“Still Rocking and still Ramming”
Σε μια χρονιά που βρίθει από καλές κυκλοφορίες, έρχονται να προστεθούν και δισκάρες από τα μεγαθήρια του χώρου όπως οι Iron Maiden και οι Motorhead. Για τους οπαδούς της Βρετανικής σκηνής, λοιπόν, το γλέντι καλά κρατεί κι αν κρίνω από την ποιότητα των κυκλοφοριών θα αργήσει πολύ να τελειώσει, αν τελειώσει.
Οι Saxon δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, εκτός κι αν ακούτε το όνομά τους για πρώτη φορά οπότε οφείλω να σας ενημερώσω ότι πρόκειται για μια μπάντα πυλώνα του NWOBHM με 21 δίσκους διαμάντια, κατά τη γνώμη του γράφοντος πάντα, και εκρηκτικές ζωντανές εμφανίσεις.
Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή θα ξεκινήσω με το εξώφυλλο το οποίο φέρνει στο νου την εποχή του “Unleash The Beast”, κάτι που μας προϊδεάζει και για το περιεχόμενο του δίσκου. Κι όχι αδίκως, αφού μουσικά το κλίμα που επικρατεί είναι μια μίξη των στοιχείων όλης της εποχής του Doug Scarratt σε μια πιο φρέσκια και «μοντέρνα» εκδοχή.
Ο θρίαμβος του ομώνυμου “Battering Ram”, που κυκλοφόρησε μέσα στο καλοκαίρι προοικονομούσε τη συνέχεια, αλλά αυτό που τελικά μας ήρθε δεν πιστεύω πως το περιμέναμε. Ο Biff και η παρέα του πραγματικά έδειξαν πως έχουν νικήσει τη μάχη με τον χρόνο, σίγουρα η φωνή του πρώτου δείχνει την ηλικία του, αλλά παρόλα αυτά η ενέργεια που έχουν πραγματικά είναι ζηλευτή από πολλές μπάντες που θα μπορούσαν να ήταν εγγόνια τους. Και σαν να μην έφτανε η παρατεταμένη νιότη τους έχουμε και τους μουσικούς πειραματισμούς. Το “Queen Of Hearts”, παρότι διατηρεί τη Saxonίλα που του αρμόζει, είναι έτσι δομημένο που πραγματικά σε ταξιδεύει στη Χώρα των Θαυμάτων, μαζί με την Αλίκη.
Από εκεί κι ύστερα έρχεται ο οδοστρωτήρας που ακούει στο όνομα 80s Heavy Metal. Αυτά που λέγαμε για τη δεύτερη νιότη γίνονται πράξη και το ένα κομμάτι μετά το άλλο σφυροκοπάει αλύπητα. Ο Biff Byfford δείχνει ότι η φωνή του είναι σαν το κρασί και όσο παλαιώνει τόσο πιο μεστή γίνεται. Το κιθαριστικό δίδυμο Paul Quinn και Doug Scarratt σρεντάρουν περισσότερο από ότι μας έχουν συνηθίσει ενώ οι Nibbs Carter και Nigel Glockler κρατάνε τον ρυθμό με μπάσο και τύμπανα αντιστοίχως.
Κι εκεί που λες ότι μετά το “Stand Your Ground” τα δώσανε όλα, τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν μια μελωδική τροπή η οποία τραγούδι με το τραγούδι μεγαλώνει. Και μετά το βαρύ “The End” έρχεται κάτι που σίγουρα δεν το περιμένατε. Το κλείσιμο του δίσκου αναλαμβάνει το “The Kingdom of The Cross”, το οποίο αποτελείται μόνο από μπάσσο, πλήκτρα, τον Biff και τον David Bower των Hell, ο οποίος αφηγείται ένα ποίημα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αν και είναι αρκετά έξω από τα νερά τους, εν τούτοις, δεν θα μπορούσαν να επιλέξουν καλύτερη κατακλείδα. Σαν απεριτίφ, bonus track, υπάρχει το “Three Sheets To The Wind”, το οποίο είναι ότι λέει και η κατηγορία στην οποία υπάγεται, το σφηνάκι μετά τα ποτά που σου κάνει όλη τη ζημιά.
Εν τέλει, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμη τρομερό μουσικό δημιούργημα των Βρετανών, το οποίο ήρθε και πάτησε ακριβώς όσο έπρεπε επάνω στο “Sacrifice”, ενώ ταυτόχρονα έδωσε χώρο σε νέες ιδέες σμιλεμένες με την εμπειρία και την ακόρεστη ενέργεια που τους διακατέχει. Πραγματικά δεν ξέρω αν του αξίζει βαθμός μιάς και συγκαταλέγεται στους δίσκους που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί από ένα νούμερο. Ακούστε τον, βιώστε τον και ετοιμαστείτε για την επόμενη επίσκεψη της μπάντας από τα μέρη μας.
Βαθμολογία: 91/100
Για το Rock Overdose,
Ηλίας Ιακωβόπουλος










