Έχει ξεμείνει η Rock από αυθεντικές ιδέες;

 Έτος 2012, στο South By South West. Ο Bruce Springsteen εκφωνεί έναν υπέροχο λόγο, τον οποίον διέπει η τεράστια αγάπη που τρέφει για τη rock μουσική. Μεταξύ άλλων, δήλωσε το μεγάλο του θαυμασμό για τους Animals, ο οποίος όμως δεν οφείλεται στο ότι το “House Of The Rising Sun” ήταν το πρώτο τραγούδι που έπαιξε στην κιθάρα. Πηγή του θαυμασμού του προς τους Animals ήταν οι στίχοι τους («με τους πρώτους δίσκους να ξεχειλίζουν ταξική συνείδηση»), η εμφάνιση τους («ένα από τα πιο άσχημα συγκροτήματα της rock’n’roll») και το όνομα τους («το πιο αμεταμέλητο όνομα πριν να εμφανιστούν οι Sex Pistols»).

 

 

Το κύριο σημείο του λόγου εκείνου, και το πιο συναισθηματικό, ήταν ο ρομαντισμός και η ‘μεταμορφωτικές δυνάμεις’ του rock’n’roll. To πιο ενδιαφέρον όλων, όμως, ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Springsteen αναφέρθηκε στις επιρροές που δέχθηκε: πώς η μουσική στα νιάτα του είχε μια συνάφεια με τη μουσική που συνθέτει μέχρι και σήμερα. Μίλησε για τον  James Brown, τον Roy Orbison, τη doo-wop, τον Phil Spector, τον Woody Guthrie, την country, τον Hank Williams, τον Elvis, τους Beatles, τον Dylan, τη Stax, τη Motown – και φανέρωσε πώς επηρεάστηκε απ’ τον καθένα, όσον αφορά στο ύφος, στον ήχο και στη φιλοσοφία.

 

Και μια σημαντική σημείωση: όχι τους Led Zeppelin, Free, Sabbath ή τον Bowie – τον James Brown, τη doo-wop και τον Woody Guthrie. Όχι τους Cream, τον Hendrix και τους Stones – τη Stax, τη Motown και την country.

 

Και δεν είναι μόνο ο Springsteen. Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται από όλους τους αστέρες της πρώτης γενιάς του hard rock. Ο Tony Iommi δηλώνει εκστασιασμένος από τον Hank Marvin, ο Jimmy Page μιλά για τους Scotty Moore και James Burton, ο Glenn Hughes χτυπιέται για τον Otis Redding, ο Rod Stewart για τον Sam Cooke. Ακόμα και η δεύτερη γενιά! Ο Angus Young τρελαίνεται περισσότερο για τον Chuck Berry παρά για τον Eric Clapton ή τον Jimmy Page. Ο Joe Strummer μιλά παθιασμένα για τον Beefheart, τον King Tubby και τον Johnny Cash.

 

Για δεκαετίες ολόκληρες, η rock ανανεωνόταν χάρη σε κάποιο άλλο μουσικό είδος: οι progressive ροκάδες αντλούσαν από την κλασική, οι ροκάδες του Νότου από την country και τη soul, οι του new wave ‘δανείζονταν’ από την disco, η thrash metal συγκρουόταν με τη hip-hop, ενώ η punk ανακάλυψε συνδέσμους με τη ska, τη soul και το rockabilly.

 

Τι συνέβη, λοιπόν; Αν ρωτήσετε τα νέα συγκροτήματα σχετικά με τις επιρροές τους, οι απαντήσεις που θα λάβετε είναι πληκτικά παρόμοιες: Zeppelin, Free, Sabbath, Guns N’ Roses, Thin Lizzy, AC/DC. Και ο ήχος των συγκροτημάτων τους θυμίζει – σωστά μαντέψατε: τους Zeppelin, τους Free, τους Sabbath, τους Guns N’ Roses, τους Thin Lizzy, και τους AC/DC.

 

Μια νέα καθαρολογία έχει εγκατασταθεί στη rock. Αυτοαναλώνεται, κινούμενη μέσα σε κύκλους που φθίνουν, ανακυκλώνοντας τις μεγάλες τις επιτυχίες. Το είδος γίνεται ολοένα και πιο ομομικτικό: ένα τερατόμορφο παράγωγο που κρατά πλέον μια Les Paul, απόλυτα πρόθυμο να σε βασανίσει αν θεωρήσει ότι δεν ανήκεις σ’ αυτό.

 

Οι αναγνώστες rock περιοδικών θα παραπονεθούν συχνά για τη δημοσιότητα ορισμένων συγκροτημάτων, τα οποία δε θεωρούν αρκετά rock. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού ο Paul Weller (rock καλλιτέχνης μεν, που δε διστάζει όμως να παραδεχτεί τις επιρροές που δέχτηκε από τους Humble Pie, Kinks, Krautrock και τη Βρετανική ψυχεδέλεια), οι Darkness (πολύ pop), οι Muse και οι Black Keys (πολύ trendy, ελαφρώς indie).

 

Υπάρχουν και εκείνα τα υπερσυγκροτήματα – όπως οι Metal Allegiance, Flying Colors και Black Country Communion – που στηρίζονται στη νοοτροπία της rock καθαρολογίας λόγω της προϊστορίας τους και συμμετοχής των μελών τους σε μεγάλα rock συγκροτήματα. Και όσο υφίσταται αυτή η λογική, θα παραμείνουν για τον προαναφερθέντα λόγο στο απυρόβλητο.

 

Στο μεταξύ, η βιομηχανία των επανεκδόσεων επωφελείται από ένα ‘καθαρότερο παρελθόν’, ανασύροντας αυθεντικά rock διαμάντια. Κατά μια έννοια, είναι ιδιοφυές, καθώς υπάρχει ακόμα μεγάλος μουσικός πλούτος που έχει αγνοηθεί στο παρελθόν (βλ. από Black Stone Cherry, Joe Bonamassa, Rival Sons έως Struts, Monster Truck, RavenEye και Inglorious, μεταξύ άλλων). Το πρόβλημα παραμένει, όμως, καθώς ο ήχος αυτών τείνει να παρομοιάζεται με τον ήχο σύγχρονων τους μεγάλων συγκροτημάτων. ‘Άκου κι αυτό! Ακούγεται ακριβώς όπως οι Lizzy/ DC/ Sabbath!’ Και, δυστυχώς, το ίδιο ισχύει και τα νεότερα συγκροτήματα.

 

Και οι περισσότεροι μένουν έκπληκτοι, στις ημέρες μας, που κάποιο συγκρότημα κατάφερε να αποδώσει τον ήχο του αγαπημένου μας συγκροτήματος, όπως τον επιθυμούμε. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι χάρη στην εξελιγμένη τεχνολογία, ποτέ δεν ήταν ευκολότερο να ακουστεί κάποιος σαν το αγαπημένο συγκροτήματα πολλών. Σε μια κουλτούρα, βέβαια, που έχει συνηθίσει να κάνει τα πάντα με τον εύκολο τρόπο, τα νέα συγκροτήματα παραλαμβάνουν έτοιμο τον ήχο, αυτοεπιβραβεύονται και αλληλοσυγχαίρονται, και ξεχνούν να συνθέσουν κομμάτια τα οποία θα συναγωνιστούν τα κλασικά κομμάτια των συγκροτημάτων που τόσο θαυμάζουν και μιμούνται.

 

Εκτός του ήχου, λαμβάνουν έτοιμες και την εμφάνιση και την ενδυμασία, ενώ την κατάλληλη προώθηση στο κοινό την προετοιμάζει η κατάλληλη δισκογραφική εταιρία. Και εκεί βρίσκεται το άλλο πρόβλημα. Η αίσθηση ότι τα πάντα αποτελούν ένα προϊόν προς προώθηση. Οι δισκογραφικές και οι διαφημιστές που προσπαθούν να προωθήσουν τη μουσική προϊόν όλο και πιο αβίαστα, με ολοένα και πιο κοινότυπους τρόπους.

 

Η rock, όμως, υπήρξε είδος καινοτόμο, στο οποίο η καθαρολογία και οι κοινότυπες πρακτικές αγνοήθηκαν, προκειμένου να δημιουργηθούν αυτά που σήμερα ονομάζουμε κλασικά κομμάτια. Η νέα γενιά της rock οφείλει να αντλήσει έμπνευση από τους μεγάλους μουσικούς που προηγήθηκαν αυτής, αλλά οφείλουν να μην περιοριστούν από αυτούς.

 

 

Για το Rock Overdose,
Γκουτσίδης Στέργιος

Πηγή

Comments

css.php