SOULSPELL – “The Second Big Bang”

Ημερομηνία δημοσίευσης: 15 Ιουλίου 2017

 

Οι μέταλ όπερες είναι από τη φύση τους μεγαλεπήβολες δημιουργίες. Το πλέξιμο μιας ιστορίας, η συμφωνική προσέγγιση, που δεν πρέπει να είναι απλοϊκή και κοινότοπη, η παραγωγή, η ενορχήστρωση, οι πολυφωνίες και κυρίως η σύνθεση τραγουδιών. Τέτοιου είδους δίσκοι, συνήθως και όχι ανεξαιρέτως, δεν κυκλοφορούν για να προωθήσουν κάποιο οπτικοακουστικό θέαμα σε λυρικές σκηνές, αλλά για να ακουστούν και να κερδίσουν ακροατές μέσω του κεντρίσματος των τραγουδιών τους. Χωρίς να υποβαθμίζω τη σημασία της ατμόσφαιρας και της αισθητικής, τα τραγούδια είναι αυτά που μένουν στο τέλος. Παράδειγμα οι Avantasia.

 

 

Το πρότζεκτ του βραζιλιάνου Heleno Vale, με το όνομα Soulspell, καταπιάνεται μ’ αυτό το δύσκολο έργο με την κυκλοφορία του δίσκου «The Second Big Bang». Οι καλεσμένοι είναι πολλοί και η μουσική κληρονομιά του καθενός τεράστια. Αρκεί ένα συνοπτικό πέρασμα στα ονόματα των συμμετεχόντων για να καταλάβει κανείς τα προαναφερθέντα σχόλια: Blaze Bayley, Andre Matos, Fabio Lione, Arjen Lucassen, Ral Sheepers, Tim “Ripper” Owens, Oliver Harmann, Daisa Munhoz, Timo Kotipelto.

 

 

Το άλμπουμ ξεκινάει δυναμικά, η εισαγωγή είναι όσο λυρική και μυστηριώδης πρέπει για να τέρψει το ταξιδιωτικό ενδιαφέρον του ακροατή, και το μπάσιμο με το δείχνει ότι κάθε μέλος έδωσε τεράστιο μέρος των δυναμικών και κυρίως του μουσικού ταλέντου του στις ερμηνείες και τις ενσαρκώσεις των συνθέσεων. Η παραγωγή είναι καλή, πέτυχε στο να βάλει μια τάξη στις αλλεπάλληλες αλλαγές φωνών, στις μουσικές δυναμικές, στον τονισμό φράσεων και σε κάθε πτυχή των δυνατοτήτων της.

 

 

Στον πρόλογο μίλησα για τη σημασία των τραγουδιών σε τέτοιου είδους εγχειρήματα. Εδώ, λοιπόν, ακρόαση με την ακρόαση, συνειδητοποίησα, πως ενώ οι επιδόσεις είναι εξαιρετικές και κανείς δεν τσιγκουνεύεται τις ικανότητές του, κανείς δε δείχνει να μην έχει μεράκι για τον τομέα του, τα τραγούδια, ως συνθέσεις, ως μελωδικές γραμμές και εμπνεύσεις, κάπου μάγκωσαν. Κάπου η διέξοδος του concept στον κόσμο της φαντασιακής πανδαισίας με όχημα τη μουσική, φράκαρε και έμεινε στα σύνορα. Κοινώς, δεν κατάφερα να ταξιδέψω.

 

 

Πέφτει στο τραπέζι του διαλόγου ο σκοπός δημιουργίας τούτων των δίσκων. Η μουσική αποσκοπεί σε ένα soundtrack πέπλο για ένα συγκεκριμένο concept; Τα τραγούδια θέλουν να προκαλέσουν τον ακροατή να παθιαστεί μαζί τους και να τον συνοδεύσουν στο προσωπικό του soundtrack, του δικού του κόσμου; Έχει ως στόχο, ο εν λόγω δίσκος, να λειτουργήσει συνοδευτικά για το διάβασμα ενός καλού βιβλίου; Κάτι τέτοιο θα εξηγούσε πολλά. Διότι, σίγουρα, όταν δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω παραπάνω από τρία τραγούδια σαν τραγούδια (στην περίπτωσή μου, ονομαστικά τα «The End You’ll only Know in the End», «Father and Son» και «Game of Hours»), να νιώσω την επίδραση μελωδιών, στιγμών και συνθέσεων, είναι αδύνατο να καταφέρω να μείνω στην εξαιρετική επίδοση των συμμετεχόντων.

 

 

Με την παραγωγή τόσο ουσιωδώς δουλεμένη και τις ποικιλόμορφες φωνές να δίνουν ρεσιτάλ, θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση δε μιλάμε για κακή κυκλοφορία, ωστόσο αντίστοιχα δε χωράει αμφιβολία ότι δύσκολα ο δίσκος θα μείνει σε ψηλά επίπεδα απολαύσεων. Πιθανότατα να υπάρχουν ακροατές με τρομερό πάθος για τα εγχειρήματα τούτα, αλλά ακόμα και γι’ αυτούς, θεωρώ πως ο  τομέας της σύνθεσης παρουσιάζει κενά. Αν στον προαναφερθέντα διάλογο υπάρξουν υποστηριχτές της άποψης περί ατμοσφαιρικής συνοδείας ενός μυθιστορήματος, τότε αξίζει την προσοχή τους. Όπως και για κάθε ενασχολούμενο με το σύγχρονο τραγούδι, υπογραμμίζω ότι στην κυκλοφορία αυτή θα βρει πραγματικό σεμινάριο ερμηνειών. Υπό αυτό το σφαιρικό πρίσμα και όχι μόνο με το αν το απόλαυσα εγώ, θα προσπαθήσω να αφήσω και τον τελικό βαθμό.

 

 

Η πυκνότητα κυκλοφοριών του είδους είναι σχετικά μικρή, συνεπώς αναπόφευκτα όσοι περιμένουν πώς και πώς να ακούσουν μια τέτοια δουλειά, πιθανότατα να απολαύσουν το αποτέλεσμα. Όταν για το σκοπό αυτό έχουν επιστρατευτεί μερικά από τα καλύτερα λαρύγγια της πιάτσας, που δίνουν μάλιστα παθιασμένες ερμηνείες, δεν μπορεί ο ακροατής να μείνει ασυγκίνητος. Το αν θα ξαναβάλει η πλειοψηφία των ακροατών το δίσκο να παίξει είναι μια άλλη ιστορία. Και όχι γιατί τα τραγούδια είναι κακά, αλλά γιατί όταν ένα όχημα δε σε ταξιδεύει, όταν η μία πτήση ακυρώνεται μετά την άλλη, ή θα αναζητήσεις άλλο όχημα ή θα αρκεστείς στις μεμονωμένες ψυχαγωγικές απολαύσεις του αερολιμένα.


Βαθμολογία: 50/100

 

Για το Rock Overdose,

Θοδωρής Καλουδιώτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 





Comments