση αυτών των δύο βγαίνει άλλοτε η καταστροφή και άλλοτε η δημιουργία!» .
Αυτός ήταν ο Παύλος, ένας ανήσυχος νέος με πλούσιο πνευματικό και καλλιτεχνικό υπόβαθρο, που ξεκίνησε να αφουγκράζεται και να απορροφά τους “ριζοσπαστικούς” και “μοντέρνους” ήχους τόσο της εγχώριας όσο και της παγκόσμιας μουσικής σκηνής τη δεκαετία του ’60! 
Ήταν η εποχή που ο κόσμος όχι απλά άκουγε αλλά έκανε rock n’ roll, το ζούσε! Ήταν η εποχή που τον γοήτευσε η ποίηση του Ελύτη, τον ενέπνευσαν οι στίχοι του Bob Dylan και έβαλε μπρος στα εφηβικά του όνειρα να γίνει συγγραφέας ή ποιητής με το ψευδώνυμο «Παύλος Αστέρης». Τότε ήταν που άρχισε να γράφει κ τους πρώτους στίχους, όντας φοιτητής στο Μαθηματικό της Θεσσαλονίκης όπου γνωρίζεται με τον Β.Γερμανό και γράφουν μαζί τραγούδια και μουσική, παρακολουθώντας τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα εκείνης της ταραγμένης εποχής. Εκεί γνωρίζεται και εντυπωσιάζεται από την τεχνική κ τους ήχους της κιθάρας του Π.Δεληγιαννίδη των Olympians. Μαζί κατεβαίνουν στην Αθήνα αρχές του ’70 και δημιουργούν το ντουέτο «Δάμων και Φιντίας», αυτό ήταν και το πρώτο Ξέσπασμα! Κάπως έτσι έγινε και πρώτο δισκάκι που ήρθε να ταράξει τον Κόσμο τους δίνοντας το στίγμα ότι το ελληνικό ροκ υπάρχει και έχει γερές βάσεις να κρατηθεί Ζωντανό στο Κύτταρο.

Ήταν η εποχή της λογοκρισίας, το δίδυμο ενώνεται με τα «Μπουρμπούλια» που είχαν φύγει από το πλευρό του Δ. Σαββοπουλου , και βγάζουν το πρώτο τους δισκάκι , με κομμάτια που έχουν παράξενους και συμβολικούς στίχους τους οποίους ελάχιστοι κατανοούν … ή έστω δεν θέλουν να κατανοήσουν τότε. Απογοητευμένοι ανεβαίνουν και πάλι στη Θεσσαλονίκη όπου παρά την θερμή ανταπόκριση του κοινού, βρέθηκαν αντιμέτωποι με οικονομικής φύσεως προβλήματα. Κάπως έτσι διαλύονται και έτσι έμεινε εκεί ο Παύλος να ζει μονάχος σα στοιχειό , να ζει σα λεύτερο θεριό…  (Ο Ντάμης ο Σκληρός) . 
Δύσκολοι καιροί για Πρίγκιπες πραγματικά, μεταπολίτευση και το κοινό ήταν διψασμένο για πολιτικό τραγούδι. Ο Παύλος είχε επιστρέψει στην Αθήνα και δούλευε στο εργοστάσιο του πατέρα του.  «Ήταν μόλις είχε τσακίσει η ροκ κατάσταση από τη χώρα, οι περισσότεροι μουσικοί την είχαν κάνει απ’ εδώ κι απ’ εκεί και οι υπόλοιποι καθόμασταν και κλαίγαμε τη μοίρα μας». Απογοητευμένος από τις αποτυχημένες προσπάθειες να δημιουργήσει μια μπάντα αλλά πάντα με πείσμα να αποδείξει ότι έχει τις δυνατότητες να κάνει καριέρα σαν τραγουδιστής , έπειτα από ένα διάστημα αποχής από τα μουσικά μονοπάτια , αποδέχτηκε την πρόταση του συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλου να συμμετάσχει σε κάποιες εμφανίσεις,  αποκτώντας εμπειρία και πλησιάζοντας ένα διαφορετικό κοινό. Δεν ήταν όμως για αυτά τα «καθώς πρέπει» ο Παύλος, το διάστημα αυτό το χαρακτήρισε ως ένα φλιπάρισμα και μια διέξοδο στο να μη χάσει την επαφή του με την μουσική.
Φτάνουμε στο 1977, κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει … η ροκ σκηνή ακόμη βέβαια μουδιασμένη αλλά γεμάτη όρεξη για δημιουργία! Το συγκρότημα των αδερφών Σπυρόπουλων ψάχνει κατάλληλη φωνή για το γκρουπ τους «Σπυριδούλα». 
Ο Παύλος μαζί με τους «Σπυριδούλα» κυκλοφορούν τον δίσκο «Φλου». Ένα δίσκο που δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως «εγχειρίδιο» του ελληνικού ροκ και δεν είναι τυχαίο που ακούγεται αβίαστα ακόμη και σήμερα. Όλα αυτά τα χρόνια προσμονής γέννησαν στο μυαλό του Π.Σιδηρόπουλου όλο αυτό το υλικό που έμελε να στιγματίσει μια ολόκληρη γενιά, μια εποχή που τα μέσα ήταν πραγματικά πρωτόγονα και σχεδόν ερασιτεχνικά!

Σε αντίθεση με όλα αυτά, δέχεται πρόταση να πρωταγωνιστήσει στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο Ασυμβίβαστος». Σε αυτή την ταινία «ζωντανεύει ένα ξέγνοιαστο καβαλάρη της ζωής που προσπαθεί να μιλήσει στον κόσμο με την κιθάρα του»… εμφανίζεται γλυκός, ήρεμος, τραγουδώντας μπαλάντες χωρίς να προβάλλει τα έμφυτα ροκ χαρακτηριστικά του. Το σενάριο λίγο πολύ θυμίζει την ζωή του χωρίς όμως να έχει καμιά σχέση με αυτή. 
Ήταν αρχή των 80’s,  σπουδαία εποχή για τον Π.Σιδηρόπουλο ο οποίος βρίσκει πρόσφορο έδαφος και πραγματικά οργώνει…τα χωράφια της μουσικής και όχι μόνο σκηνής! Ψάχνει νέους συνεργάτες και δημιουργεί την «Εταιρία Καλλιτεχνών» , που μαζί τους έδωσε την θρυλική συναυλία στο Sporting. 
Έπειτα από συνεχείς αναζητήσεις καταλήγει να δημιουργήσει τους «Απροσάρμοστούς». Μαζί τους ξεκινά εμφανίσεις στο Κύτταρο και δημιουργεί τον δίσκο «Εν λευκώ» . Ο δίσκος κατακρίθηκε από αρκετούς λόγω των έμμεσων ή μη , αναφορών του στις καταχρήσεις .  Κι όμως , για τους αντικειμενικούς μουσικόφιλους ο δίσκος είναι μια πραγματικά ωμή εξομολόγηση του ίδιου του Παύλου  για την ζωή του, μέρος της οποίας ήταν από καιρό το αλκοόλ, τα  ναρκωτικά και άλλα  αδιέξοδα, ο εφιάλτης της εξάρτησης από τις ουσίες, ένα «κράξιμο» της underground με στρας … κοινωνίας . 
Επιστρέφει και πάλι το 1985 , με τον δίσκο “Ζorba the freak” , μια σαρκαστική και αναρχική περιγραφή της κοινωνίας , με πιο ρυθμική ενορχήστρωση. Το ‘89 εμφανίζεται στο «Μετρό» όπου ηχογραφεί ζωντανά το «Χωρίς Μακιγιάζ», τον τελευταίο εν ζωή δίσκο του, ο οποίος δεν έτυχε μεγάλης αποδοχής μιας κ η ηχογράφηση αδικούσε τόσο τους μουσικούς όσο και την φωνή του Παύλου, που ακούγονται παραμορφωμένοι. 
Φαίνεται ότι η μοίρα των γνήσιων ροκάδων είναι κοινή. Και ο Παύλος θύμα της «μόδας» της εποχής και των παθών του βρήκε από νωρίς καταφύγιο όχι μόνο στην μουσική αλλά και … στην Η. . «Που να γυρίζεις» άλλωστε σ’ έναν κόσμο που δεν είναι έτοιμος να αφουγκραστεί τις ανησυχίες ενός ευαίσθητου καλλιτέχνη. Και σε αυτή την περίπτωση ο καλλιτέχνης δικαιώθηκε μετά τον θάνατό του, παγκόσμιο φαινόμενο άλλωστε σε όλες τις μορφές τέχνης.
Δεν ξέρω εάν θα μπορούσε ένας Σιδηρόπουλος να ζει σε τέτοια εποχή τότε αλλά και σήμερα. Βίοι παράλληλοι για μένα με τον έτερο αγαπημένο κ παρεξηγημένο Jim Morrison και τόσους άλλους… που με τον τρόπο που έδρασαν αλλά και έφυγαν από κοντά μας έγιναν θρύλοι! Σίγουρα δεν θα ξαναβγεί τέτοιο καλούπι… Η αλήθεια είναι πως δίσταζα να γράψω κάτι «υποκειμενικό» για τον Παύλο Σιδηρόπουλο, επειδή στην χώρα μας έχουμε την τάση να οικειοποιούμαστε τα εγχώρια «προϊόντα» - να μην τα «εξάγουμε» όταν πρέπει αλλά να τα τιμούμε δεόντως ή και να τα κράζουμε εκ των υστέρων!  
Άνθρωποι και καλλιτέχνες σαν τον Π. Σιδηρόπουλο βγαίνουν μια φορά στα 50 χρόνια! Τέτοιος ήταν για μένα ο Παύλος, ένας άνθρωπος που χωρίς εγωισμό κατάθεσε την ψυχή του ξεκάθαρα, χωρίς υπονοούμενα και μείς δεν αντέχουμε το απλό, το εσωτερικό…κρυβόμαστε!
Για το RockOverdose,
Βιβή Ζαπαντιώτου

Comments

css.php