Σαν σήμερα 18 χρόνια πριν, έφυγε από τη ζωή ο Quorthon (BATHORY)

18 χρόνια πριν, η metal σκηνή γίνεται σαφώς φτωχότερη, αφού ένα σπουδαίο μουσικό μυαλό,  μια σημαντική μορφή που πρωτοστάτησε στην άνθιση του black metal γενικά και ιδιαίτερα στη Σουηδική σκηνή και όρισε το είδος του Viking metal, ο Thomas Börje Forsberg ή Quorthon για το ευρύ κοινό, βρίσκεται νεκρός στο διαμέρισμά του σε ηλικία 38 ετών, λόγω καρδιακής ανεπάρκειας.

 

Ο Thomas Börje Forsberg, Quorthon, όπως τον γνωρίσαμε και τον μάθαμε όλοι. Γεννήθηκε στη Σουηδία και το 1983 σχημάτισε τους Bathory σε ηλικία 17 ετών, αφού είχε παίξει για ένα μικρό διάστημα σε μια punk rock τύπου μπάντα, τους Stridskuk.  Όπως έχει δηλώσει σε συνέντευξή του, ο λόγος που αποφάσισε να σχηματίσει τους Bathory, ήταν πως ήθελε να δημιουργήσει ένα μείγμα από την ατμόσφαιρα των πρώιμων Black Sabbath, την ενέργεια των πρώιμωνMotörhead και το ρυθμό του πρώτου καιρού των GBH. Μάλιστα εκείνη την εποχή που έφτιαχνε τους Bathory άκουγε, ένα άλμπουμ των τελευταίων  με τίτλο City Baby Attacked By Rats”. Το πρώτο του άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο γκαράζ του διάσημου συγγραφέα Peter Schlager Himmelstrand, που ονομάστηκε “Studio Heavenshor”. Ο Quorthon, ηχογράφησε τα πρώτα του άλμπουμ με τη βοήθεια του πατέρα του Börje Forsberg, επικεφαλή της σουηδικής δισκογραφικής Tyfon Grammofon, μέσω της οποίας κυκλοφόρησαν τα περισσότερα από τα άλμπουμ του.

Στην αρχή, οι δουλειές του σχετίζονται με το σατανισμό, για τον οποίο όπως λέει δεν είχε ιδέα πάντως, και βοηθούν στην τότε έκρηξη του black metal στην Σκανδιναβία, ενώ σπάνιες φωτογραφίες της μπάντας, συμβάλουν εν μέρει στον καθορισμό της εικόνας της. Οι ζωντανές εμφανίσεις τους στα μέσα της δεκαετίας του ’80, είναι σπάνιες. Εκείνη την εποχή, ισχυρίζεται πως είχε εμπειρίες που τον στρέσαραν ιδιαίτερα, αφού λάμβανε γράμματα με αίμα και ταχυδρομημένα νεκρά – ακρωτηριασμένα ζώα, μεταξύ άλλων. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την εικόνα και το στυλ της μουσικής των Bathory, ενδυνάμωσαν την ατυχή, άσχημη εικόνα του κόσμου για εκείνον και όπως το έθεσε ο ίδιος, παρουσιαζόταν ως «αυτός που τρώει μωρά, ο αιμοβόρος Θεός της σπηλιάς με τις νυχτερίδες. Η όλη κατάσταση προκαλούσε την αηδία και το θυμό του μουσικού και τον οδήγησε στο να αλλάξει το μουσικό του ύφος, κάνοντας στροφή από το black metal των 80’s, σε ένα πιο αργό και βαρύ στυλ, που ονομάστηκε “Viking metal”, λόγω των στίχων που επικεντρώνονται στην Σκανδιναβική μυθολογία. Από αυτό το σημείο και μετά, έπαιζε επίσης μπάσο σε όλα σχεδόν τα άλμπουμ του, και ως επί το πλείστον χρησιμοποιούσε drum machine ή session drummer. Έτσι από τις αρχές του ’90, πέραν του ότι είχε αναλάβει τον πλήρη έλεγχο των Bathory, επέλεξε να παραιτηθεί από τις ζωντανές εμφανίσεις ώστε να περνά το χρόνο του, ηχογραφώντας μουσική με τους μουσικούς που προσέλαβε. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο επικός ήχος της συνέχειας της πορείας του, ήταν εμπνευσμένος από την κλασσική μουσική που άρχισε να ακούει μετά τον σχηματισμό του συγκροτήματος. Για την παραγωγή του μοναδικού βίντεο κλιπ τους, που έγινε για το τραγούδι "One Rode to Asa Bay", πλήρωσε ο ίδιος. Το εν λόγω βίντεο, παρουσιάστηκε στο MTV's Headbanger's Ball , αν και ο Quorthon δεν το είχε δει ακόμη την εποχή που έδωσε συνέντευξη για το πρόγραμμα.

Το 1993 ο Quorthon άφησε τους Bathory στην άκρη και ηχογράφησε τρία άλμπουμ με το όνομα "Quorthon". Ήταν για εκείνον μια μεγάλη πρόκληση και ένα ιδιαίτερα συναρπαστικό γεγονός, η ευκαιρία να κάνει σόλο δουλειές. Μουσικά, δεν ήθελε να κάνει κάτι παρόμοιο με πριν: «Δεν είναι ότι δεν μου άρεσε ότι έκανα με τους Bathory, απλά σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να "σκοτώσω" την πολύ λανθασμένη εικόνα του "Quorthon", που είχε αναπτυχθεί στη metal σκηνή γενικότερα. Οι άνθρωποι νόμιζαν ότι ήμουν ένα νεο-ναζιστικό σατανικό Viking που πίνει το αίμα και τρώει βρέφη, που ζούσε σε μια σπηλιά νυχτερίδων στο βόρειο τμήμα της Σουηδίας και ένα σωρό άλλα ηλίθια πράγματα. Σκέφτηκα πως αν έκανα ένα σόλο άλμπουμ που ήταν μίλια από τους Bathory, ενσωματώνοντας λίγο rock , blues και punk, ίσως και οι πιο φανατικές περιπτώσεις να σταματούσαν να φοβούνται.», έχει δηλώσει. Η πρώτη του σόλο δουλειά, κυκλοφόρησε το 1994 και οι δύο τελευταίες, το 1997. Μουσικά είχαν έναν πιο ροκ προσανατολισμό, ενώ όσο δούλευε πάνω σ’ αυτά, βρήκε νέα έμπνευση για να συνεχίσει να συνθέτει μουσική για τους Bathory. Έτσι το “Requiem”, που είδε το φως το 1994, βασιζόταν σε ένα retro-thrash metal στυλ, διαφορετικό από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του γκρουπ. Συνέχισε στο ίδιο στυλ, πριν τελικά στραφεί εκ νέου στο Viking metal, για το έπος “Norland”. Αν και είχε σχεδιάσει να κυκλοφορήσει, ένα σύνολο από τέσσερα άλμπουμ, πρόλαβε να ολοκληρώσει μόνο τα δύο από αυτά.

Στις 7 Ιουνίου του 2004, ο μουσικός βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του και τα αίτια του θανάτου του αποδόθηκαν σε καρδιακή ανεπάρκεια. Σε συνεντεύξεις του, είχε δηλώσει πως δεν αισθανόταν καμία ντροπή για τους πρώτους δίσκους των Bathory και πως δεν επέτρεπε ποτέ οποιαδήποτε προσωπική ιδεολογία να επηρεάσει τη μουσική ή τους στίχους του. Στον ελεύθερο χρόνο του, άκουγε τα πάντα από Glenn Miller μέχρι The Beatles, από Wagner μέχρι Sex Pistols και από Nick Drake μέχρι Beethoven. Metal άκουγε σπάνια και συγκεκριμένα, μόνο κάποια βινύλια που είχε αγοράσει μικρός, από KissSaxon, Motörhead και Black Sabbath.

 

 

 

Απο τη στήλη του Rockoverdose "Σαν σήμερα" 

 

Comments