Ανταπόκριση: DESERTFEST ATHENS 2017 – Day 2 @Ιερά Οδός, Αθήνα (07/10/2017)

Η πρώτη μέρα του Desertfest Athens, που σημαδεύτηκε από τις εξαιρετικές εμφανίσεις των Orange Goblin και Saint Vitus αποτελούσε ήδη παρελθόν. Το Σάββατο όμως, με εξίσου δυνατό billing και ατού το περσινό απωθημένο, που ακούει στο όνομα Colour Haze υποσχόταν τουλάχιστον ανάλογες συγκινήσεις.

 

PUTA VOLCANO

Τη δεύτερη, λοιπόν, μέρα, στις 17:40 ακριβώς, οι δικοί μας Puta Volcano αναλαμβάνουν το ρόλο του καλωσορίσματος με εντυπωσιακά (για φεστιβαλική έναρξη) ογκώδη και “in your face” ήχο. Παρά τα λιγοστά θέματα- κυρίως στην αρχή του σετ- με μπουκωμένη lead κιθάρα και ηχητικές αυξομειώσεις εντάσεων- η μπάντα τα πήγε περίφημα. Σοβαρότητα και επαγγελματισμός με χαμόγελο, hook riffs ηφαιστειακών αναθυμιάσεων (μπράβο ρε Alex!), ψημένο και στακάτο groove, πείσμα για επιβολή στα κεφάλια που άρχισαν να κουνιούνται, ο κύβος ερρίφθη και η desert ατμόσφαιρα πάτησε σε γερά εισαγωγικά θεμέλια! Ακούσαμε παλιότερο και νεώτερο υλικό, το χαρήκαμε, το χάρηκαν και η αποστολή του καλωσορίσματος εξετελέσθη με τον καλύτερο τρόπο. Η Άννα(Luna) ζούσε τους στίχους που ερμήνευε και είναι σίγουρα υποψήφια για headbanger της ημέρας, ο Alex εδραίωσε την απαιτούμενη ατμόσφαιρα, οι ρυθμικές δονήσεις των Bookies και Steve έβαλαν μπρος το κούνημα των κεφαλιών μας και απλώς αναμένουμε το επόμενο ραντεβού. Με λίγο ακόμα ψήσιμο στις σκηνές, θα μασάνε σίδερα. Άξιοι!

 

UNDER THE SUN

Οι Under The Sun έμελλε να είναι το συγκρότημα, το οποίο θα εκκινούσε τις “εργασίες” του πολύκροτου Stage 2, που τόσο μας ταλαιπώρησε την Παρασκευή. Αυτό που γρήγορα έγινε αντιληπτό ήταν ότι ο ήχος υπήρξε σαφώς βελτιωμένος σε σχέση με την προηγούμενη, με τις όποιες αστοχίες να εντοπίζονται στο μεσοδιάστημα και να αντιμετωπίζονται επιτυχώς. Με σύμμαχο τον ήχο λοιπόν, οι Αθηναίοι βρήκαν ευνοϊκές συνθήκες ώστε να κηρύξουν το sludgerotic stoner -όπως οι ίδιοι το αποκαλούν- τους στο λαό. Ενεργητικοί και τσαμπουκαλεμένοι αποτέλεσαν θετικότατη προσθήκη στο lineup, έχουν όμως ακόμα δρόμο να διανύσουν, αν επιθυμούν να συγκαταλέγονται στην αφρόκρεμα της σκηνής.

 

SADHUS

Μιλώντας για αφρόκρεμα, οι Sadhus, το σχήμα θεσμός του αθηναϊκού sludge, ακολουθούσαν στο main stage. Υπέρβαροι όπως πάντα, με τον Θωμά να ξερνάει το ένα ακάθαρτο riff μετά το άλλο, τον Γρηγόρη να κοπανάει τα τύμπανα δίχως αύριο, τον “λέγε με ήρεμη δύναμη” Νίκο να προσθέτει το στιβατό low end και τα σχεδόν ψυχωτικά φωνητικά του Σταύρου να επιτυγχάνουν την τελική ισοπέδωση. Συνταγή πλέον κλασική, που όμως δεν παλιώνει ποτέ.

 

KRAUSE

Πίσω στο μικρό stage, όπου η τετράδα των Krause θα είχε την ευκαιρία να “πουλήσει” το noise rock της, μπροστά σε κοινό όχι απαραίτητα μυημένων στο συγκεκριμένο παρακλάδι. Εξαιρετικά μελετημένοι ηχητικά και σφιχτοδεμένοι, εξαπέλυσαν τα θορυβώδη απότοκα της έμπνευσης τους, τα οποία αντλούν σε μεγάλο βαθμό από σχήματα όπως οι Unsane και οι Today Is The Day. Άψογοι, αλλά τους λείπει το κάτι παραπάνω, το οποίο θα τους προσδώσει έναν πιο προσωπικό ήχο.

 

RADIO MOSCOW

Το πρόγραμμα δείχνει να τηρείται κατά γράμμα. Η ώρα είναι 20:01 και οι Radio Moscow ανεβαίνουν στη σκηνή. Το ράδιο δεν είναι μοσχοβίτικο, έρχεται από την Αμερική και παίζει με τέρμα τα γκάζια, κατακτώντας τη σκηνή σε λίγα μόνο λεπτά. Τρεις μουσικοί γεμίζουν ηχητικά και φυσιογνωμικά το σανίδι και ανοίγουν με τη βούλα πλέον τους ασκούς του Αιόλου για όλο το υπόλοιπο βράδυ. Ο ηλεκτρισμός πέρασε σε αρένα και εξώστη με το ανθρώπινο καλώδιο, που ακούει στο όνομα Parker Griggs. Άνετος και αποφασισμένος να λιώσει κάθε χορδή, έβαλε στην πρίζα ακόμα και τους τοίχους. Το rhythm section κατάπινε γη και ουρανό, με τον κύριο Meier, πέραν του πιο στυλάτου vintage μπάσου στο φεστιβάλ, να καθιστά αχρείαστη κάθε υπόνοια δεύτερης κιθάρας. Τι να την κάνεις τη δεύτερη κιθάρα, όταν έχεις τέτοιο μπάσο; Κάθε φορά, που ο Marrone ή ο Griggs έδειχναν με υπερβάλλοντα ζήλο τις (τεράστιες, δε λέω) ικανότητές τους, εκεί ήταν ο Meier, στιβαρός, να κρατάει το σκελετό κάθε τραγουδιού. Με τραγουδάρες τύπου “New Beginning”, δυναμισμό μεταφρασμένο σε νότες με “Last to Know”, southern landscape makers με “250 Miles/Brain Cycles”, φρέσκα κουλούρια με “Dreams”, ύμνους αγύρτη κι ασώτου με “Drifter”, πανικό με “These Days”, ο ορίζοντας έχει γεμίσει κάκτους και άμμο, η μπύρα φαντάζει πιο κρύα και η μπάντα παίζει με όλη την τράπουλα στο χέρι. Riffs, κοψίματα, γυρίσματα, μανιασμένα solos, μελωδικές γραμμές μπογιατισμένες γνήσιο rock πνεύμα, παθιασμένες ερμηνείες, δωδεκάχορδες, εξάχορδες, πετάλια, country meets hard rock meets psychedelic meets stoner, πόζα, θες κάτι που δεν είχαμε; Η κληρονομιά του Hendrix, των Sabbath και της αντίληψης μιας εποχής, που εσαεί θα υμνείται, έχτισε ανίκητη αρμάδα συνεχιστών και ιδού μία εκ των αποδείξεων. Αυτή η (σκάρτη) μία ώρα ήταν ένας μικρός θρίαμβος. Οι Radio Moscow απέκτησαν σίγουρα περισσότερους φίλους, μέσα σε 56 λεπτά. Live μπάντα, εκατό τοις εκατό, ένα κολασμένο ράδιο, που ούτε είχε όρια στο volume, ούτε έδειξε να καταλαβαίνει από ώρες κοινής ησυχίας.

 

PLANET OF ZEUS

Για τους Planet of Zeus ακούστηκε κάπου ότι είναι καταπέλτης, ότι αποτελούν ένα πολιορκητικό κριό. Διαλέξτε όποιο μεσαιωνικό όργανο μάχης θέλετε, κυρίες και κύριοι, αλλά οι Planet δεν είναι σε καμία περίπτωση μόνο αυτό. Η μπάντα απέδειξε ότι είναι η μετουσίωση του εφευρέτη (σύνθεση), του ίδιου του όπλου (εκτέλεση) και του αποστομωτικού αποτελέσματος (επίδραση) σε ένα σώμα- ή για να ακριβολογούμε, σε τέσσερα σώματα σε μια ψυχή. Ο ήχος τους, το performing, το setlist, η αποδοχή, τι να λέμε τώρα, με άνεση και περίσσια καύλα ( για την τέχνη και το σανίδι εξίσου) η μπάντα βασίλεψε. Η εμφάνιση τους απέδειξε σε αυτιά, μάτια και σώματα ότι έχουμε να κάνουμε με μεγάλο όνομα και βαριά φανέλα. Έγιναν ένα με το κοινό, δίνοντάς μας “Leftovers”, “Woke up Dead”, “Macho Libre”, αλλεπάλληλες τραγουδάρες, καυτό ιδρώτα που καμία θερμοκρασία δε θα πάγωνε, πάθος και άλλη μια συναυλιακή τελετή επισφράγισης της υπέροχης σχέσης του κόσμου με το σχήμα. “The Beast Within”, “Your Love Makes me Wanna Hurt Myself”, “Them Nights”, “Somethings Wrong”, “Vigilante”, ούτε η σειρά παιξίματος δεν έχει σημασία, όταν είσαι τόσο μάγκας που ότι κι αν παίξεις είναι crowd pleaser, άπαντες βγάζουν το καπέλο. Ο ήχος τους κατεδαφίζει κτήρια, το ταμπούρο του Σεραφείμ κλοτσάει με ένα μοναδικό ηχόχρωμα, ηδονίζοντας το μπαρουτοκαπνισμένο κοινό, η αυτοπεποίθηση στα πρόσωπά των ασταμάτητων Γιάννη και Στέλιου αποτυπώνεται και στα δικά μας χαμόγελα, το “Loyal to the Pack” μας δίνει τις απαραίτητες ανατριχίλες, ο Μπάμπης με μπαταρισμένο δεξί, αφήνοντας μόνο τα απαραίτητα δάχτυλα για χάρη της πένας, αποδεικνύεται performer της ημέρας, ψυχάρα και δυναμίτης εικόνας και (επί της ουσίας) ήχου. Οι Planet παίζουν εντός έδρας και κάνουν πάρτυ. Αλλά και εκτός, πάω στοίχημα ότι θα έχουν μόνιμα διπλό. Ποιος πλανήτης Δίας, εδώ είδαμε μία μπάντα με τόσο γήινη και άμεση προς τον κόσμο διάθεση, και ατόφια συναυλιακή κουλτούρα, που φτιάχτηκε για να οργώνει σκηνές και να χαρίζει εμπειρίες.

 

ALLOCHIRIA

Στην αντίπερα όχθη της Ιεράς Οδού, στη Stage 2, βγήκαν μετά τον οδοστρωτήρα των Planet of Zeus, οι Allochiria. Ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα ζωντανά και με άνεση, χωρίς ίχνος υπερβολής από τον άμεσο ενθουσιασμό, δηλώνω ότι ήταν εξαιρετικοί, αλλά παράλληλα οι μεγάλοι αδικημένοι του ήχου. Η εν λόγω σκηνή δεν βοήθησε στο ηχητικό ξεδίπλωμα του υπέροχου, στα όρια του καθηλωτικού, sludge/post-ίζον metal τους, με πολύ τρίξιμο και κακές ανακλάσεις, ιδίως στην αρχή. Η μπάντα κατά τ’ άλλα σπέρνει. Επιβλητικοί, στιβαρά και ατμοσφαιρικά τραγούδια, κοχλασμένα βαριά grooves και υπόκωφες εμπνευσμένες μελωδίες. Ανατριχιαστικά ατμοσφαιρικοί, με ξεκάθαρη ταυτότητα, αλλά, κοίτα να δεις, κάπου διέκρινα μέχρι και θαμπές πινελιές ατμοσφαιρικού metal πρώιμων Paradise Lost (άβυσσος η ψυχή του ακροατή!!!). Μοχλός headbanging- μπράβο στους άριστους Θοδωρή-Στέφανο-Γιάννη-Σταύρο-, σε ένα καλύτερο χώρο με το δέοντα ήχο, οι Allochiria θα έκλεβαν την παράσταση. Βέβαια, ουκ ολίγος κόσμος εντυπωσιάστηκε, η ενέργειά τους μεταδόθηκε έντονα και από τη μπάντα έμεινε μια υπέροχη εντύπωση και μια ανυπομονησία να τους δω ξανά. Βαριά riffs, επιβλητική frontwoman η Ειρήνη, σε μια αβίαστα εξαίρετη απόδοση, ακολούθησε και ανέδειξε την αξιοσημείωτη και αξιέπαινη ατμοσφαιράρα (ναι, το επαναλαμβάνω) των συνθέσεων της μπάντας. Το rhythm section δεν έχανε σκάσιμο, τα κιθαριστικά θέματα έκαναν άμεση και προσιτή τη μυσταγωγική φιλοσοφία των δημιουργιών και η ιδιαιτερότητα της ταυτότητάς τους μόνο αδιάφορο δεν μπορεί να αφήσει, όποιον βρέθηκε στη χθεσινοβραδινή αυτή τελετουργία. Συγχαρητήρια, φανταστική μπάντα, αυτό το ηχητικό μονοπάτι με την κατάλληλη στήριξη του κόσμου θα τους πάει σίγουρα πολύ μπροστά.

 

GRAVEYARD

 

Οι Σουηδοί Graveyard, ανεβαίνουν στη σκηνή και στα πρόσωπα του κοινού αποτυπώνεται μια μοναδική προσμονή. Είναι επίτευγμα ενός καλλιτέχνη να σε περιμένει το κοινό με τέτοια βλέμματα. Στο σκληρό ήχο, ουσία δεν είναι μόνο ο παλμός, το ξύλο και το ξελαρύγγισμα. Είναι ένα παράσημο για μια μπάντα αυτά τα βλέμματα. Είσοδος με το “Slow Motion Countdown”. Ανατριχίλα από τις πρώτες νότες, χωρίς κρεσέντο, όμως. Λίγο ο μέτριος ήχος, λίγο η εμφανώς χαμηλότερη ένταση, λίγο το ότι ο Nilsson μάλλον αμέλησε το ζέσταμα και δεν ακουμπούσε τα ίδια του τα standards σε έκφραση και έκταση, ο ενθουσιασμός δεν έφυγε, αλλά ούτε απογειώθηκε. Δε χρειάστηκε όμως μεγάλη αναμονή. Σύντομα ο ήχος βελτιώθηκε, η μπάντα παρέδιδε σεμινάρια ατμοσφαιρικού σκληρού rock, βουτηγμένο μέχρι το μεδούλι στα 70’s. Σκληρός ήχος, στίχοι που τσακίζουν κόκκαλα, συναισθηματική εσωστρέφεια, οι νότες του Nilsson είναι όλες εκεί, οι κιθάρες ακολουθούν πιστά τις συναισθηματικές εξάρσεις και ο κόσμος ακολουθεί. Τραγούδια με Τ κεφαλαίο, μεταξύ άλλων τα “Buying Truth”, “Exit 97”, “Too Much is Not Enough”, “Hisingen Blues”, “The Apple and the Tree”, η εσωστρέφεια και η ψυχολογική αναζήτηση έχει αγγίξει τούτο το κοινό. Φαίνεται στο χειροκρότημα, στο πως σηκώνονταν οι φίλοι του σχήματος από τον εξώστη, σαν αποθέωση κάποιας φιλαρμονικής ορχήστρας, στο τραγούδι της αρένας, στο καρφωμένο βλέμμα στη σκηνή. Τα 70’s συναντούν την εποχή μας, τα γρέζια σε κιθάρες και φωνή καρφώνουν νότες και ένα πραγματικό κρεσέντο στο τελευταίο μέρος του (κατά γενική ομολογία μικρού, ελέω φεστιβάλ) show συναντά μια παθιασμένη ένωση δημιουργού και οπαδών. Το “Uncomfortably Numb” σήκωσε την τρίχα, αλλά ήταν το “ The Siren”, η χθεσινή εκτέλεση για το τέλος της φετινής επίσκεψης των Σουηδών, που έπεισε και το μεγαλύτερο σκεπτικιστή. Τουλάχιστον δικαίωση. Ναι, θέλαμε κι άλλο, αλλά το ασταμάτητο χτύπημα επί σκηνής, τα γρεζάτα head voice, το μαγικό drum kit, το κρεσέντο του setlist, η όψη του κοινού και η εξέλιξη του όλου festival, ήταν ένα highlight για τη φετινή συναυλιακή χρονιά.

 

COLOUR HAZE

 

 

Το ρολόι δείχνει περασμένες δωδεκάμισι κι επιτέλους στη σκηνή εμφανίζονται οι Colour Haze. O Stefan Koglek, κύριος όπως πάντα, απολογείται για την περσινή απουσία τους και κατόπιν μπαίνουν εντελώς ακομπλεξάριστα στο σετ τους. Ο Stefan οδηγεί μέσα από το σχεδόν reggae παίξιμο του, ενώ οι Philip και Manfred κρατούν τη ραχοκοκκαλιά της σύνθεσης. Μια ραχοκοκκαλιά, η οποία κάθε λίγο ανασυντίθεται με μικρές αποχρώσεις, αποπνέοντας μια αίσθηση του καλώς εννοούμενου τζαμαρίσματος κι όχι “ότι να 'ναι” αυτοσχεδιασμού. Το τρίο επίσης, σαφώς και ξέρει να γκρουβάρει, είτε όταν η κιθάρα προσανατολίζεται σε μελωδικό σόλο παίξιμο, είτε όταν “κλειδωνούν” γύρω από ένα riff, πράγμα που κρατούσε την προσοχή του ακροατή σε εγρήγορση.
Το βάρος πολύ λογικά έπεσε στις τελευταίες, πιο φιλόδοξες δουλειές τους, χωρίς όμως να λείψουν αγαπημένες στιγμές όπως το “Tempel” ή ο κομμάταρος “Love”, που έκλεισε θριαμβευτικά το set τους. Ένα διαλογιστικό ταξίδι, όχι εκτός, αλλά εντός του εαυτού μας, από ένα σχήμα, που απέδειξε περίτρανα γιατί στέκεται στην κορυφή της ψυχεδελικής/stoner σκηνής.

 

Έπεσε λοιπόν και φέτος η αυλαία του Desertfest Athens, το οποίο κρίνεται σαφέστατα επιτυχημένο. Ένα φεστιβάλ που κατέγραψε δυνατές εμφανίσεις από συγκροτήματα κεφάλαια στον ήχο και συγκέντρωσε την εμπροσθοφυλακή της τοπικής σκηνής. Τα όποια προβλήματα αφορούσαν στη μικρή σκηνή λύθηκαν αποτελεσματικά, με τους Allochriria μάλιστα να παραδίδουν εκεί το αρτιότερο ηχητικό αποτέλεσμα του φεστιβάλ. Μία διοργάνωση πολυτέλεια για την Ελλάδα του 2017, που αξίζει να συνεχιστεί, να μεγαλώσει και να εξελιχθεί σε θεσμό.

 

 

 

 

 

Για το Rock Overdose,

Δημήτρης Σούρσος (Colour Haze, Krause, Sadhus, Under The Sun)

Θοδωρής Καλουδιώτης (Graveyard, Planet of Zeus, Allochiria, Radio Moscow, Puta Volcano)

Φωτογραφίες: Αλέκος Καταστρόφος 

 

 

 







Comments