Γενέθλια για τον Paul Di’Anno (ex-IRON MAIDEN), ο οποίος κλείνει σήμερα τα 60 του χρόνια!

Μπορεί στα 40 χρόνια καριέρας του να έχει ένα πλούσιο βιογραφικό, ο κόσμος όμως τον γνωρίζει ως τον πρώτο τραγουδιστή των Iron Maiden. Ο λόγος φυσικά για τον PaulDi’Anno, που κλείνει σήμερα τα 60 του χρόνια. Ο Paul Andrews, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο Λονδίνο, από πατέρα Βραζιλιάνο όπως έχει δηλώσει. Μεγάλωσε τρέφοντας ιδιαίτερη αγάπη για την punk μουσική και συγκροτήματα όπως οι Small FacesAC/DC,  Ramones και Sex Pistols. «Η Punk ιδέα πάντα με ακολουθούσε σε όλη τη ζωή μου, ήταν κάτι που δεν άλλαξε ποτέ. Αγαπώ αυτό το είδος μουσικής, απ’ αυτό προέρχομαι. Αισθάνομαι κάποιες φορές σαν να κοροϊδεύω τους φαν, γιατί παίζω heavy metal, ενώ είμαι punk τραγουδιστής», αναφέρει. Οι δύο φωνές που τον έκαναν να θέλει ν’ ασχοληθεί με το τραγούδι, ήταν αυτές των Bon Scott και  Steve Marriott. Ξεκίνησε έτσι απ’ την εφηβεία του να τραγουδά με διάφορα ροκ γκρουπ, συμπεριλαμβανομένου και ενός που ονομαζόταν “The pedophiles”, ενώ δούλεψε και ως σεφ και χασάπης. Λίγο αφότου έκλεισε τα 20 χρόνια του, το 1978, γνωρίστηκε με τον Steve Harris, σε μια pub, μέσω ενός κοινού φίλου που ήξερε ότι έψαχνε τραγουδιστή για την μπάντα του. Αποφάσισαν να κάνουν μαζί κάποιες πρόβες στις οποίες όλα τα μέλη των Iron Maiden εντυπωσιάστηκαν απ’ τις ικανότητες του Di’Anno, ενώ και στον τραγουδιστή άρεσε πολύ το υλικό του Harris. Με την μπάντα ηχογράφησε τόσο το ντεμπούτο όσο και το δεύτερο άλμπουμ της, ξεχωρίζοντας για την αποφασιστικότητα που έδειχνε επί σκηνής, όσο και την punk – blues χροιά της φωνής του. Τρία χρόνια αργότερα όμως, άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα με τον Di’Anno, αφού όπως έχει δηλώσει σε συνέντευξή του, σταμάτησε να είναι χαρούμενος και ήθελε να ξεφύγει, προσθέτοντας, πως έπαιρνε ναρκωτικά για να νιώσει καλύτερα και πως αδυνατούσε ν’ ανταπεξέλθει. Βέβαια σε άλλη του συνέντευξη, ισχυρίζεται πως δεν του άρεσε η τόσο μελωδική κατεύθυνση που έτεινε να πάρει η μουσική της μπάντας και η απομάκρυνση της απ’ το punk ύφος, οπότε άρχισε να τσαντίζεται και ήθελε να φύγει. Σύμφωνα με τους υπόλοιπους πάντως, ο τραγουδιστής δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την ολοένα αυξανόμενη επιτυχία του συγκροτήματος και υπήρχαν βραδιές που δεν ήθελε καν ν’ ανέβει στη σκηνή. Όπως και να’ χει η παρουσία του από ένα σημείο και μετά, έβλαπτε το βρετανικό γκρουπ, οπότε το διαζύγιο ήρθε αναπόφευκτα.

 

Πλέον, δηλώνει πως έχει μισήσει, σιχαθεί και κουραστεί να ερμηνεύει κομμάτια από τις μέρες του στους Maiden και πως γι’ αυτό τους έχει κάνει κάποιες αλλαγές, χωρίς αυτό όπως λέει, να σημαίνει ότι δεν είναι περήφανος για τα συγκεκριμένα τραγούδια. Δύο χρόνια μετά την απομάκρυνσή του, έκανε το πρώτο του project, μια εξαμελή μπάντα με τ’ όνομά του, που σημείωσε πολύ μικρή επιτυχία και διαλύθηκε μετά από μια σειρά εμφανίσεων, έχοντας πρώτα κυκλοφορήσει  ένα στούντιο άλμπουμ και δύο single. Ακολούθησε, ένα νέο project το 1985, οι Gogmagog, σε στυλ rock όπερας, όπου συμμετείχαν επίσης οι Neil Murray και Janick Gers. Κυκλοφόρησαν ένα μονάχα EP, που αν και συγκέντρωσε τους επαίνους των κριτικών, δεν πήγε καλά εμπορικά, οπότε το γκρουπ διαλύθηκε. Σχεδόν παράλληλα με τους Gogmagog, είχε ξεκινήσει ένα ακόμη project, τους Battlezone, για τους οποίους η επιτυχία ήρθε ουσιαστικά με το δεύτερο άλμπουμ τους, το 1987, όμως λόγω των ναρκωτικών και των εντάσεων στο εσωτερικό τους, τα περισσότερα μέλη τους αποχώρησαν, αφήνοντας τον τραγουδιστή μόνο του να τα βγάλει πέρα. Αν και προσέλαβε νέους μουσικούς, δεν υπήρχε σωστό management και οι Battlezone έπαψαν να υφίστανται. Συνέχισε, σχηματίζοντας τους Killers, στα τέλη του 1990, που έπαιζαν power metal και κυκλοφόρησαν τέσσερα άλμπουμ. Τον πρώτο καιρό, μια και δεν είχαν δικό τους υλικό έπαιζαν κομμάτια των Iron Maiden για τα οποία εκείνος είχε τα δικαιώματα και στη συνέχεια υπογράφοντας δισκογραφικό συμβόλαιο, άρχισαν να γράφουν δικές τους συνθέσεις. Το 2000, μετέβη στη Βραζιλία, όπου συνεργάστηκε με τον κιθαρίστα τον Paulo Turin και εγκαταστάθηκε στο São Paulo για κάποιο διάστημα. Ονόμασε το γκρουπ Nomad και με Βραζιλιάνους μουσικούς κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ με τίτλο “The living Dead”.

 

 

Το 2008, βρέθηκε στο νοτιοανατολικό τμήμα της Βραζιλίας, όπου περιόδευσε με τους RockFellas. Το Φεβρουάριο του 2011, καταδικάστηκε σε εννιάμηνη φυλάκιση, με κατηγορίες για απάτη  του Βρετανικού Δημοσίου, αφού έπαιρνε παράνομα επίδομα για πρόβλημα που αντιμετώπιζε στην πλάτη του και το οποίο υποτίθεται πως δεν του επέτρεπε να εργαστεί. Ο καλλιτέχνης 20 χρόνια πριν, είχε μπει ξανά στη φυλακή για αδικήματα σχετιζόμενα με οπλοκατοχή και ναρκωτικά.

 

Τέλος φέρεται να έχει έξι παιδιά, αλλά δεν έχει ξεκαθαρίσει ποτέ πόσες φορές έχει παντρευτεί.

 

 

Comments