Οι τελευταίες μέρες ήταν μια κακή θολούρα. Το γιατί και πως δεν είναι του παρόντος. Κάπως, κάπου, κάποτε καταφέρνω και βρίσκομαι εντός του νέου Arch Club, πλαγίως της Πέτρου Ράλλη. Επάνω στη σκηνή νομίζω ότι βλέπω ήδη τους Ηouse Anxiety. “Το έχασα τελείως” σκέφτομαι. Ανοιγοκλείνω μία τα μάτια μου, τελικά ήταν όντως αυτοί, απλά τώρα έδειξαν -ορθώς- την πόρτα στον τραγουδιστή και ονομάζονται Scumbath. Κατά τα άλλα, το sludge τους παραμένει όπως το ξέραμε: βαρύ, μαγκιόρικο και χασισοτραφές. Props στον Ιάσωνα, που ανταποκρίθηκε άψογα στο διττό ρόλο του σε τύμπανα και -πλέον- φωνητικά.

Στο διάλειμμα βγαίνω για λίγο πολύτιμο αέρα, αλλά δυστυχώς ξεκινά να βρέχει καταρρακτωδώς. “Χειρότερα δε γίνεται” μονολόγησα και επέστρεψα στο εσωτερικό όπου Βαρίκος, Μπαμπαλήδες και Σία επαναλαμβάνουν ζωντανά τη συνταγή που πλέον τους έχει καθιερώσει: Ηeavy Sabbath-ικά groove-άτα riffs, απλές, αλλά to the point μελωδίες και μια καθαρή, αλλά παρασθησιογόνα από τα εφέ φωνή να έρχεται από το υπερπέραν και να δένει το cake. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με μπόλικο αέρα και attitude, κατέστησαν το set των Acid Mammoth αρκούντως απολαυστικό και ενθουσίασαν το κοινό. “Γαμώ” είπα από μέσα μου, αλλά δεν έφτασα ποτέ εκεί. Άλλωστε, είχα τα δικά μου ζόρια να αναλογιστώ.

Κατά τις 22:45 τα καμάρια της Νέας Ορλεάνης βρίσκουν το δρόμο τους για τη σκηνή. Μετά από κάτι μεταξύ soundcheck, jam και γενικότερου ψωλαρίσματος που διήρκησε περί το τέταρτο, αποφάσισαν να βάλουν μπρος τις μηχανές, στέλνοντας μπόλικο κόσμο κατευθείαν στα κάγκελα. Οι υπέρβαρες κιθάρες του Jimmy Bower δίνουν το πρόσταγμα και το κοινό κρέμεται από τα δάχτυλα του. Θέλεις δυσώδη αδυσώπητα riffs, κατευθείαν από τους βάλτους; Σε έχει. Θέλεις πατροπαράδοτα hardcore punk γκάζια για επικές κλωτσοπατινάδες; Παλιά του τέχνη κόσκινο.

Μήπως αγνή βρώμικη μπλουζοντουμιά από την πηγή; Πάρτη στη μάπα. Απέναντι του ο Gary Mader με τον Darkglass τερματισμένο να δοκιμάζει σε ακραίες συνθήκες τη στατικότητα των τοίχων του Arch και όπισθεν ο “Robo από τους Black Flag” Aaron Hill να παρουσιάζεται χειμαρρώδης στα γρήγορα, υπέρ groovy στα αργά και γενικότερα έτοιμος για οτιδήποτε δοκιμάσουν οι δύο έγχορδοι, εντός κι εκτός προγράμματος.

O Mike “IX” Williams να φτύνει το βιτριόλι του -όταν δεν εκτοξεύει μύξες και ποτά στις πρώτες σειρές- πάνω από αιώνιους ύμνους όπως τα “Jackass In The Will Of God”, “Blank/Shoplift”, “Sisterfucker (Part I), “New Orleans Is The New Vietnam” κι από κάτω να βγαίνουν άσχημα γούστα, γιατί Eyehategod βλέπεις. Ο σαδισμός του “Every Thing, Every Day” εκεί στα τελειώματα, ενώ την επόμενη ημέρα θα έπρεπε να συρθούμε για δουλειά, δεν ξέρω κατά πόσο συνειδητοποιήθηκε/εκτιμήθηκε. Εγώ έτσι κι αλλιώς, είχα να σκεφτώ σημαντικότερα πράματα. Συγκρατώ ότι ο φίλος μου ο Κώστας έκανε εθιμοτυπικά το καλύτερο stagedive νωρίς στη βραδιά και η μνήμη μου κάπου εδώ εξαντλείται. Οι τελευταίες ώρες άλλωστε, ήταν μια άσχημη θολούρα. Αλλά δεν ήταν και τόσο κακή, έτσι δεν είναι;















