RIFTWALKER – “Green & Black”

Ημερομηνία δημοσίευσης: 20 Μαρτίου 2017

 

Άλλη μία τζαζεμένη περίπτωση συγκροτήματος πέφτει στα χέρια μου, προβληματίζοντας με αρκετά για τα δικά μου δεδομένα, καθώς ακούω αυτό το δίσκο αρκετά συχνά και χωρία να μπορώ να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου γι' αυτόν, πράγμα που μου συμβαίνει από πολύ σπάνια, ως και ποτέ. Οι Riftwalker είναι ένα συγκρότημα που προέρχονται από το Βανκούβερ του τιμημένου μεταλλοπατέρα Καναδά. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να εγγυάται για την ποιότητα και την κλάση του, καθώς πραγματικά δε μπορώ να σκεφτώ ούτε ένα συγκρότημα από τη 2η μεγαλύτερη σε έκταση χώρα του κόσμου το οποίο είναι όχι κακό, αλλά ούτε καν μέτριο. Δε θα τους χαρακτηρίσω σε καμία περίπτωση τίποτα από τα δύο ''κοσμιτικά'' επίθετα που αναφέρω, αλλά θα τους χαρακτηρίσω σίγουρα ''δύσκολους'' στην αφομοίωση και ελπίζω να είμαι εγώ ο άμπαλος στην όλη υπόθεση και να μην έχω γίνει άδικος μαζί τους. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα τρίο που δημιουργήθηκε το 2009 και στα τέλη του 2013 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους ΕΡ με τίτλο ''Wreckage Of The Old World''. Το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ και συνολικά 2η κυκλοφορία είναι το ''Green & Black'' που παρουσιάζουμε εδώ και πρόκειται για άλμπουμ με 8 κομμάτια και συνολική διάρκεια λίγο παραπάνω από 48', άρα έχουμε κατά μέσο όρο διάρκειας 6' ανά κομμάτι.

 

Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι οι τρείς παίχτες που απαρτίζουν το συγκρότημα, και συγκεκριμένα οι Spencer Atkinson στο μπάσο, Zan Petrovic στα τύμπανα και Miles Morrison στις κιθάρες, προσφέρουν τα φωνητικά τους στο δίσκο, τα οποία εναλλάσσονται μεταξύ τους με ιδιαίτερα επιτυχημένο τρόπο. Οι τύποι επίσης παίζουν σε πολλά σημεία τα άπαιχτα, μιλάμε για συγκρότημα που έχει καθαρό προοδευτικό χαρακτήρα, τον οποίο αναμειγνύει με κλασσικές death/thrash φόρμες, με το τελικό αποτέλεσμα να ακούγεται ως κάτι ιδιαίτερα τεχνικό και προοδευτικό death metal, άκρως διαφορετικό από ότι έχει συνηθίσει το αυτί του μέσου ακροατή, ακόμα και των πιο έμπειρων πάνω στο είδος, με ριφφ τα οποία ξεπηδάνε από το πουθενά για να γεμίσουν τα κομμάτια τους χωρίς να ακούγονται ως συρραφές, με τύμπανα που γκρουβάρουν όσο χρειάζεται για να δίνουν έξτρα ενέργεια στις συνθέσεις και με ωραία μπασαδούρα η οποία λειτουργεί σαν έξτρα ρυθμική κιθάρα, ή γεμίζει τα κενά όταν αποφασίζουν να σολάρουν. Το πως το καταφέρνουν αρμονικά είναι πράγματι ένα θέμα, διότι χωρίς να ξεπατώνονται με ταχύτητα ή με υπέρμετρη τεχνική, σου δίνουν να καταλάβεις ότι είναι πλήρως συγκεντρωμένοι σε αυτό που θέλανε να αναπαράγουν και που τελικά κερδίζει το ενδιαφέρον αυτού που θα βάλει να ακούσει το δίσκο.

 

Για συγκρότημα που υπήρχε 4 χρόνια πριν βγάλει το πρώτο ΕΡ και που στην πορεία έκανε άλλα 3 χρόνια για το πρώτο άλμπουμ του, σίγουρα πρόκειται για περίπτωση που και οι τρείς ακούγονται απόλυτα δεμένοι μεταξύ τους, λες και παίζουν με κλειστά τα μάτια και βασίζονται ο ένας στον άλλο, δε θα μπορούσε να υπάρξει αυτό το τελικό αποτέλεσμα αν στη θέση οποιουδήποτε από τους τρείς βρισκόταν κάποιος άλλος. Η ενότητα αυτή κάνει και τα φωνητικά τους να μην απέχουν πολύ σε τονικότητα, ακούγονται σε πολλά σημεία λες και υπάρχει ένας τραγουδιστής σε όλο το δίσκο, άρα υπάρχει συνοχή και χημεία που σε ένα συγκρότημα και ειδικά με λίγα άτομα, αποτελεί το Α και το Ω της ύπαρξης τους. Όπως μπαίνει το ''B.H.O'' και ακολουθείται από τα ''Ηarlequin Ichthyosis'' και ''Engineer Their Consent'', θα νιώσετε ότι τα κομμάτια αυτά μπορούν παράλληλα να σταθούν και από μόνα τους, αλλά και ότι σαν ξεχωριστές μονάδες είναι αυτούσια επαρκείς για να έχετε σωστό και επαρκές δείγμα της κλάσης τους. Έχουν την ίδια μουσική νόρμα με εναλλαγές ρυθμών, ταχύτητα και τεχνική όπου πρέπει χωρίς υπερβολή, αλλά και μελωδία όπως και καθαρό παίξιμο που όλα γίνονται αντιληπτά από την πρώτη κιόλας ακρόαση. H ενότητα αυτών των τριών κομματιών τους κάνει να κερδίζουν το παιχνίδι των εντυπώσεων και να κρατάνε το ενδιαφέρον αμείωτο για τη συνέχεια.

 

Από την άλλη, κομμάτια όπως το ''Intrinsic Degeneration'' σπάνε το μοτίβο αυτό της ταχύτητας και της τεχνικής και προσθέτουν πινελιές μελωδίας και αρκετής προοδευτικότητας, ενώ υπάρχει και μία μαυρίλα πάνω στην τεχνική των ριφφ του κομματιού, το οποίο γενικά έχει πολύ όμορφα περάσματα και τους δίνει πόντους ως εναλλασσόμενους παίχτες. Το δε ορχηστρικό ''Primordial Collapse'' είναι πραγματικό μεγαλείο, σχεδόν 8' σε διάρκεια, το μεγαλύτερο κομμάτι στο δίσκο και γενικά μία σύνθεση που προδίδει το παικτικό τους επίπεδο και που μπορεί να σας θυμίσει και στιγμές δοξασμένες παλιού καλού τεχνικοπροοδευτικού death metal, από νεότερα γκρουπ σίγουρα θα σας θυμίσει Obscura σε σημεία αλλά ως αισθητική περισσότερο και όχι ως απόλυτα συμβατό με την τεχνική των φτασμένων Γερμανών. Το ''States Of Decay'' μου έφερε λίγο Cynic στο νού, ενώ το μπάσο είναι πρωταγωνιστικό, με τον Atkinson να είναι η πραγματική παιχτούρα από τους τρείς στο τέλος, όχι ότι οι άλλοι υστερούν, αλλά έχει ένα πολύ γλυκά καθαρό ήχο στο όργανο του που δεν ακούμε πολύ συχνά και ιδιαίτερα από γκρουπ που είναι θεωρητικά λιγότερο έμπειρα, όπως στην περίπτωση των Riftwalker. Το ομότιτλο κομμάτι που κλείνει το άλμπουμ σε έχει φέρει σε μία κατάσταση που το πλέον σίγουρο είναι ότι τους έχεις παραδεχτεί και σαν παίχτες και σαν συνθέτες.

 

Το πρόβλημα που εγώ διακρίνω προσωπικά είναι ότι ενώ όλα είναι σωστά δομημένα και με άψογη απόδοση, στο τέλος πρέπει να ξαναβάλω το δίσκο για να τον αφομοιώσω, το έκανα μία, δύο, δέκα φορές και το αποτέλεσμα είναι ότι ένιωθα τον εγκέφαλο μου γεμάτο από πληροφορία που δε μπορούσε να επεξεργαστεί και που έμενε με την απορία του τι έχει ακούσει. Όχι, ο δίσκος σε καμία περίπτωση δεν είναι κακός, ούτε καν μέτριο τον λες, το αντίθετο. Όχι, δεν παίζουν βαρετά πράγματα που κάθονται το ένα πάνω στο άλλο, ίσα ίσα που είναι θαυμάσιες οι ιδέες τους και πολλοί θα τους ζήλευαν για τις δομές τους. Αυτό που στο τέλος μένει σε μένα προσωπικά κι ελπίζω να μη συμβεί στους υπόλοιπους από σας που θα διαβάσετε την κριτική, είναι ότι δυστυχώς με κούρασε, ακόμα και σε κάθε νέα ακρόαση ένιωθα κούραση και υπερφόρτωση, μακάρι απλά να βαριόμουν και να έκρινα ότι είναι κακό άλμπουμ. Δε νομίζω ότι μου έχει ξανασυμβεί κάτι αντίστοιχο, ειδικότερα τα τελευταία χρόνια. Ενώ υπάρχει ουσία, νιώθω ότι είναι αρκετή παραπάνω απ' όση χρειαζόμουν, ενώ είναι παιχταράδες, ένιωσα ότι κάτι τους λείπει, κι ενώ θα μπορούσε να γίνει πολύ αγαπημένο άλμπουμ, στο τέλος θέλω να αποφύγω τις πολλαπλές του ακροάσεις. Δεν ξέρω αν θα το εκτιμήσω καλύτερα μελλοντικά, ξέρω ότι αξίζει παραπάνω από τη βαθμολογία που θα του δώσω, απλά δεν έγινε αυτό το συγκεκριμένο ''κλικ'' μέσα μου, άγνωστο το πως. Μάλλον εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, στους υπόλοιπους από σας θα αρέσει κατευθείαν.


Βαθμολογία: 73/100

 

Για το Rock Overdose,

Δημήτρης Αλόρας