Ανταπόκριση: Fall of Doom festival @ Gagarin 205, Αθήνα (17/9/2016)

 

Καταρχήν, ας βγάλουμε τον ελέφαντα από το δωμάτιο: Αν μερικά χρόνια πριν απλά υπονοούσες ότι  υπάρχει το αμυδρό ενδεχόμενο να εμφανιστούν όλα αυτά τα συγκροτήματα μαζί επί ελληνικού εδάφους, θα σε κοιτούσαν σαν εξωγήινο. Είναι εκ των ων ουκ άνευ ότι το lineup του Smoke The Fuzz Fest είναι εξωπραγματικό για τα εγχώρια δεδομένα. Δεν έπεσα από τα σύννεφα λοιπόν όταν μπαίνοντας κατά τις 16:30 στο Gagarin αντίκρυσα έναν ήδη αρκετά γεμάτο χώρο. Έδινε απόδοση 1.05 ότι ο σκληρός πυρήνας της σκηνής θα δήλωνε βροντερό παρόν. Love Sex Machine για παρθενική φορά; Sons Of Otis σε αποκλειστική εμφάνιση; Δε χάνονται αυτά.

 

 

Η μύηση πάντως, στο όλο φεστιβαλικό κλίμα θα μπορούσε να είναι πιο ήπια. Αντί να προτιμηθεί ένα π.χ. πιο “μπαφοκατάσταση” σχήμα, οι διοργανωτές μας έριξαν κατευθείαν στα βαθιά με Love Sex Machine και Suma, το δυσοίωνο του ήχου των οποίων δεν προσφερόταν για τις ώρες της σιέστας. Εκπαιδευμένοι βέβαια εμείς, θα κολυμπούσαμε έτσι κι αλλιώς.

 

 

 

Πρώτη εμφάνιση επί ελληνικού εδάφους για τους Γάλλους Love Sex Machine, αλλά δυστυχώς αυτή έμελλε να ξεκινήσει με προβλήματα, καθώς υπήρχε κάποιο θέμα με τον ήχο της μίας κιθάρας. Ένα πρόβλημα που διορθώθηκε μετά το τέλος του τραγουδιού, και για το οποίο ο Yves, ο τραγουδιστής, απολογήθηκε, εισπράττοντας ένα ζεστό χειροκρότημα. Πέρα από αυτό το ατυχές γεγονός, η εμφάνιση των Γάλλων ήταν δυναμική, και παρόλες τις αργές μελωδίες της μουσικής τους, οι παραμορφωμένες κιθάρες γάζωναν τους πάντες. Ο κόσμος από κάτω είχε επιδοθεί σε αργό headbanging, ενώ τα high pitched, φωναχτά φωνητικά σκόρπιζαν την απόγνωση στο Gagarin. Το φεστιβάλ ξεκίνησε με μία ωραία, γεμάτη εμφάνιση, η οποία μας έβαλε με τον καλύτερο τρόπο στο κλίμα. Μετά από ένα 40λεπτο οι Love Sex Machine μας ευχαρίστησαν και ο κόσμος ανταπέδωσε με ένα ζεστό χειροκρότημα και ετοιμάστηκε για την εμφάνιση του φαινομένου που ακούει στο όνομα Suma!

 

Love Sex Machine4 Love Sex Machine3

Love Sex Machine1 Love Sex Machine5

Love Sex Machine2

 

Εφόσον δεν έχεις ξαναπαρακολουθήσει live των Suma, η αντίδραση σου μπροστά σε όσα συμβαίνουν επί σκηνής είναι νομοτελειακά μία: ΣΟΚ. Το βάναυσο του ήχου και η λύσσα με την οποία ταλαιπωρεί τα τύμπανα του ο Erik Persson δεν αφήνουν περιθώρια για οτιδήποτε περαιτέρω. Οι έχοντες γνώση, είχαμε ήδη πάρει θέση σύνεγγυς της σκηνής για να ξαναβιώσουμε τη συντριπτική εμπειρία, που προσφέρουν οι Σουηδοί. Με την πλειοψηφία του set να αποτελείται από νέο υλικό, μέσα από το επερχόμενο The Order Of Things, η δισκάρα μυρίζει από χιλιόμετρα. Πράγμα που λέει πολλά και για την αξία της χθεσινής τους εμφάνισης.

 

Suma1 Suma2 Suma3 Suma4 Suma5 Suma6

 

Το ανελέητο σφυροκόπημα έμελλε να συνεχιστεί με τους Black Cobra. Η ειδοποιός διαφορά του αμερικάνικου ντουέτου με όσους προηγήθηκαν, αλλά και όσους ακολούθησαν είναι ότι περιλαμβάνουν στο λεξιλόγιο τους σε περίοπτη θέση τη λέξη “Ταχύτητα”. Το μοναδικό ίσως σχήμα μετά τους High On Fire που συνδύασε τόσο επιτυχημένα υπέρβαρο ήχο με τη thrash/hardcore τραχύτητα, ζωντανά δε θα μπορούσε παρά να είναι μια μηχανή που σκοτώνει. Ο αδυσώπητος δε, ήχος που μπορούν και βγάζουν δύο και μόνον άτομα πέρα από δυσεπίλυτο μυστήριο, ήταν κι ό,τι πρέπει για να δημιουργηθούν οι πρώτοι καλώς εννοούμενοι “σαματάδες” της βραδιάς. Πραγματικά ένα set που έφυγε μονορούφι. Μπόμπα.

 

Black Cobra5 Black Cobra1 Black Cobra2 Black Cobra4Black Cobra3

 

Και φτάσαμε έτσι στο 4ο συγκρότημα της βραδιάς, που ακούει στο όνομα Sons of Otis. Οι Καναδοί, μετά από 24 χρόνια ζωής, επισκέφτηκαν για πρώτη φορά τη χώρα μας και το κοινό ήταν πανέτοιμο να τους δεχτεί. Οι Sons of Otis αποτέλεσαν το πρώτο αληθινά Doom συγκρότημα της βραδιάς, αφού μέχρι στιγμής είχαμε πιο έντονες και up-tempo εμφανίσεις. Ενώ τώρα, το συγκρότημα μας προσέφερε αργές Doom μελωδίες, με έντονες ψυχεδελικές και blues αναφορές. Ύστερα από λίγο, ο Ken Baluke ευχαρίστησε την Ελίνα, από την Smoke the Fuzz που τους έφερε στην Ελλάδα, ενώ πιο μετά μας είπε ότι παίζουν κυρίως καινούργια τραγούδια, καθώς η μουσική τους προχωράει και δεν θυμούνται τα παλιά κομμάτια. Και στην εμφάνιση των Καναδών υπήρξε μία άτυχη στιγμή, καθώς στη μέση ενός κομματιού του έφυγε το λουρί από την κιθάρα του Ken, ο οποίος στην προσπάθειά του να το διορθώσει έχασε τους στίχους και από τα νεύρα του πέταξε την κιθάρα κάτω και απλά τραγούδαγε μέχρι να τελειώσει το κομμάτι. Μόλις τελείωσε το τραγούδι ζήτησε συγγνώμη και πήρε τη δεύτερη κιθάρα του, την οποία χρειάστηκε να κουρδίσει πρώτα. Πάντως, γενικά η εμφάνισή τους ήταν ωραία, και περιέλαβε από Sabbath-ικούς ήχους, blues και sludge μελωδίες, πολλά αργά solo, ενώ έπαιξαν διασκευή στο “Cry for the Bad Man” των Lynyrd Skynyrd, και έπαιξαν και το “Cosmic Jam”, που πρόκειται για τζαμάρισμα γύρω από τη βασική μελωδία του τραγουδιού “Mommy, What's a Funkadelic” των Funkadelic. Μετά από μια γεμάτη εμφάνιση, οι Καναδοί άφησαν τη σκηνή για τους Dopethrone.

 

Sons of Otis1 Sons of Otis2 Sons of Otis3 Sons of Otis4 Sons of Otis5 Sons of Otis6

 

Για τους Dopethrone δε νομίζω ότι χρειάζονται περιττές συστάσεις. Έχουν πλέον το δικό τους κοινό στη χώρα μας, το οποίο έχτισαν δικαιωματικά με συνεπή δισκογραφία, αλλά κυρίως δυνατές ζωντανές εμφανίσεις. Δε μου προκάλεσε λοιπόν ιδιαίτερη έκπληξη το γεγονός ότι λίγο πριν την έναρξη της εμφάνισης τους, η σκηνή είχε κυκλωθεί από ένα κάρο Dopehtrone μπλουζάκια, τα οποία φορούσαν τύποι και τύπισσες, που είχαν ως μοναδικό τους σκοπό τον εξής ένα: να βγάλουν γούστα.

 

Και οι Dopethrone ξέρουν σίγουρα να τα ικανοποιούν: Φουλ του groove, μπετοναρισμένο fuzz και rock 'n' roll αλητεία από τρία ρεμάλια χασικλήδες, που κι εμείς το ξέρουμε ότι είναι κι αυτοί το ξέρουν και δεν το κρύβουν άλλωστε. Όλα τα respect του κόσμου στον γεννημένο frontman Vincent Houde, που δε μάσησε κι ανέβηκε να παίξει με σπασμένο πόδι. Όχι ότι θα του λένε και πάρα πολλά. Ποιος χρειάζεται το δικό μου σεβασμό όταν έχει εκείνον του Mike Scheidt, που -μαζί με τον Michael Makela των Bongzilla- τους συνόδευσε στο “Scum Fuck Blues”;

 

Dopethrone1 Dopethrone2 Dopethrone3 Dopethrone4 Dopethrone5 Dopethrone6

 

Μετά τους Dopethrone σειρά είχαν οι αναγεννημένοι Bongzilla, οι οποίοι επανασχηματίστηκαν πέρσι, ύστερα από διάλειμμα 6 ετών. Οι Bongzilla, με την εμφάνισή τους, συνέχισαν το ρεμαλο-αλήτικο στυλ που ξεκίνησε με τους Dopethrone, πηγαίνοντάς το ένα βήμα παραπέρα, αφού μετά από κάθε τραγούδι έσκαγε στη σκηνή τύπος από το crew και έδινε στον Michael Makela, αλλά και στους άλλους, ένα bong για να τραβήξουν μια ρουφηξιά.

 

Η μουσική τους ήταν κλασικό ντουμοστόουνερ, με παραμορφωμένες όσο δεν παίρνει κιθάρες, οι οποίες μας έκαναν να νιώθουμε την κάθε νότα, ενώ τα τσιριχτά φωνητικά του Makela έσκιζαν την ατμόσφαιρα. Στην αρχή είχαν και πιο up-tempo σημεία, τα οποία τη συγκεκριμένη ώρα, κι έπειτα από αρκετές ώρες μέσα στο Gagarin, ήταν καλοδεχούμενα, ώστε να ξυπνήσουν τα αίματα. Από την άλλη, όμως, είχαν και τεράστια κομμάτια, όπου απλά η μελωδία επαναλαμβανόταν και ναι μεν σε μαγνήτιζε, αλλά μετά από λίγο άρχιζε να καταντάει κουραστικό, δεδομένου και του ότι είχε περάσει και κάνα εφτάωρο. Πάντως, ο κόσμος χειροκροτούσε θερμά μετά από κάθε κομμάτι τους, ο οποίος φαινόταν ότι ήταν ακόμα ετοιμοπόλεμος.  Πριν το τελευταίο κομμάτι, είπαν ότι όποιος έχει χόρτο για πούλημα η για αντάλλαγμα να πάει να τους βρει, γιατί θα το χρειάζονταν. Όποιος έτυχε να είχε μαζί του θα είχε και την τύχη να γνωρίσει το συγκρότημα.

 

Bongzilla1 Bongzilla2 Bongzilla3 Bongzilla4 Bongzilla5 Bongzilla6

 

Και τώρα η ώρα για τη μεγάλη αλήθεια της ημέρας: Από τη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους οι Yob στη σκηνή ήταν σαν να μην έχει προηγηθεί οτιδήποτε άλλο. Το δευτερόλεπτο που το χέρι του Mike Scheidt ακούμπησε για πρώτη φορά την κιθάρα για να παίξει την εναρκτήρια νότα του “Ball Of Molten Lead”, εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποιείς ότι όλοι οι προηγούμενοι μπροστά τους φαντάζουν οδοντόκρεμες. Εύγεστες οδοντόκρεμες, από αυτές τις παιδικές που τις βάζεις στα δόντια σου χωρίς νερο, αλλά οδοντόκρεμες.

 

Οι Yob, ένα συγκρότημα υπόδειγμα, το οποίο διατηρώντας τον doom πυρήνα του ήχου τους αναλλοίωτο, έχει εγκολπώσει σε αυτόν μια πληθώρα επιρροών, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό μουσικό κράμα, που τους έχει φέρει έτη φωτός μπροστά σε σχέση με τον οποιονδήποτε πιθηκιστή sabbath-ικού ήχου, που μπορεί να θεωρείται “in” σήμερα.

 

Κομμάτια όπως το “Marrow”, που ακούστηκε χθες, είναι περίτρανα παραδείγματα των παραπάνω και προσωπικά μιλώντας δώρο θεού για τα αυτιά μου. Ίσως να ήταν και η καλύτερη στιγμή της βραδιάς. Δεν ξέρω, ποιος μπορεί να πει με σιγουριά; Σάμπως υστέρησε η εκτέλεση του υπερβατικού “The Lie That Is Sin”; Μήπως δεν μας πρόσφερε απλόχερα την κάθαρση το “Nothing To Win”, αφού πρώτα μας είχε διαλύσει την ψυχολογία; Υπήρξε κανείς που δεν ισοπεδώθηκε από το “Atma”; Που να μην ανατρίχιασε από το μεγαλείο του “Adrift In The Ocean”;

 

Και τώρα τι; Είναι η στιγμή που πρέπει να σας πω πόσο εμπνευσμένος μουσικός και απαράμιλλος κιθαρίστας είναι ο Mike Scheidt; Ότι ο Aaron Rieseberg είναι εκ των κορυφαίων μπασιστών του χώρου; Ή ότι ο Travis Foster ήταν από το απόγευμα έξω από την είσοδο του Gagarin κι έπινε τη μια μπύρα μετά την άλλη κι όταν ανέβηκε στη σκηνή μας ισοπέδωσε τις ψυχές;

 

Ε, όχι κύριοι, Αυτή η μπάντα δεν περιγράφεται, βιώνεται.

 

Για το Rock Overdose,

Κείμενο: Δημήτρης Σούρσος (Εισαγωγή, Suma, Black Cobra, Dopethrone, Yob)

                  Μίνως Ντοκόπουλος (Love Sex Machine, Sons of Otis, Bongzilla)

Φωτογραφίες: Μίνως Ντοκόπουλος

 

Yob1 Yob2 Yob3 Yob4 Yob5 Yob6 Yob7

 

 

 

 


 

Comments

css.php