Ένας πολυδιάστατος, πολύπλοκος & από τους κορυφαίους progressive rock κιθαρίστες, ο Alex Lifeson (RUSH) κλείνει σήμερα τα 63 του χρόνια!

Τα 63 του χρόνια κλείνει ένα τεράστιο κιθαριστικό μέγεθος, ο Alex Lifeson,  που μέσα στα χρόνια της καριέρας του, κατάφερε να κερδίσει την εκτίμηση αλλά και μια θέση στο πάνθεον των guitar hero της ροκ. Όντας μέλος των Rush, μιας μπάντας που φημίζεται για την πολυπλοκότητα των λεπτομερών της συνθέσεων και τα περίπλοκα μουσικά της τοπία, η δουλειά του στην κιθάρα, μοιάζει με το πινέλο που ολοκληρώνει το πορτρέτο. Ήρθε στη ζωή στην περιοχή Fernie του Καναδά,  σε μια βρετανική κοινότητα, λίγο αφότου οι Σέρβοι γονείς του μετάναστευσαν απ’ την Γιουγκοσλαβία, με το όνομα Aleksandar Živojinović. Μεγάλωσε στα προάστια του Τορόντο, βλέποντας τους γονείς του ν’ αγωνίζονται σκληρά για να τα βγάλουν πέρα, κάνοντας και οι δύο διπλές δουλειές , όπως ο πατέρας του που δούλευε ως εργάτης σ’ εργοστάσιο την ημέρα και οδηγός ταξί τη νύχτα. Ο Lifeson, δυσκολεύτηκε στα πρώτα της ζωής του διότι γνώριζε ελάχιστα αγγλικά, κάτι που άλλαξε σταδιακά όταν ξεκίνησε το σχολείο. Από πολύ μικρός είχε δείξει ενδιαφέρον για τη μουσική και το πρώτο όργανο που έμαθε να παίζει ήταν η βιόλα. Ένας φίλος του όμως, που μάλιστα αργότερα έγινε και γαμπρός του, έπαιζε flamenco κιθάρα και κάποια στιγμή του τη δάνειζε ανά διαστήματα. «Άρχισε να μου αρέσει πολύ. Όταν είσαι παιδί θέλεις να παίξεις κάτι που να το βρίσκεις ενδιαφέρον κι ας προτιμούσαν οι γονείς σου να παίζεις ακορντεόν, πολύ πόσο οι δικοί μου που είμαστε και γιουγκοσλάβικη οικογένεια», σχολιάζει ο ίδιος.

Περίπου στην ηλικία των 12, οι γονείς του, του αγόρασαν μια ακουστική κιθάρα με χαλύβδινες χορδές και τα επόμενα Χριστούγεννα, μια ηλεκτρική κιθάρα τύπου Conora που κόστιζε 59 δολάρια και η μητέρα του την έχει ακόμη. Το πρώτο τραγούδι που έμαθε να παίζει φέρεται να ήταν η μελωδία μια διαφήμισης τσιγάρων. Τα ακούσματα που τον σημάδεψαν και τον επηρέασαν ήταν κατά κύριο λόγο κιθαρίστες του βεληνεκούς των Jimi Hendrix, Pete Townshend, Jeff Beck, Eric Clapton, Jimmy Page, Steve Hackett και Allan Holdsworth. Την εποχή που πήγαινε σχολείο, συνάντησε τα μέλη της πρώτης ενσάρκωσης των Rush, δηλαδή τον ντράμερ John Rutsey το 1963 και τον Gary Lee Weinrib (Geddy Lee), περίπου δύο χρόνια αργότερα. Μέχρι το 1968, είχαν σχηματίσει μια μπάντα με την οποία έπαιζαν τις επιτυχίες της εποχής, από Beatles, Cream κλπ. και άρχισαν να γράφουν το δικό τους υλικό. Οι Rush αγωνίστηκαν σκληρά προκειμένου να εξασφαλίσουν πόρους ώστε να συνεχίσουν τη μουσική τους πορεία και ο κιθαρίστας, έκανε διάφορες προσωρινές δουλειές. Το 1973, το συγκρότημα κατάφερε να βγάλει το πρώτο του single και τελικά ηχογράφησε και κυκλοφόρησε ανεξάρτητα την πρώτη του ολοκληρωμένη δουλειά ένα χρόνο αργότερα. Από τότε μέχρι σήμερα, αποτελεί αναπόσπαστο μέλος της σύνθεσης τους, που από το 1974, έχει πίσω απ’ τα τύμπανα τoν Neil Peart.

Έχει καταφέρει να πετύχει τεράστια αναγνώριση μέσα απ’ τη συμμετοχή του με την μπάντα που ιδιαίτερα λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70, κατάφερε να σκαρφαλώσει στην κορυφή του καλλιτεχνικού στερεώματος με το δίσκο “2112”. Η εν λόγω δουλειά μάλιστα εδραίωσε τη φήμη του Lifeson ως έναν απ’ τους καλύτερους ροκ κιθαρίστες της εποχής του. Το παίξιμο της κιθάρας είναι ένα μείγμα από rock, heavy metal, κλασσική, ισπανική κιθάρα και jazz – fussion, ενώ συχνά παίζει και άλλα έγχορδα, όπως μάντολα, μαντολίνο και μπουζούκι. Κάνει ακόμα δεύτερα φωνητικά στις ζωντανές τους εμφανίσεις και περιστασιακά παίζει πλήκτρα και bass pedal synthesizers. Επίσης, ο ίδιος συμβάλλει σημαντικά και στη σύνθεση των κομματιών μουσικά και συχνά διακρίνεται για το πολύπλοκο στυλ και τους περίεργους χρόνους που χρησιμοποιεί. Πέρα από τη δουλειά του με τους Rush, έχει εμφανιστεί και σε λίγα άλμπουμ άλλων ονομάτων συμπεριλαμβανομένου ενός του Larry Gowan, των I Mother Earth, Tiles και 3 Doors Down. Πιο πρόσφατα, το 2006, ο Lifeson, ίδρυσε τους The Big Dirty Band, τους οποίους δημιούργησε προκειμένου να φτιάξει το υλικό του soundtrack για το “Trailer Park Boys: The Movie”. Ένα χρόνο μετά, συνεργάστηκε με τους Porcupine Tree, παίζοντας το σόλο για το τραγούδι “Anesthetize” στο άλμπουμ τους “Fear of a Blank Planet”. Στην μέχρι τώρα καριέρα του, έχει διακριθεί ουκ ολίγες φορές με βραβείο για τον καλύτερο κιθαρίστα της χρονιάς, από διάφορα μουσικά περιοδικά. Πέρα από τη μουσική, έχει άδεια χειριστή ιδιωτικών αεροπλάνων και είναι ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου στο Toronto, με το όνομα “The Orbit Room”. Στην προσωπική του ζωή, είναι παντρεμένος από το 1975 και έχει δύο γιους ο ένας γεννηθείς το 1970 και ο άλλος το 1977, οι οποίοι έχουν αναμειχθεί αμφότεροι ως ένα σημείο με τη μουσική στη ζωή τους.

Comments

css.php