DREAM THEATER – “Parasomnia”

Συντάκτης: Άγγελος Κατσούρας 

 

Με δεδομένο ότι μιλάμε με χαρακτηριστική ευκολία για την μεγαλύτερη κυκλοφορία της χρονιάς στον μεταλλικό ήχο από άποψη ονόματος, κατανοείτε ότι υπάρχει μία έξτρα ευθύνη κι ότι δε μπορούμε απλά να πούμε το μακρύ και το κοντό μας, καθώς εκατομμύρια κόσμου περιμένουν αυτόν τον δίσκο ως μάννα εξ’ουρανού κι ως γη και ύδωρ, ειδικά μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στις τάξεις του συγκροτήματος. Η πολυπόθητη επιστροφή του Mike Portnoy στο συγκρότημα είναι ο μέγιστος πόλος έλξης κακά τα ψέματα. Το περίμεναν όλοι οι προαναφερθέντες εκατομμύρια κόσμου εδώ και 15 χρόνια περίπου και στο άκουσμα της είδησης και μόνο, αναθάρρησαν μέχρι και όσοι είχαν εγκαταλείψει το συγκρότημα μέσα στα χρόνια. Οι Dream Theater όπως κάθε τεράστιο συγκρότημα, συγκέντρωσαν υπέρμετρη λατρεία και απύθμενο μίσος ταυτόχρονα. Πολλοί είναι αυτοί που τους θεωρούν απαραίτητους όπως την ανάσα που παίρνουν, πολλοί επίσης τους θεωρούν υπερεκτιμημένους, πρηξαρχίδες, επιδειξίες, ανέμπνευστους και διάφορα άλλα όμορφα κοσμητικά. Φτάσαμε στον εορτασμό 40 ετών από τότε που ο κύριος πυρήνας της μπάντας, δηλαδή οι Mike Portnoy, John Petrucci και John Myung, σχημάτισαν τους Majesty to 1985, ο Kevin Moore δεν είναι μαζί τους εδώ και 30 χρόνια, ενώ ο Charlie Dominici δεν είναι γενικώς εδώ δυστυχώς εδώ και 15 μήνες, καθώς έφυγε από τη ζωή το Νοέμβριο του 2023. 

 

Ο 16ος δίσκος των Dream Theater πρόλαβε να σηκώσει ήδη θύελλα αντιδράσεων, θετικών για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κι αρνητικών για το ΑΙ εξώφυλλο όπου έχουν κατακεραυνωθεί ποικιλοτρόπως. Δε θα πω ότι διαφωνώ πολύ μ’αυτό, καθώς μια μπάντα του δικού τους βεληνεκούς μπορούσε και όφειλε να έχει το εξώφυλλο ενός καλλιτέχνη, από την άλλη, θα μου επιτρέψετε να μη σταθώ καθόλου σ’αυτό, καθώς αυτό που μετράει είναι μόνο το περιεχόμενο. Είμαι βέβαιος ότι όλοι σας έχετε δει εξωφυλλάρες που οι δίσκοι δεν ακούγονται, όπως και εξώφυλλα που είναι για γέλια και το περιεχόμενο είναι 11/10. To “Parasomnia” που έχει να κάνει γενικά με την παραϋπνία και τις όλες διαταραχές ύπνου στους παθόντες αυτής, είναι ένα βαρύτατο και άκρως σκοτεινό ατμοσφαιρικά άλμπουμ που διακατέχεται από φρεσκάδα, που έχει δουλευτεί πολύ προσεκτικά όπως θα διαπιστώσετε σχετικά άμεσα και που έχει το καλό ότι παρότι δίσκος Dream Theater με την όλη τεχνική κατάρτιση που τους συνοδεύει στις δεκαετίες, είναι εύκολο σχετικά στην κατανόηση και αφομοίωση του. Ας μη γελιόμαστε με αναλύσεις επί αναλύσεων, οι συνεχείς ακροάσεις το μόνο που θα ενισχύσουν είναι το νόημα που θα βγει από την πολύ πρώτη ακρόαση, που θα σας δημιουργήσει χαμόγελο. Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στον Mike Portnoy για 2 λόγους συγκεκριμένους:

 

1) Το παίξιμο του ανεβάζει τον δίσκο πολλά επίπεδα πάνω. Δεν είναι τυχαίο ότι μας έλειπε όλα αυτά τα χρόνια ο ήχος του. Επίσης δεν είναι τυχαίο που ο άλλος μέγας Mike που πήρε τη θέση του, ο ενδεχομένως αδικημένος Mangini, δε μπόρεσε ποτέ να γεμίσει τα παπούτσια του πλήρως, ενώ ίσως κανείς άλλος δε θα ήταν τόσο συμβατός με τη θέση εκείνη την εποχή. Δε μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς το συναίσθημα που νιώσαμε στο πρώτο δείγμα του δίσκου με το “Night Terror”, όπου σκάνε οι μπαγκέτες του Portnoy και ξαφνικά γεμίζει ένα κενό 15 ετών σαν να μην πέρασε μία μέρα. Γενικώς λοιπόν, ο Mike ο αυθεντικός, εδώ πέρα συμβάλλει τα μέγιστα στον ήχο των Dream Theater, που ούτως ή άλλως βρισκόντουσαν σε φόρμα και έτσι το “Parasomnia” είναι ο δίσκος, που θα τους επιτρέψει για πρώτη φορά μετά το 2003 να έχουν μια φοβερή τριάδα δίσκων, δίπλα στα “Distance Over Time” και “A View From The Top Of The World”.

 

2) Το γεγονός της επιστροφής του δεν πρέπει να παγιδεύσει τους ακροατές ότι είναι ο κύριος λόγος να ασχοληθούν με τον δίσκο. Το αποτέλεσμα θα ήταν εξίσου σπουδαίο και χωρίς αυτόν, απλά δε θα υπήρχε αυτό το μοναδικό άγγιγμα του.

 

Και τώρα που τα ξεκαθαρίσαμε όλα, ας πάμε στο κυρίως πιάτο του “Parasomnia”. 8 τραγούδια, 71’ και κάτι διάρκειας, αν μη τι άλλο χορταστικότατος δίσκος για διάφορες ερμηνείες και γνώμες. Ξεκίνημα με ψαρωτικό instrumental το οποίο θα ήθελα πολύ να ήταν κανονικό κομμάτι, το “In The Arms Of Morpheus”, το οποίο σε βάζει από τον τίτλο και μόνο στο όλο τριπάκι της θεματολογίας του δίσκου. HEAVY as fuck ξεκίνημα που δείχνει και τη διάθεση τους να μη συμβιβαστούν σε κάτι εμπορικό και που ειδικά από το “Scenes From A Memory” και μετά, τους συνοδεύει όλο και περισσότερο σε κάποια άλμπουμ. Ακολουθώντας τα ήδη γνωστά “Night Terror” και “A Broken Man”, ο ακροατής προσαρμόζεται κάπως πιο εύκολα γνωρίζοντας τα 2 αυτά κομμάτια, και αντιμετωπίζει το υπόλοιπο περιεχόμενο με ενδιαφέρον. Καίριο και κρυφό αουτσάϊντερ κομμάτι του δίσκου είναι το “Dead Asleep” στο οποίο το συγκρότημα καταθέτει στο τραπέζι τα βαριά χαρτιά του και ξεπερνάει τα 11’, χωρίς όμως να σε κουράζει, αντίθετα χτίζεται με μεγάλη υπομονή και δείχνει την ουσία αυτών των 40 ετών της μπάντας από τα γεννοφάσκια της μέχρι σήμερα. Έτσι τελειώνει το πρώτο μισό του δίσκου με το θετικότερο δυνατό τρόπο και προετοιμάζεσαι ανάλογα για το δεύτερο μισό.

 

Ένα δεύτερο μισό που ξεκινάει με το -ίσως;- κομμάτι που θα τραβήξει πολύ άμεσα την προσοχή στην πρώτη εμπειρία με τον δίσκο, το “Midnight Messiah”. Ξεκάθαρο Metallica worship και δε θέλει πολύ να καταλάβεις ότι εδώ το χεράκι του το έβαλε ο ίδιος ο Portnoy λίγο παραπάνω από ότι στα υπόλοιπα, κομματάρα βγαλμένη από vibe “Train Of Thought”/”Systematic Chaos” εποχών και που είναι το πιο άμεσο στο δίσκο. Το ιντερλούδιο “Are We Dreaming?” οδηγεί στο άκρως συναισθηματικό “Bend The Clock”, μία από τις κορυφαίες “ήρεμες” στιγμές της ιστορίας της μπάντας, με το λυρισμό και την φοβερή ανάπτυξη να δημιουργούν θύμησες από άλλες εποχές. Αν και θεωρώ ότι με ένα “κανονικό” κι όχι τόσο ήρεμο κομμάτι στη θέση του ο δίσκος θα ανέβαινε κι άλλο, δε μπορώ να μην το χαρακτηρίσω σπουδαίο και ως ένα από τα κομμάτια που θα μείνουν στον ακροατή. Και το τέλος είναι απλά μεγαλειώδες, δε μπορώ να το θέσω διαφορετικά. Τα σχεδόν 20’ του “The Shadow Man Incident”, όπου και υποθέτω αναφέρονται στην φιγούρα τέρμα δεξιά στο εξώφυλλο δίπλα στην ανοιχτή πόρτα, είναι το επιστέγασμα της σπουδαίας δουλειάς που έγινε στον δίσκο. Ξεκινάει και με ένα riff ΤΕΡΜΑ “In The Name Of God”, άρα κάπου εκεί σκέφτεσαι “δε μπορεί να πάει λάθος αυτό”.

 

Στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου γίνεται ο χαμός ο ίδιος. Η χαρά όσων τους χαρακτηρίζουν επιδειξίες θα είναι αυτό το έπος, με τη μπάντα να γλεντάει κόσμο και κοσμάκη και να μας προσφέρει ένα από τα κορυφαία τεράστια κομμάτια της ιστορίας της. Τρομερή ανάπτυξη σε κάθε λεπτό και κλείσιμο μεγαλεπήβολο, όπως αξίζει σε αυτόν τον δίσκο. Λίγο πριν το 3ο λεπτό του κομματιού που μπαίνει το κύριο θέμα, αρχίζει το κρεσέντο απλώματος της δομής του και ο ακροατής κάπου αρχίζει και σχηματίζει ένα μεγάλο χαμόγελο, για τον φανατικό οπαδό δεν το συζητώ, προβλέπω δάκρυα πληρότητας, που θα σχηματίσουν ποτάμια. Όπως και στο ξέσπασμα μετά το 7ο λεπτό που αλλάζει άρδην το κομμάτι, από εκεί κι έπειτα ακολουθεί πανηγύρι άνευ προηγουμένου με την τελική γεύση του δίσκου να είναι η καλύτερη δυνατή, το tango πέρασμα στο τέλος είναι το κερασάκι στην τούρτα και ήδη ακούω πολλά ΝΑΙ και φαντάζομαι υψωμένες γροθιές στον αέρα ως πιο “ψύχραιμες” ας πούμε αντιδράσεις όταν τελικά η κυκλοφορία θα είναι φουλ διαθέσιμη. Από τη μεριά μου οφείλω να πω ότι δε χρειάζονται υπερβολές καθώς τα πράγματα με το “Parasomnia” είναι πιο απλά απ’όσο θέλετε να πιστεύετε και σε αντίθεση με ίσως ό,τι περιμένατε, δε θα το αναλύσω πολύ και θα αφήσω να μεγαλώσει μέσα σας με τον τρόπο του.

 

Σε ό,τι αφορά εμένα καθαρά, μιλάμε για ένα σπουδαίο άλμπουμ, ανάλογα σπουδαίο των δυο προηγούμενων ήδη “κοιτάζω μπροστά” άλμπουμ τους και σίγουρα άξιζε ο ντόρος γύρω από την αναμονή του. Είναι τέλειο; Όχι δεν είναι, δεν πιάνουμε “Train Of Thought” και πιο πίσω χρονικά μεγαλείο, δεν είναι τόσο άρτιο και αψεγάδιαστο όσο το “A Dramatic Turn Of Events” (το τελευταίο τους 10αρι) αλλά είναι εύκολα καλύτερο από τουλάχιστον 5 άλμπουμ τους, που αν το βάλετε πάνω από τα 2 προηγούμενα γίνονται άμεσα 7, κι αν ακούγοντας το γουστάρετε τόσο πολύ, πάει ακόμα πιο πάνω, άρα τοποθετείται ιεραρχικά σχετικά εύκολα στη μέση της δισκογραφίας τους (λίγο πάνω/κάτω, ανάλογα τα γούστα) μία δισκογραφία 16 δίσκων που τουλάχιστον τα μισά αυτών θα πουλούσαν οι περισσότεροι εκεί έξω την ψυχή τους στο διάολο για να τα σκεφτούν, πόσο μάλλον να τα εκτελέσουν. Ο βαθμός που θα βάλω θα’ναι καθαρά αυστηρός, θα μπορούσε να είναι στρογγυλοποιημένος προς τα πάνω εύκολα, αλλά προτιμώ να του βάλω κάτι λιγότερο και για μια φορά να με κράξετε, παρά να παρασυρθώ από τη χαρά της επιστροφής και να αποδειχθεί ότι δεν είχα καθαρό μυαλό. Σίγουρα δε θα το έχω στη λίστα της χρονιάς με δεδομένο ότι όλοι μου οι δίσκοι 20αδας τα τελευταία χρόνια είναι 9/10 στην χειρότερη, αλλά δεν έχει απολύτως καμία σημασία, καθώς το χάρηκα με την ψυχή μου και πήρα ακριβώς ό,τι περίμενα, και ίσως και κάτι παραπάνω.

 

Βαθμολογία: 85/100


Συντάκτης: Μιχάλης Τσολάκος

 

H κυκλοφορία κάθε νέου δίσκου του μέγιστου αυτού συγκροτήματος είναι από μόνη της ένα από τα νέα της χρονιάς. Είχαμε λοιπόν την τύχη να ακούσουμε σχετικά νωρίτερα μια από τις πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες. Αν βάλει κανείς στο κάδρο και τον παράγοντα της επιστροφής του Mike Portnoy στη φυσική του θέση ή καλύτερα στον ολόδικό του θρόνο, τότε σίγουρα το “Parasomnia” (16ο πλήρες άλμπουμ της μπάντας) είναι η δουλειά που όλοι σχεδόν περίμεναν λίγο παραπάνω από τις υπόλοιπες. Και φυσικά οι Dream Theater είναι στο επίκεντρο του metal σύμπαντος, ευτυχώς για τους σωστούς λόγους. Η λέξη parasomnia, για να ξετυλίξουμε το κουβάρι του δίσκου, είναι ένας ιατρικός όρος που χρησιμοποιείται για διάφορες ενοχλητικές διαταραχές που σχετίζονται με τον ύπνο.

 

Υπνοβασία, υπνική παράλυση και νυχτερινός τρόμος είναι μερικές από αυτές και όπως θα διαβάσετε παρακάτω, όλα αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη θεματολογία των στίχων και τίτλους κομματιών. Πρώτος δίσκος με Portnoy ξανά λοιπόν αδέρφια μετά από το “Black Clouds & Silver Linings” του 2009 κι από τότε θα πει κανείς ότι πολλά άλλαξαν. Στην πραγματικότητα όμως όχι, για τους Αμερικάνους ηγέτες του προοδευτικού ήχου δεν άλλαξε σχεδόν τίποτε, πέραν της αποχώρησης του άλλου Μιχάλη, του Mangini. Η σύνθεση της μπάντας παρέμεινε αναλλοίωτη, η συνέπεια τους στη δισκοφραφία και τις ζωντανές εμφανίσεις σταθερή και οι δίσκοι τους από καλοί μέχρι όσο θέλει ο καθένας.

 

Από το “A Dramatic Turn Of Events” ως και το “A View From The Top Of The World” έχω μόνο ωραίες στιγμές να θυμάμαι και να ακούω, οπότε θα αποφύγω οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ του υπό παρουσίαση άλμπουμ και κάποιου από το παρελθόν. 8 νέα κομμάτια λοιπόν, με την έναρξη να δίνεται με το “In The Arms Of Morpheus”, το οποίο λειτουργεί πιο πολύ σαν εισαγωγή, καθότι οργανικό, και πρόκειται για ένα ζεσταματάκι της ομάδας προτού βγει στον αγωνιστικό χώρο. Πραγματικά, το συγκεκριμένο κομμάτι, χωρίς να είναι κάτι ιδιαίτερο σαν σύνθεση, δείχνει πως τα μέλη βρίσκουν τη χημεία τους με τη μία, σαν να μη χώρισαν ούτε μια μέρα. Ακολουθεί ένα μουσικό ταξίδι για τα επόμενα 71 λεπτά, όπου οι 5 φίλοι μπαίνουν ταυτόχρονα στην νέα εποχή.

 

Μια τολμηρή εποχή που στόχο έχει να παρουσιάσει μερικές από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας τους. Φροντίζουν να αξιοποιήσουν τις αναμνήσεις του παρελθόντος, αλλά και να δείξουν που βρίσκονται τώρα. Συνέχεια στο δίσκο, όπου οι περισσότεροι ίσως έχετε ακούσει το “Night Terror” από το διαδίκτυο, οπότε ξέρετε περί τίνος πρόκειται. Εξαιρετική σύνθεση, 9:55 διάρκεια, απόδοση άρτια, ρεφρέν που σου μένει και το κυριότερο: αισθάνεσαι σαν ακροατής πως αυτό τους βγαίνει αβίαστα. Οι τύποι γράφουν τέτοια κομμάτια για πλάκα. Βέβαια, ούτε ο Portnoy, ούτε τα υπόλοιπα μέλη ήταν άπραγοι για πολύ καιρό, εντός κι εκτός Dream Theater. Όλοι έκαναν λίγο-πολύ τα δικά τους και η τριβή που είχαν με το progressive metal του σήμερα ανά τα χρόνια ήταν μεγάλη.

 

Τα “A Broken Man” και “Dead Asleep” είναι συνθέσεις που βοηθούν το άλμπουμ να ρέει ευχάριστα, ξεκινάνε κλασικά με riff-oλογία John Petrucci και Portnoy να μπαίνουν δυναμικά, κατόπιν έρχεται η σειρά του LaBrie, ενώ John Myung και Jordan Rudess προσθέτουν και χτίζουν μέσα στα κομμάτια. Βέβαια, αμφότερα σαν συνθέσεις δεν είναι κάτι το συγκλονιστικό, αλλά μην τρελαθούμε κιόλας, ήδη είμαστε στη μέση του δίσκου και πολύ ικανοποιημένοι. Το “Midnight Messiah”, που ακολουθεί, είναι από τις κορυφαίες συνθέσεις του δίσκου μαζί φυσικά με το “Night Terror”. Κομμάτι που γράφτηκε για να παίζεται ζωντανά, θα αγαπηθεί σίγουρα διότι δανείζεται όλα τα καλά στοιχεία από το παρελθόν και το παρόν των Dream Theater και ακούγεται metal όσο δεν πάει.

 

Το "Αre We Dreaming?" είναι απλά η εισαγωγή για τη μπαλάντα του άλμπουμ, το υπέροχο "Bend The Clock". Ρower-ballad μιας άλλης εποχής, με τη ζεστή χροιά του James, το λυρισμό και τη μελωδία της. Αναγκαίο να υπάρχει ένα τέτοιο κομμάτι στο “Parasomnia”, κυρίως για να σε χαλαρώνει πριν το κλείσιμο. Ένα κλείσιμο που έρχεται με το, επικών διαστάσεων κομμάτι, "The Shadow Man Incident", ένα έπος των 19:32 λεπτών, από αυτά τα μεγάλα και περιπετειώδη κομμάτια που τρελαίνονται να ακούνε οι οπαδοί των Αμερικάνων. Αλλεπάλληλα riffs, αφηγηματικός LaBrie, επιρροές από Pink Floyd, αλλαγές ρυθμών, Rudess σε μεγάλα κέφια και Portnoy/Myung να παίρνουν φωτιά, όλα αυτά μαζί κάνουν απολαυστική μέχρι και την τελευταία νότα ακρόασης.

 

Nα προσθέσουμε επίσης ότι το άλμπουμ αυτό είναι το πρώτο που δε συναντάμε τον Portnoy σαν συμπαραγωγό από το “Falling Into Infinity” και μετά. Επίσης, τα 71:15 λεπτά μουσικής του, ντύνονται από το εξώφυλλο που επιμελήθηκε ο Hugh Syme (βλ. Rush, “The X Factor”, “Octavarium”, “Countdown To Extinction”). Kαταλήγοντας λοιπόν, το “Parasomnia” είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ και αυτό μετά από πολύ αυστηρές ακροάσεις κι ακόμα αυστηρότερη κριτική. Ίσως να μην είναι το εξαιρετικό δημιούργημα, αριστούργημα ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, που ορισμένοι αθεράπευτα ρομαντικοί να περίμεναν μετά την επιστροφή Portnoy και τον εορτασμό 40 χρόνων της μπάντας. Όλος αυτός ο θόρυβος δεν άξιζε, ΑΛΛΑ σε αυτό δεν φταίει ούτε το συγκρότημα και φυσικά ούτε το “Parasomnia”.

 

Τίποτα δε θα του αφαιρέσει κάτι από την αξία του κι ας μην μας έπεσαν και τα σαγόνια ακούγοντάς το. Αυτά έχουν πέσει πολλάκις στο παρελθόν κι ελπίζουμε να ξαναπέσουν το καλοκαίρι, που θα τους ξαναδούμε σε ελληνική σκηνή. Μέχρι τότε, ακούστε προσεκτικά το άλμπουμ και κρίνετέ το όπως σας βγει από την ψυχή σας. Εγώ, σίγουρα θα το τοποθετήσω πλάι στο “A View From The Top Of The World”.

 

 

Βαθμολογία: 75/100


Συντάκτης: Άγγελος Χατζηγιάννης 

 

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Dream Theater. Ένα συγκρότημα-σταθμός που δε χρειάζεται καμία εισαγωγή ή συστάσεις στον κόσμο του μετάλλου, οπότε δε θα αναλωθώ σε ανούσιες αναδρομές και θα μπω κατευθείαν στο ψητό.

 

Όταν με χαρά πληροφορηθήκαμε τον Οκτώβρη του 2023 ότι ο τεράστιος Mike Portnoy επιστρέφει πίσω από το drumkit για πρώτη φορά μετά το 2009 και το “Black Clouds & Silver Linings”, ήταν απλά θέμα χρόνου μέχρι να γίνει γνωστό ότι το κλασσικό lineup της θρυλικής αυτής μπάντας δουλεύει πάνω σε υλικό για έναν νέο studio δίσκο. Το 16ο κατά σειρά άλμπουμ των prog metal κολοσσών αναμένεται τον Φλεβάρη του 2025, ένα έτος που συμπίπτει με την επέτειο 40 χρόνων από την ίδρυσή τους στο κολέγιο Berklee, τότε ως Majesty.

 

Η παραϋπνία -αγγλιστί Parasomnia- είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μία σειρά ακούσιων υπνικών διαταραχών, όπως η υπνική παράλυση, οι νυχτερινοί τρόμοι και η υπνοβασία. Η επιλογή αυτή λοιπόν ως τίτλο του άλμπουμ, σε συνδυασμό με το ανατριχιαστικό κι απόκοσμο εξώφυλλο, προδιαθέτει σε πολύ σκοτεινά μονοπάτια και «βαριά» θεματολογία.

 

Με μια γρήγορη ματιά στο tracklist και τη διάρκειά του δεν παρατηρούμε καμία διαφοροποίηση στο μοτίβο που έχει παγιωθεί τα τελευταία 20 χρόνια, με μοναδική εξαίρεση το -εγκληματικά παραγνωρισμένο κατ’ εμέ- “The Astonishing” του 2016, το οποίο βέβαια αποτελεί μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

 

Το ορχηστρικό overture “In The Arms Of Morpheus” εισάγει το ευρύτερο concept του δίσκου, που επικεντρώνεται γύρω από τις σκοτεινές σκέψεις που κάνουμε όταν πέφτουμε για ύπνο, και από την πρώτη του νότα γίνεται αμέσως αντιληπτή μια διαφορετική αύρα σε σύγκριση με τις δύο τελευταίες «χλιαρές» κυκλοφορίες τους. Αυτό πιθανότατα οφείλεται στην επάνοδο του Portnoy και, παρ’ όλο τον σεβασμό που τρέφω προς το πρόσωπο του Mike Mangini, τα τύμπανα του Portnoy έχουν διαφορετική αίσθηση και διαφορετική βαρύτητα όπως και να το κάνουμε.

 

Το “Night Terror” είναι ένα εξαιρετικά αντιπροσωπευτικό δείγμα της «νέας» εποχής των Dream Theater, και στα δέκα λεπτά της διάρκειάς του αναφωνούμε με χαρά -και ανακούφιση- «Σαν να μην πέρασε μια μέρα». Το κλειστοφοβικό και πιο heavy “A Broken Man” δημιουργεί ένα νοσταλγικό déjà vu στις καρδιές όσων ακολουθούμε την πεντάδα από το Long Island, ξυπνώντας αναμνήσεις από το μακρινό 2003 και το αριστουργηματικό “Train Of Thought”.

 

Αργότερα μάλιστα και το “Midnight Messiah”, όποιος είναι εξοικειωμένος με το παραπάνω άλμπουμ θα εντοπίσει το εναρκτήριο riff του “As I Am”, το οποίο μάλλον λειτουργεί κι ως δήλωση προθέσεων. Για αποχώρηση, τα σχεδόν 20 λεπτά του “The Shadow Man Incident” είναι μια ευκαιρία να δούμε τους Dream Theater ξανά στο στοιχείο τους, σε μία φαινομενικά ατελείωτη σύνθεση μπολιασμένη με μουσική υπερβατικότητα και τεχνική αρτιότητα, κάτι στο οποίο οι «καθηγητές» είναι αξεπέραστοι.

 

Κι εδώ λοιπόν έρχεται το βασικό επιχείρημα υπέρ, αλλά και κατά του “Parasomnia” κατά τη γνώμη μου. Από τη μία πλευρά έχουμε το reunion της πιο εμβληματικής progressive metal μπάντας όλων των εποχών, το οποίο προσδίδει μια διαφορετική βαρύτητα. Οι ίδιοι οι μουσικοί φαίνεται να το συνειδητοποιούν, καθώς το άλμπουμ περιέχει μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες συνθέσεις της τελευταίας 15ετίας, σε συνδυασμό με μία από τις πιο άρτιες παραγωγές των τελευταίων ετών, αλλά και έναν εκτεταμένο κύκλο προώθησης και marketing.

 

Από την άλλη έγκειται ο εξής προβληματισμός: οι προσδοκίες του κόσμου για αυτόν τον δίσκο ήταν δεδομένα αστρονομικές, συνεπώς το “βάρος” στους ώμους των Dream Theater ήταν εξίσου αστρονομικό. Οτιδήποτε δεν ήταν προορισμένο να ανταπεξέλθει στο hype της «Μεγάλης Επιστροφής» θα χαρακτηριζόταν μοιραία ως αποτυχία, συνεχίζοντας ένα σερί κυκλοφοριών μετά το 2011 και το -μαγευτικό καθ’ όλα- “A Dramatic Turn Of Events” που, κακά τα ψέματα, απέτυχε να κοιτάξει στα μάτια την επιτυχία των προηγούμενων δεκαετιών και τις απάτητες κορυφές των “Images And Words” και “Metropolis”.

 

Σε συνθετικό επίπεδο, ελάχιστοι στον πλανήτη έχουν την απαραίτητη τεχνογνωσία, ή ακόμα και την εμπειρία για να ασκήσουν κριτική σε οτιδήποτε γράφουν οι Petrucci, Myung, Rudess και Portnoy, τέσσερις μουσικοί που θα έπρεπε να αναφέρονται πάντα στις συζητήσεις περί των καλύτερων στο αντίστοιχο όργανό τους. Ακόμα κι ο πιο αδύναμος κρίκος της πεντάδας, James LaBrie, ήταν ένα τρομακτικό φωνητικό ταλέντο στο prime του κι ένας απίστευτα ευφυής άνθρωπος, συνεπώς έχει κερδίσει με το σπαθί του τη θέση του στο συγκρότημα, παρά τις δυσκολίες, που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια με την ερμηνεία του στις ζωντανές εμφανίσεις.

 

Ζυγίζοντας λοιπόν τα υπέρ και τα κατά, δημιουργείται το εξής ερώτημα: είναι το “Parasomnia” ένας καλός δίσκος; Φυσικά και είναι. Είναι ένας δίσκος αντάξιος της κληρονομιάς και του μεγέθους που ονομάζουμε Dream Theater; Σαφέστατα. Είναι μία κορυφή της εντυπωσιακής δισκογραφίας τους; Σίγουρα όχι, αλλά δε θεωρώ πως αυτό ήταν το ζητούμενο.

 

Το “Parasomnia” είναι ένας δίσκος-δήλωση από ένα συγκρότημα που δεν οφείλει να αποδείξει πλέον τίποτα σε κανέναν, ότι το prog metal που ΑΥΤΟΙ διαμόρφωσαν και ΑΥΤΟΙ έπλασαν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή τους, σαράντα χρόνια μετά εξακολουθεί να τους ανήκει και να τους έχει ανάγκη. Οποιαδήποτε προσπάθεια σύγκρισης ανόμοιων καταστάσεων είναι ανώφελη, και το μόνο που κάνει είναι να μεγαλώνει όλο και περισσότερο τον θρύλο των Dream Theater. 

 

 

Βαθμολογία: 82/100



 

Comments