Αφιέρωμα SWANS: Το μη-συμβατικό παιδί του Michael Gira

 

Ένα από τα ιστορικότερα και σημαντικότερα ροκ (γενικότερος όρος, καθώς η συγκεκριμένη μπάντα είναι πολλά παραπάνω) συγκροτήματα, οι Swans, επισκέπτονται ξανά τη χώρα μας, για δύο συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στις 3 και 4 Μαρτίου. Το Rock Overdose άδραξε την ευκαιρία αυτή και θα σας κάνει μία σύντομη αναδρομή στην ιστορία και τους δίσκους του συγκροτήματος. Σύντομη, καθώς 22 χρόνια πορείας (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα 13 χρόνια κατά τα οποία το συγκρότημα ήταν διαλυμένο) και 14 ολοκληρωμένοι δίσκοι, προσφέρουν υλικό για πάρα πολλές σελίδες, που θα ξέφευγε όμως από το σκοπό αυτού του αφιερώματος.

 

Όλα ξεκίνησαν το 1982 όταν ο Michael Gira σχημάτισε το συγκρότημα, το οποίο αναδύθηκε από τη νεοϋορκέζικη σκηνή του No Wave. Η μουσική σκηνή του No Wave δημιουργήθηκε ως αντίδραση στα μουσικά κλισέ της Punk Rock σκηνή, και οι μουσικοί της πειραματίστηκαν με τον θόρυβο (noise), την παραμόρφωση, τη δυσαρμονία και την ατονικότητα. Μεγάλο ρόλο έπαιξε και ο ίδιος ο χαρακτήρας του Gira, ο οποίος ήταν ατίθασος και επιθετικός. Πριν τα 16 του, μάλιστα, πέρασε αρκετούς μήνες στη φυλακή, καθώς συνελήφθη να πουλάει μαριχουάνα στην Ιερουσαλήμ.

 

 

Ο πρώτος δίσκος της μπάντας, το Filth (1983 – Neutral), ήταν μια αποκάλυψη. Noise και industrial στοιχεία και παραμορφωμένες κιθάρες αναμειγνύονταν με αργές, υπνωτιστικές, μελωδίες, υπό το πέπλο μιας σκοτεινής ατμόσφαιρας, αλλά και μιας punk διάθεσης, με τα φωνητικά του Gira να είναι επιθετικά, τραχιά, φωναχτά και να φτύνουν δηλητήριο. Όταν η μουσική γινόταν λίγο πιο γρήγορη, η punk προσέγγιση ήταν περισσότερο εμφανής. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στον συγκεκριμένο δίσκο υπήρχαν δύο drummers.

 

 

Τον επόμενο χρόνο έρχεται η κυκλοφορία του Cop (1984 – K.422), όπου οι Swans συνεχίζουν, με πιο έντονο τρόπο, το ταξίδι τους στο χώρο της Noise, με βασανιστικά αργόσυρτες ταχύτητες και επαναλαμβανόμενες μελωδίες που σε καταπίνουν. Η ατμόσφαιρα συνεχίζει να είναι άκρως σκοτεινή, οι κιθάρες παραμορφωμένες, ενώ σε αρκετά σημεία υπάρχει μία πιο ambient / μινιμαλιστική προσέγγιση στη μουσική. Τα φωναχτά φωνητικά του Gira είναι πότε γεμάτα απελπισία και πότε γεμάτα θυμό, δημιουργώντας ένα συναίσθημα απόγνωσης. Οι Swans έχουν ήδη ξεκινήσει να έχουν φήμη, ενώ οι συναυλίες τους χαρακτηρίζονται από την επιθετικότητά τους και από την απίστευτη ένταση που σου διέλυε το μυαλό. Το Cop ήταν και ο τελευταίος δίσκος, πριν την έλευση της Jarboe, της οποίας η προσθήκη στο line-up σηματοδότησε την αρχή της απομάκρυνσης της μπάντας από το noise.

 

 

Η Jarboe είχε ήδη σπουδάσει μουσική, πριν γίνει μέλος των Swans, καθώς ο πατέρας της την είχε βάλει να μελετήσει όπερα και την προόριζε να έχει μια καριέρα σαν τραγουδίστρια. Η Αμερικανίδα μουσικός είχε εμμονή με τους Swans, όταν άκουσε το Filth και ήρθε η ίδια σε επικοινωνία με τον Gira, ώστε να μπει στο συγκρότημα. Μετά από πολλές οντισιόν, η Jarboe μπήκε στους Swans, ως τραγουδίστρια και κιμπορντίστρια.

 

 

Με τον επόμενο δίσκο, το Greed (1986 – K.422) έγινε αμέσως εμφανής η διαφορά με τους δύο προηγούμενους δίσκους, καθώς η ένταση, ο θυμός και η Punk διάθεση δεν υπήρχαν πια. Αντίθετα, οι Swans ακολούθησαν μια πιο ambient και μινιμαλιστική προσέγγιση στη μουσική, με τις ταχύτητες να παραμένουν βέβαια αργόσυρτες. Υπάρχουν κάποια ψήγματα noise και industrial, στις επαναλαμβανόμενες μελωδίες, που έχουν ως σκοπό να υπνωτίσουν τον ακροατή, αλλά δεν έχουν σχέση πλέον με τη Noise Rock μουσική των δύο προηγούμενων δίσκων. Από την άλλη η μουσική συνεχίζει να καλύπτεται από μία πολύ ωραία σκοτεινή ατμόσφαιρα, ενώ η Jarboe βρίσκεται πίσω από το πιάνο και το synthesizer, και προσφέρει συνοδευτικά, αιθέρια, φωνητικά.

 

 

Τον ίδιο χρόνο θα κυκλοφορήσει το Holy Money, το οποίο είναι η φυσική συνέχεια του Greed. Αργές ταχύτητες, σε doom ρυθμούς, και σκοτεινές επαναλαμβανόμενες μελωδίες είναι δύο από τα κύρια στοιχεία του δίσκου, στον οποίο όμως θα κάνει την εμφάνισή του ένα καινούργιο είδος στη μουσική των Swans: το drone. Το Holy Money είχε μεγάλη επιρροή στα είδη του drone και του sludge, ενώ συγκροτήματα όπως οι Sunn 0))), οι Khanate και οι Tool, έχουν αναφερθεί στη σπουδαιότητα αυτού του δίσκου. Οι συνθέσεις είναι πιο περίπλοκες και υπάρχει, γενικά, αρκετή ένταση στο παίξιμο. Η μοναδική μελωδική  στιγμή του δίσκου, είναι το μικρό σε διάρκεια “You Need Me”, στο οποίο τραγουδάει μόνη της η Jarboe, με συνοδεία πιάνου.

 

 

Η στροφή στη μουσική των Swans που ξεκίνησε με τα δύο προηγούμενα άλμπουμ, θα γίνει ακόμα πιο έντονη στον πέμπτο δίσκο τους, το Children of God (1987 – Caroline). Υπάρχουν ακόμα σημεία που η μουσική βγάζει έναν ωραίο δυναμισμό, με πιο doom-ish διάθεση, με βαριές κιθάρες (που σε πολλά μέρη είναι και παραμορφωμένες) και έντονο drumming, ενώ και η ατμόσφαιρα παραμένει κάπως σκοτεινή, αλλά είναι πλέον γεγονός ότι η μελωδία έχει κυριαρχήσει στη μουσική των Αμερικανών. Πλήκτρα, ακουστικές κιθάρες, όμορφες χαλαρές μελωδίες και μπαλαντοειδείς ρυθμοί είναι στοιχεία που ακούγονται περισσότερο, ενώ εμφανής είναι και η προσέγγιση προς τα είδη της Folk και της Americana, που θα είναι πιο έντονα στους επόμενους δίσκους.

 

 

Οι Swans πλέον έχουν γίνει πιο δημοφιλείς και έχουν κερδίσει την προσοχή του mainstream κοινού και αυτό το απέδειξε η κίνησή τους να διασκευάσουν το 1988, το κλασικό κομμάτι των Joy Divison “Love will Tear us Apart”, γεγονός που τους απέφερε κι ένα συμβόλαιο με την Uni, η οποία άνηκε στην ακόμα μεγαλύτερη εταιρία MCA Inc.

 

 

Τον επόμενο χρόνο οι Swans κυκλοφόρησαν τον έκτο τους δίσκο, με τίτλο The Burning World (1989 – Uni), στον οποίο η μουσική τους απόκλιση από τους δίσκους του παρελθόντος έγινε ακόμα πιο έντονη. Η μελωδία έχει κατακλύσει πλέον τη μουσική τους, με τον οποιοδήποτε βαρύ ήχο και τα οποιαδήποτε noise ή industrial στοιχεία να απουσιάζουν εντελώς. Η μουσική έχει στραφεί προς πιο Rock / Folk / Country / Americana μονοπάτια με μια Goth αισθητική. Υπάρχουν βέβαια ωραίες μελωδίες και το βιολί είναι μια όμορφη προσθήκη, αλλά υπάρχει γενικά μια αίσθηση εμπορικότητας, με πολλές από τις μελωδίες να είναι γλυκανάλατες. Ο ρόλος της Jarboe έχει γίνει πλέον πιο σημαντικός και τραγουδάει σε αρκετά ήρεμα, μπαλαντοειδή κομμάτια.

 

 

 

Η εμπορική αποτυχία του The Burning World οδήγησε τους Swans στο να φύγουν από την Uni/MCA Inc. Μετά από αυτό ο Gira ίδρυσε τη δική του ανεξάρτητη εταιρία, την Young God, από την οποία θα κυκλοφορήσουν όλα τα υπόλοιπα άλμπουμ των Swans, με πρώτο το White Light from the Mouth of Infinity (1991 – Young God). Στο δίσκο αυτό έχουμε και πάλι μια μετατόπιση στον ήχο της μπάντας, καθώς η μουσική φεύγει από τα καθαρά Folk μονοπάτια και γίνεται σε πολλά σημεία πιο έντονη και δυναμική. Υπάρχουν πολλά μέρη που οι μελωδίες είναι πιο ανεβαστικές και έχουμε και επιστροφή της σκοτεινής ατμόσφαιρας, ενώ είναι και εμφανής μια πιο μελαγχολική και καταθλιπτική αισθητική που δίνει μια Goth πινελιά στη μουσική. Από την άλλη, τα πιο αργά και μελωδικά κομμάτια, δημιουργούν πολύ ωραίες μελωδίες που ταξιδεύουν τον ακροατή πάνω από όμορφα μουσικά ηχοτοπία.

 

 

Το “Love of Life” (1992 – Young God) είναι η φυσική συνέχεια του “White Light from the Mouth of Infinity”, όπως το “Holy Money” ήταν η συνέχεια του “Greed”. Τα κομμάτια είναι σαφώς πιο έντονα και κινούνται σε πιο ξεκάθαρα ροκ μονοπάτια, αφήνοντας το Folk και την Country εντελώς πίσω τους. Από την άλλη, το Love of Lifeείναι εκείνο το άλμπουμ που φλερτάρει περισσότερο από όλα με το είδος του Gothic, γεγονός που δίνει στη μουσική ακόμα μεγαλύτερη αίσθηση μελαγχολίας. Τα αργά μέρη, που τραγουδιούνται είτε από τον Gira είτε από την Jarboe, έχουν πολύ ωραίες μελωδίες που πλέον δεν έχουν καμία σχέση με τις γλυκανάλατες μελωδίες που ακούστηκαν στο The Burning World.

 

 

Μετά από ένα διάστημα 3 ετών, το μεγαλύτερο μέχρι στιγμής διάστημα ανάμεσα στην κυκλοφορία δύο άλμπουμ, οι Swans επιστρέφουν με τον ένατο δίσκο τους, το The Great Annihilator, στο οποίο θα έλεγε κανείς ότι συγκεντρώνονται τα στοιχεία των προηγούμενων δίσκων. Πολλά κομμάτια έχουν μια πιο ξεκάθαρη και συχνά up-tempo ροκ προσέγγιση, ενώ εδώ κι εκεί κάνουν δειλά την εμφάνισή τους και κάποια πιο Post-Punk στοιχεία. Η Gothic αισθητική, που αναπτύχθηκε στα δύο προηγούμενα άλμπουμ, κάνει την εμφάνισή της κι εδώ, ενώ ο ήχος είναι πιο σκοτεινός σε αρκετά κομμάτια. Από την άλλη, υπάρχουν και αργά κομμάτια, με πιο γλυκανάλατες μελωδίες, αλλά και πιο ατμοσφαιρικά σημεία με υπνωτιστικές και μυστηριώδεις μελωδίες, είναι όμως. γεγονός ότι ο δυναμισμός στη μουσική είναι κάτι που κυριαρχεί στο The Great Annihilator, με τις κιθάρες να είναι πιο βαριές και το drumming πιο δυναμικό.

 

 

Κάπου εδώ, ο Gira κατάλαβε ότι η μπάντα είχε φτάσει τα μουσικά της όρια και ότι δεν υπήρχε χώρος για πολύ εξέλιξη, κι έτσι αποφάσισε να βγάλει έναν τελευταίο δίσκο, προτού διαλύσει τους Swans. Ο δίσκος αυτός ακούει στο όνομα Soundtrack for the Blind και είναι μία τερατώδης κυκλοφορία δύο ωρών και είκοσι λεπτών, όπου συνοψίζεται όλη η πορεία των Swans από το 1982 μέχρι το 1996. Έχουμε και πάλι Punk / Rock καταστάσεις, με επιθετικά και δηλητηριώδη φωνητικά, Noise / Drone περάσματα, μεγάλες ατμοσφαιρικές συνθέσεις, όπου κυριαρχεί το ambient και μια πιο μινιμαλιστική προσέγγιση στη μουσική, αλλά και με πιο χαοτικό παίξιμο, ενώ θα ακούσουμε μέχρι και Industrial / Electro περάσματα. Και φυσικά, μιας και μιλάμε για δίσκο που περικλείει όλη την πορεία της μπάντας, θα ακούσουμε και πιο ήρεμα και μελωδικά κομμάτια, με πιο Rock / Country ρυθμούς, ενώ η χρήση sitar θα δώσει και μία πιο oriental αισθητική στη μουσική. Ένας πραγματικά υπέροχος δίσκος που θα ολοκληρώσει επιτυχημένα την πρώτη περίοδο των Swans.

 

 

Το 2009 ένα νέο αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Young God Records, όπου υπονοούταν ότι ο Gira ίσως αναστήσει την μπάντα, ενώ το 2010, ύστερα από μία παύση 13 ετών, οι λέξεις “Swans are not dead” εμφανίστηκαν στη σελίδα του συγκροτήματος στο My Space και στο Facebook. Τα τραγούδια που είχαν γραφτεί τα προηγούμενα 3 χρόνια δεν ταίριαζαν στο ύφος της προσωπικής μπάντας του Gira, τους Angels of Light, και ήθελε να επιστρέψει στην πιο έντονη και πιο επιθετική μουσική, που χαρακτήριζε τους Swans.

 

 

Η πρώτη στάση της νέας περιόδου των Swans, στην οποία η Jarboe δεν έλαβε μέρος, πήρε το όνομα My Father will Guide me up a Rope in the Sky (2010 – Young God) και με το που το ακούς είναι λες και κυκλοφόρησε λίγα χρόνια μετά το Soundtracks for the Blind. Πανέμορφα μουσικά και άκρως ατμοσφαιρικά ηχοτοπία αναμιγνύονται με την κλασική σκοτεινιά, που χαρακτηρίζει τους περισσότερους δίσκους τους, και με τις τυπικές λούπες. Ο καινούργιος αυτός δίσκος είναι και πάλι μία μίξη αργού και μελωδικού μαζί με ένταση και πολλές φορές χαοτικού και ψυχεδελικού παιξίματος. Οι δυνατοί ροκ ρυθμοί καλά κρατούν, ενώ υπάρχουν και στοιχεία noise, αλλά και μια punk διάθεση. Οι Swans επέστρεψαν και το έκαναν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

 

 

Δύο χρόνια μετά, οι Swans επιστρέφουν με τον δωδέκατο δίσκο τους, ένα δίωρο θηρίο, που ακούει στο όνομα The Seer (2012 – Young God). Ο Michael Gira, περιγράφοντας το δίσκο, λέει πως η μουσική του δίσκου αυτού είναι η αποκορύφωση όλων των προηγούμενων δίσκων του συγκροτήματος, αλλά και όλης της υπόλοιπης μουσικής που έκανε εκτός Swans. Ένας εξαιρετικός δίσκος που με τις μελωδίες του απορροφά τον ακροατή, ο οποίος, ανήμπορος πλέον, αφήνεται να παρασυρθεί από το χείμαρρο της μουσικής. Πανέμορφες μελωδίες, ταξιδιάρικοι ρυθμοί, άκρως ατμοσφαιρικά και ambient περάσματα, επαναλαμβανόμενες μελωδίες, είναι κάποια από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το δίσκο. Όμως ο Gira πετάει μέσα και στοιχεία ethnic, country και americana, ενώ πολλές φορές κυριαρχεί ένα συναίσθημα πνευματικότητας, με τα τραγούδια να θυμίζουν ψαλμωδίες. Ταυτόχρονα όμως η μουσική θα κάνει πέρασμα και από τα είδη του Rock, Doom, Noise και Punk, σε πιο έντονες και δυναμικές καταστάσεις. Όλες αυτές οι εναλλαγές, θα βρεθούν μαζεμένες σε τραγούδια μεγαθήρια, όπως στο ομώνυμο τριανταδιάλεπτο κομμάτι, στο δεκαεννιάλεπτο “A Piece of the Sky” και στο εικοσιτριάλεπτο “The Apostate”.

 

 

Με τον επόμενο δίσκο, το To Be Kind (2014 – Young God), οι Swans συνεχίζουν τη μουσική τους πορεία με ένα καινούργιο δίωρο τέρας, πατώντας στην εμπειρία όλων των προηγούμενων κυκλοφοριών, και δημιουργούν έναν ακόμα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Τα μεγάλα μελωδικά και ατμοσφαιρικά περάσματα, με μια συχνά μινιμαλιστική διάθεση στη μουσική, κυριαρχούν σε μεγάλο βαθμό, όμως φαίνεται ότι είναι έντονη η διάθεση και η όρεξη του να πηγαίνει ολοένα και συχνότερα η μουσική προς το Noise και την παραμόρφωση, το Rock με μία αμυδρή Punk διάθεση, αλλά και προς το απόλυτο χάος (βλέπε το τελευταίο μέρος του τελευταίου και ομώνυμου κομματιού). Θα ακουστούν επίσης συχνά και ηλεκτρονικά εφέ, samples, μέχρι και κάποια ίσως πιο Jazz φινιρίσματα.

 

 

Και φτάνουμε στην πιο πρόσφατη κυκλοφορία του συγκροτήματος, το The Glowing Man (2016 – Young God), για την οποία ο Michael Gira δήλωσε ότι πρόκειται για τον τελευταίο δίσκο που θα βγάλουν οι Swans υπό το τωρινό σχήμα, αν και στο μέλλον θα συνεχίσει να γράφει μουσική, υπό το όνομα Swans, αν και δεν έχει ιδέα ως προς το τι μορφή αυτή θα πάρει. Το The Glowing Man συνεχίζει την πορεία που διαγράφτηκε από το 2010 και μετά, αν και στη συντριπτική του πλειοψηφία ο δίσκος κυριαρχείται από ήρεμες επαναλαμβανόμενες μελωδίες, πότε ατμοσφαιρικές πότε μινιμαλιστικές και μερικές φορές με τη διακριτική συνοδεία Noise στοιχείων, δημιουργώντας έτσι μια όμορφη υπνωτιστική και ταξιδιάρικη ατμόσφαιρα, αλλά και ένα ταξίδι στον πνευματικό κόσμο. Προς το τέλος όμως, και συγκεκριμένα στο εικοσιεννιάλεπτο ομώνυμο κομμάτι, η ένταση παίρνει τα ηνία και η μουσική λαμβάνει ένα πιο ξεκάθαρο γκρουβάτο Rock ρυθμό και μία πιο πειραματική προσέγγιση, με χαοτικές, επαναλαμβανόμενες μελωδίες και τα κλασικά στοιχεία του Punk και του Noise.

 

 

Θα μου πείτε τώρα πιο είναι το συμπέρασμα που βγαίνει από αυτό το αφιέρωμα. Το συμπέρασμα είναι ότι ακόμα κι αν είσαι οπαδός της Ambient μουσικής ή της Country ή του μελωδικού Rock και το Punk και η Noise σου φαίνονται απλά θόρυβοι που σου τρυπάνε τα αυτιά, ή αν γουστάρεις με τρέλα το Noise, το Drone ή το Doom και η Americana και το Gothic σε κάνουν να βαριέσαι και σου φέρνουν υπνηλία, πρέπει να ακούσεις Swans και ακόμα περισσότερο πρέπει να τους δεις ζωντανά. Η μουσική ιδιοφυία, που ακούει στο όνομα Michael Gira, είναι συνώνυμο της μη-συμβατικότητας, καθώς δεν έδωσε ποτέ σημασία στο τι θέλουν οι άλλοι και απλά έκανε αυτό που ήθελε κι ένιωθε αυτός. Και αυτό είναι και το γοητευτικό με τους Swans. Κοιτώντας τη μακροχρόνια πορεία τους, καταλαβαίνεις ότι είτε μιλάμε για τις πρώτες βρόμικες και θορυβώδεις κυκλοφορίες, είτε μιλάμε για τις πιο αργές και πιο Drone, είτε μιλάμε για εκείνες τις πιο αργές, ατμοσφαιρικές, μελωδικές και πιο εμπορικές, το σίγουρο είναι ότι θα ακούσεις καλοδουλεμένη μουσική, που συνδυάζει επιτυχημένα πολλά διαφορετικά στοιχεία, γεγονός που προέρχεται από την ελευθερία που πάντα ένιωθε ο Gira σε σχέση με τη μουσική που δημιουργούσε. Οι Swans έρχονται στην Ελλάδα στις 3 και 4 Μαρτίου και ποιος ξέρει, ίσως είναι η τελευταία φορά που θα μπορέσουμε να τους δούμε; Ίσως πάλι και όχι. Θα ρισκάρατε να χάσετε το φαινόμενο που ακούει στο όνομα Swans;

 

Για το Rock Overdose,

Mίνως Ντοκόπουλος

 

 

 

 

 

 

 








Comments