Σαν σήμερα 77 χρόνια πριν, γεννήθηκε ο μοναδικός Ronnie James DIO, η φωνή του οποίου θα μείνει για πάντα χαραγμένη στο μυαλό & την καρδιά μας!

Αν η μοίρα δεν είχε τα δικά της σχέδια, σήμερα θα γιόρταζε τα 77α του γενέθλια και όσοι δεν είχαμε την τύχη, πιθανόν να είχαμε βιώσει την απίθανη εμπειρία ενός μαγικού ταξιδιού με την ασύλληπτη φωνή του. Κι όμως, η μέρα είναι γιορτινή, δε θα μπορούσε αλλιώς άλλωστε, αφού σαν σήμερα, στις 10 Ιουλίου του 1942, ήρθε στη ζωή μια από τις πλέον θρυλικές μορφές στην ιστορία της metal, o Ronnie James Dio. Το Rock Overdose, μας προσκαλεί να θυμηθούμε τη ζωή του αγαπημένου μας Dio, ανατρέχοντας στο αφιέρωμα που φιλοξενήσαμε με αφορμή το θάνατό του.

Οι λέξεις είναι λίγες, φτωχές για να μπορέσουν ν’ αποδώσουν τις διαστάσεις που αρμόζουν σε μια τρισμέγιστη καλλιτεχνική φυσιογνωμία σαν τη δική του.  Διάλεξε για ψευδώνυμο του, τη λέξη «Θεός» στα ιταλικά. Για όλους τους άλλους θα ήταν εξεζητημένο, μάλλον υπερβολικό, για εκείνον όχι… Η αιθέρια φωνή του μας μάγεψε για σχεδόν μισό αιώνα, φωνή ασύλληπτη που όμοια της δε θα υπάρξει ξανά, ενώ οι στίχοι του ταξίδεψαν τη φαντασία μας σε κόσμους αλλιώτικους, μοναδικούς. Ήταν αυτός χάρη στον οποίο ξαναγεννήθηκαν οι πατριάρχες του metal, Black Sabbath, ήταν αυτός που έβαλε την υπογραφή του σε μερικούς απ’ τους πιο διαχρονικούς ύμνους του ιδιώματος. Χαρακτήρας  ακέραιος, επαγγελματίας όσοι λίγοι, ένα ολόκληρο κεφάλαιο από μόνος του στην ιστορία της μουσικής, μια προσωπικότητα στην οποία όλοι υποκλίνονται και η οποία, λατρεύτηκε όσο λίγες, λατρεύεται και θα συνεχίσει να λατρεύεται το ίδιο θερμά, ακόμα κι αν σήμερα συμπληρώνονται τρία χρόνια που είναι μακριά μας.  Ο λόγος φυσικά για τον τρισμέγιστο Ronnie James Dio, που σαν σήμερα 16 Μαΐου, έχασε τη μάχη με τον καρκίνο, αφήνοντας πίσω ένα κενό καταδικασμένο να μείνει για πάντα ανεκπλήρωτο. Ήρθε στη ζωή στις 10 Ιουλίου του 1942 στο Portsmouth, του New Hampshire, με το όνομα Ronald James Padavona, αφού οι γονείς του ήταν ιταλικής καταγωγής. Ανατράφηκε σύμφωνα με τις αρχές των Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, κάτι που τον καταπίεζε και τον δυσαρεστούσε. Ξεκίνησε να παίζει τρομπέτα όταν ήταν πέντε ετών, κάτι που αποτέλεσε εξαιρετική εκπαίδευση γι’ αυτόν ως τραγουδιστής όπως λέει, αφού δεν έκανε ποτέ μαθήματα φωνητικής στη ζωή του. Για την ακρίβεια ήταν ο πατέρας του αυτός, που του είπε πως θα μάθαινε να παίζει κάποιο όργανο, επιθυμώντας για το γιο του να έχει ένα άλλο είδος παιδείας. Εκείνος προτιμούσε να γίνει παίχτης του baseball και στην αρχή ήταν απρόθυμος, αλλά τελικά δέχθηκε και επέλεξε την τρομπέτα. «Δεν ήξερα καν τι μουσικά όργανα υπήρχαν τότε, άνοιξα όμως το ραδιόφωνο και άκουσα κάποιον να παίζει τρομπέτα, οπότε είπα: ‘Αυτό μ’ αρέσει!’»  ήταν τα λόγια του, προσθέτοντας πως έκανε εξάσκηση για τέσσερις ώρες τη μέρα μέχρι που έκλεισε τα 17 του. Τα ακούσματά με τα οποία μεγάλωσε, προέρχονταν κυρίως από Pink Floyd, King Crimson και φυσικά Beatles. Αποφοίτησε απ’ το σχολείο το 1960 και στη συνέχεια παρακολούθησε το Πανεπιστήμιο του Buffalo, με ειδίκευση στον τομέα της φαρμακευτικής, αλλά διέκοψε τις σπουδές του προκειμένου να πραγματοποιήσει το μεγάλο του όνειρο, που δεν ήταν άλλο απ’ το να γίνει μουσικός.

Είχε ήδη ξεκινήσει την καριέρα του, απ’ το 1957, ενώ πήγαινε σχολείο ακόμα, από το Νεοϋορκέζικο σχήμα, The Vegas Kings, όπου έπαιζε και μπάσο το οποίο είχε μάθει ως αυτοδίδακτος στις αρχές της εφηβείας του. Ήταν εκείνη η εποχή που συνειδητοποίησε, ότι κάποιος δεν μπορεί να είναι καλός σε δύο πράγματα ταυτόχρονα, οπότε αποφάσισε να επικεντρωθεί στο τραγούδι. «Αποφάσισα ότι η χαρά μου ήταν να τραγουδάω, οπότε σταμάτησα να παίζω μπάσο». Οι The Vegas Kings, έχοντας μετονομαστεί σε Ronnie and the Redcaps, κυκλοφόρησαν δύο single, με τον μέχρι τότε Padanova, να έχει υιοθετήσει το ψευδώνυμο  Dio, με τις απόψεις να διίστανται, αφού η μια ιστορία τον θέλει να εμπνέεται απ’ τον Ιταλό μαφιόζο Johnny Dio και η άλλη απ’ την… γιαγιά του που του τόνιζε πως έχει θείο χάρισμα και πως θα έπρεπε να ονομάζεται “Dio”.  Μετά από διάφορες αλλαγές στο όνομα της, η μπάντα κατέληξε στο Electric Elves, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, δηλαδή τον καιρό που ο καλλιτέχνης, άρχισε να μυείται στη metal στάση ζωής, γοητευμένος από θέματα σκοτεινά και δυσοίωνα, που ταίριαζαν σύμφωνα με τον ίδιο, στην άλλη πλευρά του μυαλού του.  Οι Electric Elves, το ύφος των οποίων κινούνταν γύρω απ’ το rock και folk είδος, συντόμευσαν το όνομά τους σε The Elves και το διατήρησαν μέχρι τα μέσα του 1972, όταν κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ, ως Elf εν τέλει. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η μπάντα άνοιγε συχνά τις συναυλίες για τους Deep Purple και έβγαλε δύο δίσκους ακόμη, γεγονός που αποδείχθηκε καθοριστικό για τη συνέχεια του τραγουδιστή, αφού γνωρίστηκε με τον Ritchie Blackmore.

Ο κιθαρίστας, έχοντας απογοητευτεί από τους Deep Purple και στοχεύοντας στο επόμενο βήμα του, έψαχνε κάποιον που να γράφει και τραγουδάει,  τουλάχιστον ισάξιο του ταλέντου του και πολύ σωστά, επέλεξε τον Μεγάλο Κοντό για να συνεργαστούν οι δυο τους. Έτσι τον κάλεσε και του είπε πως ήθελε να ηχογραφήσει ένα τραγούδι με τη μορφή single, το “The Black Sheep of the family”. Όταν ο Dio του απάντησε πως λατρεύει τους Quatermass, οι δυο τους βρήκαν το πρώτο κοινό τους σημείο, ανακαλύπτοντας πολλά ακόμη στη συνέχεια. Ο Blackmore του πρότεινε να τζαμάρουν, εντυπωσιάστηκε απ’ τη φωνή του και κάπως έτσι πήραν από κοινού την απόφαση να ιδρύσουν ένα νέο συγκρότημα. Ο όρος που του έθεσε ο Dio, ήταν να πάρουν μαζί τους και τα μέλη των Elf. Με εξαίρεση τον κιθαρίστα τους, όλοι οι άλλοι προσλήφθηκαν και κάπως έτσι γεννήθηκαν οι Rainbow, το 1975.

Η συνεργασία τους αποδείχθηκε η ιδανική. Ο οξυδερκής μουσικός νους του Blackmore σε συνδυασμό με το στιχουργικό και το συνθετικό ταλέντο και φυσικά την απίστευτη φωνή του Dio, οδήγησαν στην κυκλοφορία τριών θρυλικών άλμπουμ, απ’ τα οποία γεννήθηκαν πραγματικοί ύμνοι για το heavy metal. Η φήμη του εκτοξεύθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο και όλοι μίλαγαν με τα καλύτερα λόγια γι’ αυτό το θρυλικό συνθετικό δίδυμο. Η επιθυμία όμως του κιθαρίστα να αλλάξει την μουσική κατεύθυνση των Rainbow, πιέζοντας τον ερμηνευτή να αλλάξει τη φανταστική θεματολογία των στίχων του και ν’ ασχοληθεί με πιο καθημερινά ζητήματα και  γενικότερα οι κυριαρχικές τάσεις του σχετικά με το ποιος έκανε κουμάντο στο συγκρότημα, ανάγκασαν τον Dio ν’ αποχωρήσει.

Η μοίρα τα κανόνισε έτσι, ώστε την ίδια εποχή, μέσα του 1979, ο Ozzy Osbourne εκδιωκόταν απ’ τους Black Sabbath. Η Sharon Arden (αργότερα Sharon Osbourne), κόρη του μάνατζερ των Sabbath, Don Arden, πρότεινε των πρώην τραγουδιστή των Rainbow, ως αντικαταστάτη του Ozzy Osbourne. Εκείνος σκεφτόταν να σχηματίσει μια μπάντα με το όνομά του, αλλά τελικά ανέβαλε το σχέδιο του και δέχθηκε τελικά να ενσωματωθεί στους Sabbath, τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Η διαφορετική του φωνή, η διαφορετική του προσέγγιση μουσικά, η διαφορετική του στάση, βοήθησαν το βρετανικό γκρουπ να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του και να τραβήξει και πάλι τον δρόμο προς την κορυφή. Η αλλαγή φάνηκε ολοκάθαρα, στο πρώτο άλμπουμ τους μαζί του, το “Heaven and Hell”, που κυκλοφόρησε μερικούς μήνες αργότερα. «Νομίζω ότι είχε να κάνει με το γεγονός, ότι ήμουν πολύ διαφορετικός απ’ τον Ozzy. Αυτή η διαφορετικότητα και το γεγονός ότι ήμουν περισσότερο συνθέτης απ’ ότι εκείνος, βοήθησε  να πάρει ένα νέο σχήμα η μπάντα. Αλλά δεν είχε να κάνει μόνο με ένα άτομο. Όλοι έκαναν πολύ καλή δουλειά για τον δίσκο». Μάλιστα η συγκεκριμένη δουλειά, μία απ’ τις σημαντικότερες και κλασσικότερες όλων των εποχών, ήταν η πιο αγαπημένη του καλλιτέχνη όπως είχε δηλώσει, όχι μόνο μουσικά αλλά γενικότερα για την όλη διαδικασία και τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες έγινε. Ακολούθησε το “Mob Rules”, στη συνέχεια όμως δημιουργήθηκε ένταση στο εσωτερικό τους, με αποτέλεσμα ο Dio να βρεθεί εκτός. «Την πρώτη φορά που έφυγα, ήταν λόγω μιας βλακείας για το live άλμπουμ που κάναμε, το “Live Evil”. Ο τεχνικός ήχου, έπινε ένα μπουκάλι Jack Daniels τη μέρα και είπε στον Tony και τον Geezer, πως νόμιζε ότι εγώ με τον Vinny, μπήκαμε κρυφά στο στούντιο και δυναμώσαμε τον ήχο απ’ τα φωνητικά και τα τύμπανα. Εκείνοι το πίστεψαν και έτσι ήρθε η ρήξη. Ήταν απολύτως αναληθές και εντελώς βλακώδες». Είχε έρθει πια η στιγμή για εκείνον να υλοποιήσει την ιδέα που στριφογύριζε χρόνια στο μυαλό του και να ιδρύσει την προσωπική του μπάντα, στην οποία συμπεριέλαβε τους Vinnie Appice, Vivian Campbell και Jimmy Bain. Δισκογραφικά, το ξεκίνημα των Dio, ήταν ονειρεμένο. Το “Holy Diver”, του 1983, έγινε καθρέφτης του αστείρευτου ταλέντου του μεγάλου frontman και φυσικά ένα απ’ τα διαχρονικότερα και κλασσικότερα άλμπουμ του είδους, κλείνοντας  αμέτρητα διαμάντια μέσα του και χαράζοντας το δρόμο για την λαμπρή συνέχεια.

Δύο χρόνια μετά, μας έδειξε πως πάνω απ’ όλα ήταν άνθρωπος, αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία για τη δημιουργία του project φιλανθρωπικού χαρακτήρα, “Hear N’ Aid”. «Οι Jimmy Bain και Vivian Campbell, ήρθαν, ενώ κάναμε το άλμπουμ “Sacred Heart” και μου είπαν όπως ήθελαν να κάνουν κάτι παρόμοιο με αυτό άλλων καλλιτεχνών που έκαναν τοRock Relief for Africa”. Ήθελαν τη metal εκδοχή του. Είχαν ξεκινήσει να γράφουν το τραγούδι και χρειάζονταν τη βοήθεια μου για να ολοκληρωθεί. Μου ζήτησαν να μιλήσω  σε μερικούς ανθρώπους ώστε να αναμιχθούν. Τηλεφώνησα σε λίγους και μετά ανέλαβε το management μου. Ήταν υπέροχο, κανείς μα κανείς δεν αρνήθηκε. Ήταν απίστευτο. Μια από τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου!» Απόδειξη της εκτίμησης και της αποδοχής που άπαντες έτρεφαν για το πρόσωπό του, ο Dio κατάφερε να συγκεντρώσει 40 από τους δημοφιλέστερους μουσικούς της hard rock και heavy metal για το single Stars ”, τα έσοδα από τις πωλήσεις του οποίου,(που μόνο τον πρώτο χρόνο άγγιξαν το ένα εκατομ. δολάρια) διατέθηκαν για την ανακούφιση των υποσιτιζόμενων παιδιών της Αφρικής.

Η σόλο καριέρα του, συνεχίστηκε με τα στούντιο άλμπουμ του να φτάνουν τα δέκα, ως το 2004 που ηχογραφήθηκε το τελευταίο, το “Master of the moon”. Στο μεταξύ, το 1991, επέστρεψε για μικρό διάστημα στους Black Sabbath και ηχογράφησε το “Dehumanizer”. Η παραμονή του όμως δεν ξεπέρασε τον ένα χρόνο, αφού διαφώνησε κάθετα με την ιδέα των υπολοίπων ν’ ανοίξουν τις συναυλίες του Ozzy, με αποτέλεσμα επέλθει και πάλι ρήγμα στις σχέσεις τους, οπότε και επέστρεψε στην προσωπική του καριέρα. Δεν έχασε ποτέ το πάθος του για τη μουσική και συνέχισε να είναι το ίδιο δραστήριος μέχρι που αρρώστησε.

Το 2006, επανενώθηκε με τη σύνθεση των Sabbath του 1981 και του “Mob Rules”, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία των Heaven and Hell, που το 2009, κυκλοφόρησαν το μοναδικό τους άλμπουμ, “The devil you know”. Επτά μήνες αργότερα,  η σύζυγός του, Wendy, ανακοίνωσε πως ο Dio έπασχε από καρκίνο του στομάχου στα πρώτα στάδια. «Όταν σκοτώσει αυτό το δράκο, ο Ronnie θα επιστρέψει στη σκηνή, εκεί όπου ανήκει, ώστε να κάνει αυτό που αγαπάει, να παίξει για τους οπαδούς του», πρόσθετε η ανακοίνωση. Είχε φτάσει Μάρτιος του 2010 και όλοι πιστέψαμε πως ο μεγάλος κοντός θα κατάφερνε να νικήσει την ασθένεια, αφού τα νέα στοιχεία για την κατάσταση του, ήταν αισιόδοξα. Η κατάσταση όμως ανατράπηκε, η υγεία του χειροτέρευσε και οι Heaven and Hell, αναγκάστηκαν να ακυρώσουν τις προγραμματισμένες εμφανίσεις τους. 16 Μαΐου του 2010, η είδηση του θανάτου του, ήρθε να συγκλονίσει και να βυθίσει στο πένθος ολόκληρη τη μουσική βιομηχανία. Ήταν 68 ετών. Άφησε πίσω του μια σπουδαία μουσική κληρονομιά, επηρέασε πλήθος άλλων τραγουδιστών, είτε της εποχής του, είτε μελλοντικούς και έγραψε ιστορία ως μια από τις σημαντικότερες και μοναδικές φωνές που πέρασαν απ’ τον πλανήτη.

Η είδηση του θανάτου του, ήταν αυτή που ενέπνευσε και τον δικό μας, Μανώλη Τσίγκο, να προχωρήσει στην υλοποίηση ενός πολύ αξιόλογου εγχειρήματος , του ετήσιου κορυφαίου φιλανθρωπικού θεσμού της ελληνικής hard σκηνής, “Rock ‘n’ roll children”, με τη συμμετοχή δεκάδων ελλήνων μουσικών, τα έσοδα του οποίου διατίθενται για φιλανθρωπικούς σκοπούς. «Μια ειλικρινής προσπάθεια να τιμήσουμε τη μουσική και τη φωνή του μεγαλύτερου hard rock/heavy metal τραγουδιστή που πέρασε/θα περάσει ποτέ από τούτο τον κόσμο» όπως λένε και οι ίδιοι στη σελίδα τους Facebook. Και δεν έχουν άδικο…  Αυτός  ήταν ο Dio, η μνήμη του οποίου θα ζει για πάντα στις καρδιές μας!

 

 

Από τη στήλη του Rock Overdose "Σαν Σήμερα"

 

Comments