Η Jazz είναι από εκείνα τα είδη που είτε τα αγαπάς είτε δεν ασχολείσαι καθόλου μαζί του. Δεν είναι από εκείνες τις μουσικές που θα πεις “εντάξει μωρέ, αν τύχει και παίξει κάπου, θα ακούσω”, καθώς είναι ένα πολύ απαιτητικό είδος, που θέλει την αμέριστη προσοχή σου. Πάντως, αρέσει δεν αρέσει, είναι γεγονός ότι από την Jazz έχουν βγει τεράστιοι καλλιτέχνες, από όλα τα μέρη του κόσμου. Εγώ είμαι στην ομάδα εκείνων που την αγαπάνε, οπότε μόλις το μάτι μου έπεσε στο ντεμπούτο άλμπουμ των Αμερικανών Brain Tentacles, οι οποίοι χαρακτηρίζουν το άλμπουμ τους ως metallic jazz, το ανέλαβα δίχως δεύτερη σκέψη.
Οι Brain Tentacles μπορεί να είναι καινούργιοι, ως συγκρότημα, τα μέλη του όμως δεν είναι καθόλου καινούργιοι, αλλά βετεράνοι στο χώρο του metal. Πρόκειται για τους Bruce Lamont (Yakuza, Bloodiest, Corrections House), Dave Witte (Birds of Prey, Municipal Waste) και Aaron Dallison (Keelhaul, Axioma). Βέβαια εδώ δεν έχουμε ούτε Sludge, ούτε Post-Rock, ούτε Thrash, ούτε Death, ούτε Stoner, αλλά jazz-ίστικο πειραματισμό που συνοδεύεται πότε διακριτικά και πότε λιγότερο διακριτικά από τη Metal.
Όπως συμβαίνει στους περισσότερους δίσκους της Jazz, έτσι κι εδώ έχουμε κομμάτια που είναι πιο γρήγορα, σε φάση πειραματισμού/τζαμαρίσματος, και άλλα πιο ήρεμα, όπου το σαξόφωνο και το μπάσο δημιουργούν αργές και χαλαρωτικές μελωδίες, ενώ τα τύμπανα απλά συνοδεύουν τη μουσική. Υπάρχουν, όμως, στιγμές όπου ενώ η μουσική δεν είναι γρήγορη, τα τρία προαναφερθέντα όργανα καταφέρνουν, με την πιο jamming διάθεσή τους, να δημιουργούν μια τέτοια χαοτική ατμόσφαιρα με της μελωδίες τους, που λες και η μουσική γράφτηκε από κάποιον τρελαμένο μουσικό. Και αυτή η δόση τρέλας, γίνεται ακόμα πιο έντονη όταν μπαίνουν και τα φωνητικά, τα οποία είναι τραχιά και φωναχτά, δίνοντας μια πινελιά Black στη μουσική, τα οποία όμως ακούγονται από το βάθος, πίσω από το γενικότερο χαμό.
Πάντως, όλα τα λεφτά είναι στις πιο up-tempo στιγμές, όπου σαξόφωνο, μπάσο και τύμπανα επιδίδονται σε φρενήρεις ρυθμούς και καταφέρνουν να δημιουργήσουν ακόμα πιο χαοτικές μελωδίες, τις οποίες ο ακροατής ακούει με το στόμα ανοιχτό, χωρίς να καταλαβαίνει από πού του έσκασε αυτή η μουσική. Και είναι κάπου εκεί, που η μεταλλική πλευρά του άλμπουμ ζηλεύει, τα παίρνει στο κρανίο και θέλει και αυτή να τα δώσει όλα. Και έτσι έχουμε το “The Sadist”, όπου το μπάσο και τα τύμπανα, σχεδόν σε ταχύτητες blast beat, ξεχύνονται και αφήνουν το σαξόφωνο να προσπαθεί να συμβαδίσει.
Πέρα, όμως, από αυτή την τζαζομεταλλική κατάσταση, οι Brain Tentacles βάζουν και κάποια άλλα στοιχεία στη μουσική τους, εμπλουτίζοντάς την με ευχάριστο τρόπο. Για παράδειγμα, σε ορισμένα αργά σημεία, ξεφεύγουμε από τα όρια της Jazz, καθώς το μπάσο, τα πλήκτρα, αλλά και τα αργά, μελωδικά φωνητικά, δημιουργούν μια πιο σκοτεινή/ambient ατμόσφαιρα. Επίσης, κάποιες φορές, τα πλήκτρα θα βγουν και αυτά μπροστά με τις ηλεκτρονικές μελωδίες και τα εφέ τους, όπως συμβαίνει στο εννιάλεπτο “Cosmic Warriors Girth Curse”, όπου μάλιστα η μουσική φέρνει και προς το Drum ‘n’ Bass. Τέλος, σε κάνα δυο σημεία, θα ακούσουμε και λίγο πιο ethnic groovy μελωδίες, που δίνουν μία εντελώς διαφορετική κατεύθυνση στη μουσική, έστω και αν διαρκούν λίγο.
Οι Brain Tentacles κατάφεραν με την πρώτη τους, ομώνυμη δουλειά, να τραβήξουν τα αυτιά του κόσμου πάνω τους, καθώς είναι αλήθεια ότι μας προσφέρουν κάτι το διαφορετικό, κάτι που δεν ακούγεται συχνά, αν και θα έπρεπε να είχαμε περισσότερα συγκροτήματα που να ασχολούνται με τέτοιου είδους δουλειές. Με την εμπειρία που έχουν αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια οι συγκεκριμένοι μουσικοί, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα δίσκο, όπου Jazz και Metal παντρεύονται με πολύ ωραίο τρόπο και ακούγονται λες και είχαν γεννηθεί η μία για την άλλη, αποδεικνύοντας για ακόμα μια φορά ότι η Metal δεν δένει υπέροχα μονάχα με την κλασσική μουσική. Οι μεταλάδες με ανοιχτούς ορίζοντες και οι φίλοι της Jazz, που δεν είναι όμως αρνητικοί προς τη Rock και την Metal, θα πρέπει να σπεύσουν και να ακούσουν το “Brain Tentacles”.
Για το Rock Overdose,
Μίνως Ντοκόπουλος


