Γενέθλια για τον μεγάλο IGGY POP, ο οποίος κλείνει σήμερα τα 70 του χρόνια!

Ο νονός  της punk rock και ένα από τα πιο πρωτοπόρα ονόματα στο είδος τους, ο Iggy Pop, γνωστός από την ιδιαίτερη σκηνική του παρουσία ως frontman των Stooges, που τόσο επηρέασαν την punk σκηνή της δεκαετίας του ’70, κλείνει σήμερα τα 70 του χρόνια. Γεννημένος στο Muskegon του Michigan, ο James Newell Osterberg, όπως ονομάζεται κανονικά, μεγάλωσε σ’ ένα τροχόσπιτο, τρέφοντας μεγάλη αγάπη για το rock n roll και ξεκίνησε απ’ τις αρχές του ’60 να παίζει ντραμς, σχηματίζοντας την πρώτη του μπάντα, που είχε ονομάσει Iguanas. Μέσω των Rolling Stones, ανακάλυψε τη blues και έφτιαξε ένα σχήμα παρόμοιου μουσικού στυλ, τους Prime Movers, που κράτησε μέχρι και την αποφοίτηση του απ’ το σχολείο, το 1965. Αφού το σύντομο πέρασμα από το Πανεπιστήμιο του Michigan, δεν καρποφόρησε, αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Σικάγο, όπου έπαιζε ντραμς για μπλουζίστες της πόλης. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε να διατηρεί την αγάπη του για το rock n roll, γι’ αυτό και γυρνώντας στο Michigan, αποφάσισε να ιδρύσει μια ροκ μπάντα, αφήνοντας στην άκρη τα ντραμς ώστε να αναλάβει καθήκοντα frontman , αντλώντας έμπνευση από τους Lou Reed και Jim Morrison που θαύμαζε. Προσπάθησε να βρει μουσικούς που να μοιράζονται το ίδιο μουσικό όραμα με το δικό του και κατάφερε τελικά το 1967, να φτιάξει τους Psychedelic Stooges. Χρειάστηκαν λίγο χρόνο μέχρι να βρουν τον ήχο τους, πειραματιζόμενοι και με διάφορα αντικείμενα, όπως κενά βαρέλια πετρελαίου, σωλήνες κλπ, και κατάφεραν τελικά να τραβήξουν τα βλέμματα σε τοπικό επίπεδο, με τη φοβερή τους ενέργεια. Σύντομα, μίκρυναν το όνομα τους σε The Stooges και ο μέχρι τότε, Osterberg, υιοθέτησε το σκηνικό του όνομα, Iggy Pop. Κατά τη διάρκεια των εμφανίσεων τους, ο τραγουδιστής, ήταν γενικά ιδιαίτερα δραστήριος επί σκηνής, έχοντας μια αρκετά προκλητική συμπεριφορά. Εμφανιζόταν συνήθως ημίγυμνος, απ’ τη μέση και πάνω και καλυμμένος με αίμα, αφού έκοβε τον εαυτό του με αιχμηρά αντικείμενα και πολλές φορές πήδαγε μέσα στο πλήθος. Το συγκρότημα κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του το 1969 και τον διάδοχο του, ένα χρόνο αργότερα. Αν και σήμερα θεωρούνται αμφότερα κλασσικές κυκλοφορίες αλλά και καταλυτικής σημασίας για τη δημιουργία αυτού που έμελλε ν’ αποτελέσει  punk είδος, εκείνη την εποχή δεν είχαν καλές πωλήσεις και η δισκογραφική έλυσε το συμβόλαιο μαζί τους. Τα πράγματα πήραν χειρότερη τροπή, αφού τόσο ο Pop όσο και τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, αντιμετώπιζαν προβλήματα με τα ναρκωτικά. Όλα αυτά οδήγησαν στη διάλυση των The Stooges, το 1971.

 

Ένας απ’ τους διάσημους οπαδούς της μπάντας όμως, ο David Bowie, γνωρίστηκε από κοντά με τον καλλιτέχνη και ήταν αυτός που ώθησε τον απεξαρτημένο πλέον Pop, να ξαναπάρει τον έλεγχο της καριέρας του και να ξαναχτίσει τους Stooges, που πλέον ονομάζονταν  Iggy & the Stooges. Ο Bowie, λειτούργησε ως παραγωγός για το τρίτο άλμπουμ τους, το “Raw Power” του 1973, που παρά τις καλές κριτικές που έλαβε, δεν μπόρεσε να διατηρήσει την ενότητα της μπάντας, που και πάλι διαλύθηκε αφού τα μέλη της επέστρεψαν στον κόσμο των σκληρών ουσιών.  Αφού πέρασε ένα σύντομο διάστημα άστεγος στους δρόμους του Hollywood, κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε μια ανεπιτυχής απόπειρα να σχηματιστεί μια μπάντα με τον ίδιο και τον πρώην πληκτρά των Doors, Ray Manzarek, ο τραγουδιστής κατέληξε στο Ινστιτούτο Νευροψυχιατρικής του Los Angeles. Εκεί τον επισκέφθηκε ο παλιός του φίλος, David Bowie, η καριέρα του οποίου κινούνταν σε ανοδική τροχιά και του πρότεινε να τον πάρει μαζί στις περιοδείες του. Οι δυο τους μετακόμισαν στο Βερολίνο στα τέλη του 1976 και ο Bowie βοήθησε τον Pop, να κάνει ένα προσωπικό δισκογραφικό συμβόλαιο. Όπως λέγεται, ο Bowie, είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στον ευρωπαϊκό ηλεκτρονικό ήχο και ομολόγησε αργότερα, ότι χρησιμοποίησε τον Pop σαν «μουσικό πειραματόζωο» με κυκλοφορίες όπως τα “The Idiot” και “Lust for life”, που κυκλοφόρησαν το 1977 και πούλησαν καλύτερα απ’ τις προηγούμενες προσπάθειές του με τους Stooges.

 

Το 1979, έχοντας αλλάξει δισκογραφική εταιρεία,  κυκλοφόρησε ένα νέο άλμπουμ, με τη συμμετοχή του κιθαρίστα James Williamson. Έχοντας σημειώσει σχετική επιτυχία σε Αυστραλία και Ν. Ζηλανδία, έκανε για πρώτη φορά μια εμφάνιση στο τηλεοπτικό πρόγραμμα Countdown, ενώ βρισκόταν στη Μελβούρνη, που θεωρείται μια απ’ τις καλύτερες στιγμές στην ιστορία του σόου, που βοήθησε ν’ αυξηθεί η δημοσιότητα του στους Αυστραλούς οπαδούς της punk. Το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’80, τον βρήκε να κυκλοφορεί, κατ’ αρχάς την αυτοβιογραφία του, με τίτλο “I need more”, καθώς και δύο ακόμα σόλο άλμπουμ, με μέτρια απήχηση. Η πρώτη σημαντική επιτυχία, ήρθε για εκείνον το 1986, με το δίσκο “Blah Blah Blah”, που περιείχε την εξαιρετικά επιτυχημένη διασκευή του κομματιού “The Wild one”, το “Real wild child”. Συνέχισε, υιοθετώντας μια πιο hard rock προσέγγιση με το “Instinct” το 1988 και δύο χρόνια μετά, το “Brick by brick” έφερε μεγάλη εμπορική επιτυχία και αναγνώριση για τον Pop. Στις αρχές των 90’s, διάφορα συγκροτήματα, διασκεύασαν κομμάτια, είτε του ίδιου είτε των Stooges, όπως οι Slayer, Guns N’ Roses, R.E.M.και  Duran Duran, ενώ εκείνος το 1993, κυκλοφόρησε το “American Ceasar”.  Μολονότι επιχείρησε να αναβιώσει τον ήχο των Stooges, για τη σόλο δουλειά του, “Naughty Little Doggie” του 1996, δεν κατάφερε να πιάσει εμπορικά, τα επίπεδα των προηγούμενων δύο κυκλοφοριών του. Την ίδια όμως χρονιά, είχε την τύχη να δει ένα κομμάτι 20 ετών, απ’ το “Lust for Life”, να χρησιμοποιείται ως soundtrack, της ταινίας “Trainspotting”. Σε ολόκληρη τη δεκαετία επίσης, είχε αρκετές συμμετοχές σε ταινίες, αλλά και έναν επαναλαμβανόμενο ρόλο, στο τηλεοπτικό σόου “The Adventures of Pete & Pete”. Βλέποντας, την επιρροή που είχαν οι Stooges στα τέλη του ’90, άρχισε να κοιτά πίσω στην κληρονομιά που είχε αφήσει η μπάντα και κυκλοφόρησε μια remastered έκδοση του “Raw Power”, αλλά και ένα σχετικό βιβλίο, με τίτλο “ Please Kill Me: The Oral History of Punk”. Το 2003, συνεργάστηκε με τα τρία εν ζωή μέλη των The Stooges, για μια νέα δουλειά, το “Skull Ring”, κάνοντας και κάποιες περιοδείες. Στα χρόνια που ακολούθησαν, εξακολούθησε να έχει έντονη δραστηριότητα, κάνοντας guest εμφάνιση σε ένα άλμπουμ των Praxis, τραγουδώντας διάφορα τραγούδια της Madonna, στην τελετή για της εισαγωγή της στο Rock & Roll Hall of fame και παίζοντας σε διάφορες τηλεοπτικές διαφημίσεις, για τη βρετανική ασφαλιστική “Swiftcover”.  Με τους Stooges, συνέχισε να κάνει εμφανίσεις μέχρι και το 2010 και το 2011 ασχολήθηκε με δύο δικά του project. Η τελευταία του προσωπική δουλειά, κυκλοφόρησε το 2012. Όσον αφορά την προσωπική του ζωή, ζει στο Μαϊάμι, έχει παντρευτεί τρεις φορές και έχει ένα γιο, που γεννήθηκε το 1970.