Είναι πολύ έξυπνο όταν κάποιες μπάντες χρησιμοποιούν τίτλους για κάποιον δίσκο τους προκειμένου να αναδείξουν κάτι από την προσωπικότητα τους. Παράλληλα αυτόν τον τίτλο μπορεί να τον χρησιμοποιήσει και ο καθένας για προσωπικούς του λόγους. Ο τίτλος “Few Against Many” θα έλεγα ότι ταιριάζει απόλυτα στους Firewind, διότι εκεί που άλλες μπάντες συνεχίζουν να χτίζουν καριέρες πάνω σε ένα συγκεκριμένο μουσικό τέμπο, ασχέτως αν βγάζουν καλούς δίσκους, οι Θεσσαλονικείς σε κάθε δίσκο προσπαθούν να δώσουν κάτι διαφορετικό και για αυτό κάνουν τη διαφορά απέναντι σε πολλούς. Αυτή τη φορά, ναι, έδωσαν κάτι διαφορετικό από ότι θα μπορούσε να περιμένει κανείς.
Το “Few Against Many” ξεκαθαρίζει ότι οι μουσικοί που το έφτιαξαν δεν επιθυμούν να συγκαταλέγονται σε κάποια συγκεκριμένη ταμπέλα όπως αυτή του power metal. Θέλουν να παίζουν μουσική με ένα ελεύθερο στυλ, να γράφουν κομμάτια που θα τους επιβεβαιώνουν ότι λειτούργησαν ελεύθερα και όχι εγκλωβισμένοι σε κάτι για το οποίο έγιναν γνωστοί και φημολογούνται. Το επιπλέον στοιχείο που κάνει τον δίσκο σπουδαίο είναι η ποικιλομορφία στα κομμάτια, από τη μια η σκληρότητα και μελωδικότητα του “The Undying Fire” και από την άλλη η ξέφρενη εκρηκτικότητα του “Destiny”, ενός πολύ αντιπροσωπευτικού κομματιού του ήχου τους.
Πολλοί πιθανόν από τα παραπάνω να αναρωτηθείτε αν έχουμε να κάνουμε με ένα “Allegiance” part II, αλλά όχι. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων το “Few Against Many” ακολουθεί την βασική ιδέα οικοδόμησης των κομματιών που είχε προηγηθεί στο “Allegiance”, αλλά είναι σαφώς ένας πιο εξελισσόμενος δίσκος από τον προαναφερθέντα και υπάρχουν και άλλα πράγματα που τους διαχωρίζουν. Τα τραγούδια είναι πιο σκοτεινά στον ήχο και πιο βαριά, τα πλήκτρα απουσιάζουν, πέρα ολίγων στιγμών, αλλά δεν τα νοσταλγώ και οι κιθάρες δίνουν παράσταση riff – ολογίας. Ο Gus δημιούργησε πιο τεχνικά riffs, τα οποία ξεπετάγονται από παντού “Few Against Many”, “Another Dimension” (κομμάτι υψηλής τεχνικής), “No Heroes No Sinners”. Η μελωδία όμως δεν λείπει, καθώς είναι από τα σήματα κατατεθέντα των Firewind. Όσο για τα φωνητικά του Apollo, πιστεύω ότι έχει δείξει ποιος είναι, έχει κάνει και καλύτερες ερμηνείες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δείχνει αδυναμίες.

Θεωρώ επίσης ότι είναι μεγάλη τιμή για την μπάντα να έχουν καλεσμένους τους Apocalyptica στο “Edge of A Dream” έστω και αν το συγκεκριμένο τραγούδι δεν με συγκίνησε καθόλου. Ενώ λοιπόν είναι η μοναδική αδιάφορη στιγμή στον δίσκο, με το που μπαίνει το “Glorious” τα πάντα δοξάζονται και θα έλεγα μάλιστα ότι μέχρι και οι Whitesnake δοξάζονται. Ναι τέτοιες κομματάρες έγραφαν και οι Άγγλοι όταν ήταν νέοι πίσω στα ‘70s. Κομμάτι δυναμίτης! Από το riff του, το βασικό του rhythm section, το ρεφρέν μέχρι και το σόλο, μόνο δύναμη!
Ξέρω πολύ καλά ότι η σκληρότητα των πρώτων δίσκων εξελίχθηκε εδώ μέσα ακόμα καλύτερα και με βάση την εμπειρία της μπάντας, αλλά και την εξέλιξη της δημιουργικότητας του Gus G. Δεν ξέρω όμως αν είναι ο καλύτερος τους δίσκος και δεν ξέρω αν θα είναι και ο αιώνια αγαπημένος δίσκος της μπάντας στις τάξεις των οπαδών. Αυτό το αφήνω σε εσάς. Εγώ αυτό που κρατάω είναι η απόλαυση που παίρνω μέσα από την ενδότερη δύναμη του δίσκου.
Βαθμολογία: 90/100
Για το RockOverdose.gr: Γιάννης Κουτσουσίμος










