Αφιέρωμα Trivium: Dragons Ascending In Shogun Waves – Α countdown to an amazing discography

.

.

Οι Αμερικάνοι Trivium είναι μία από τις περιπτώσεις που παύουν οι ισχυρισμοί και ισχύουν τα δεδομένα, καθώς και τι δεν έχει ακουστεί για την πάρτη τους και τις περισσότερες φορές για όλους τους λάθος λόγους, είναι σίγουρα μία από τις λίγες μπάντες που συγκέντρωσαν τα πυρά πολλών οπαδών πιο παραδοσιακών ήχων χωρίς αυτά να σχετίζονται τόσο με την αντικειμενική αξία τους, όσο με το γεγονός ότι βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα λόγω της πολύ γρήγορης ανέλιξης τους από το 2ο κιόλας άλμπουμ τους το 2005, το κορυφαίο “Ascendancy”. To συγκρότημα δημιουργήθηκε το 1999 από τον τότε μπασίστα και τραγουδιστή Brad Lewter, ο οποίος βρήκε στα πρόσωπα του κιθαρίστα Jarred Bonaparte και του ντράμερ Travis Smith την ιδανική ομάδα να ξεκινήσουν το όραμα τους. Ονόμασαν την μπάντα Trivium θέλοντας να τονίσουν την τριάδα των βασικών τους επιρροών που δεν ήταν άλλες από το metalcore, το thrash metal και το μελωδικό death metal. Όλα άλλαξαν μια για πάντα όταν μια μέρα ο Lewter είδε έναν φοβερό τύπο ονόματι Matthew Heafy να τραγουδάει το “No Leaf Clover” των Metallica -βασικότατη επιρροή της μπάντας ανέκαθεν- και εντυπωσιάστηκαν τόσο, που δεν δίστασαν να τον καλέσουν στο σπίτι του Smith ώστε να τον εισάγουν στη μπάντα.

.

.

Εκεί ο Heafy τους ξετίναξε και κέρδισε πανεύκολα την θέση του lead κιθαρίστα παίζοντας μια εκρηκτική εκτέλεση του “For Whom The Bell Tolls” -ναι, ξανά των Metallica- και η μπάντα έμοιαζε να παίρνει την τελική της μορφή. Ο Lewter παρότι ξεκίνησε το συγκρότημα, δεν έμελλε να μακροημερεύσει και αποτέλεσε παρελθόν, με τον Heafy να αναλαμβάνει και τα φωνητικά, ενώ παρελθόν αποτέλεσε και ο Bonaparte που είχε προσωρινά αναλάβει το μπάσο μετά τη φυγή του Lewter, έτσι στη θέση του ήρθε ο Richie Brown προσωρινά από μια τοπική black metal μπάντα ονόματι Mindscar μέχρι να βρεθεί μόνιμος αντικαταστάτης και το συγκρότημα βρήκε τελικά τον Brent Young στη θέση του και ως τρίο ξεκίνησε τις διαδικασίες ηχογράφησης υλικού, αφού πρώτα άρχισε να παίζει περισσότερα τοπικά show, ενώ ενδιάμεσα από το συγκρότημα πέρασε βραχύβια και ο κιθαρίστας Matt Schuler. Μεταξύ των συναυλιών που δόθηκαν, η μία αφορούσε fundraising για τον Chuck Schuldiner των Death, ο οποίος ήταν και παραμένει επίσης εκ των βασικών επιρροών και ηρώων της μπάντας. Είμαστε στο 2002 και οι Trivium ηχογραφούν το πρώτο τους demo “Ruber” (γνωστό ως το κόκκινο demo), με την σύντομη παρουσία του κιθαρίστα George Moore και στη συνέχεια ήρθε η ηχογράφηση του δεύτερου demo τους.

.

.

Το “Caeruleus” (γνωστό ως και μπλε demo) τράβηξε την προσοχή της Γερμανικής Lifeforce που τους έδωσε το πρώτο τους συμβόλαιο έτσι κι αφού ήρθε και ένα τρίτο demo ονόματι “Flavus” (γνωστό ως το κίτρινο demo), η μπάντα ήταν έτοιμη να κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ. Ηχογραφήθηκε ως τρίο με τους Heafy/Young/Smith και ήταν το μοναδικό τους στην εν λόγω εταιρεία, καθώς μετά η Roadrunner βλέποντας φλέβα χρυσού, έπαιξε all in και τους υπέγραψε με συνοπτικές διαδικασίες, ενώ τους προώθησε τόσο πολύ που δεν έλειπαν και υπερβολικοί χαρακτηρισμοί που μόνο κακό θα μπορούσαν να κάνουν στο συγκρότημα, το οποίο ευτυχώς δεν πολυκαταλάβαινε και έβαλαν όλοι τα κεφάλια τους κάτω και δούλεψαν πάρα πολύ σκληρά ώστε να φτάσουν εν έτει 2026 να θεωρούνται μια από τις κορυφαίες μπάντες των τελευταίων 25 ετών, ενώ το κοινό τους μεγαλώνει συνεχώς και ραγδαία που μοιάζουν να μην έχουν ταβάνι κι εκεί που οι πιθανότητες κάποιες φορές δείχνουν όχι υπέρ τους, κάτι θα βρουν και θα κάνουν και θα στρέψουν τα χαρτιά προς το μέρος τους ξανά. Αν δεν άλλαζαν και τόσο συχνά ντράμερ ίσως να είχαμε άλλη εξέλιξη, αλλά από τη στιγμή που τα ¾ της μπάντας είναι μαζί χρόνια, δεν φοβόμαστε τίποτα και κανέναν.

.

.

Παρακάτω ακολουθεί οπαδικό ranking δισκογραφίας όπως το έζησα από τη μέρα που άρχισα να τους ακολουθώ το μακρινό 2003, από καθαρή κωλοφαρδία μια και είδα το όνομα του Jason Suecof ως παραγωγό στο ντεμπούτο τους και επειδή μερικά ονόματα τα εμπιστεύομαστε τυφλά, έτσι ξεκίνησε μια σχέση αγάπης που με οδήγησε να τους υπερασπίζομαι σε κάθε δυνατή ευκαιρία, με κάποιες φορές η όλη διαδικασία να μην είναι και πολύ “ευγενική” και ειδικότερα όταν είχα απέναντι μου μερικούς τρουόκαυλους που γι’αυτούς η μουσική σταμάτησε -στην καλύτερη- το 1989. Η λίστα και σειρά αυτής είναι καθαρά προσωπική άποψη και βάσει προσδοκιών από το συγκρότημα, θεωρώ πάντως ότι στις περισσότερες περιπτώσεις θα υπάρχει ταύτιση μεταξύ και των φανατικών οπαδών τους και όσων δεν τους πολυτρελαίνουν αλλά συνεχίζουν να τους εκτιμούν χωρίς κολλήματα.

.

.

10. “Silence In The Snow” (Roadrunner Records, 2015)

.

.

.

.

ΟΚ θα είμαι ειλικρινής όσο κι αν κάπου τα πράγματα είναι κάπου στη μέση ας πούμε. Χρειαζόμουν στη ζωή μου ένα δίσκο Trivium ΜΟΝΟ με καθαρά φωνητικά; ΟΧΙ, ΟΧΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΟΧΙ! Τι θέλω να πω όμως γιατί η φωνή του Heafy είναι υπέροχη και ΔΕΝ με πειράζει αυτό! Η όλη ουσία της μουσικής των Trivium ήταν αυτή η διπολικότητα στα καθαρά/άγρια φωνητικά και οι αλλαγές των ρυθμών που είχαν, το απρόβλεπτο που δεν περίμενες και μπορούσε να σε στείλει ανά πάσα στιγμή. Έτσι όσο πανέμορφα κι αν είναι κάποια από τα κομμάτια, και όσο επιθετικό κι αν ήταν το marketing με τα 4 βίντεο για το ομότιτλο κομμάτι και τα “Dead And Gone“, “Blind Leading The Blind“ και “Until The World Goes Cold”, η πιο μονοδιάστατη σχετικά προσέγγιση με τα καθαρά φωνητικά κάνει και το υλικό τρομερά μελωδικότερο και λιγότερο απρόβλεπτο, αφαιρώντας από τους Trivium πολλά από τα βασικά τους όπλα. Με ενοχλεί ακόμα και το κάτασπρο εξώφυλλο στο δίσκο χωρίς καν το λογότυπο τους, ενώ στο μοναδικό του άλμπουμ με τη μπάντα, ο Mat Madiro κάνει φοβερή δουλειά στα τύμπανα αλλά δε μπορεί μόνος του να σώσει το αποτέλεσμα. Για άλλη μπάντα θα ήταν δισκάρα. Για τους Trivium ΑΠΛΑ ΟΧΙ!

.

.

.

.

9. “What The Dead Men Say” (Roadrunner Records, 2020)

.

.

.

.

Ας πούμε ότι οι θέσεις 8-9 αποφασίστηκαν την τελευταία στιγμή καθώς δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους. Στο προτελευταίο μέχρι στιγμής άλμπουμ τους, οι Trivium συνεχίζουν την ανοδική πορεία από το “The Sin And The Sentence” ύστερα από την αλγεινή εντύπωση που προκάλεσε το “Silence In The Snow” και το συγκεκριμένο άλμπουμ έχει το πλεονέκτημα ότι “αναπνέει” λίγο καλύτερα από τον προκάτοχο του βάσει της μικρότερης διάρκειας του. Με πολιορκητικούς κριούς το ομότιτλο κομμάτι και το φοβερά πιασάρικο “Catastrophist”, οι Trivium αποδεικνύουν ότι δεν έχουν ξεχάσει την τέχνη να γράφουν φοβερά κομμάτια, ωστόσο ενώ πάμε καλά κι όλα ανθηρά ως ένα σημείο, υπάρχει σίγουρα απόκλιση από τις μέρες δόξας που σε κάνει να πιστεύεις ότι όσο πραγματικά καλά κι αν είναι τα περισσότερα κομμάτια του δίσκου, δύσκολα ως ακατόρθωτα θα είχαν θέση σε κάποιο παλιότερο άλμπουμ και ειδικά μέχρι και το 2011. Παρ’όλα αυτά, το άλμπουμ αυτό αποδείχθηκε πολύ κρίσιμο για όσα ακολούθησαν και είναι μαθηματικά βέβαιο ότι μάλλον ούτε ένας περίμενε τι θα ακολουθούσε μόλις ενάμιση χρόνο αργότερα, όπου οι Trivium μια και καλή μας αποστόμωσαν όλους. Ωραίο άλμπουμ, χάλια εξώφυλλο, σε δισκογραφία άλλης μπάντας θα έστεκε πολύ ψηλότερα, αλλά είπαμε, εδώ έχουμε να κάνουμε με Trivium, δεν χωράνε συναισθηματισμοί.

.

.

.

.

8. “The Sin And The Sentence” (Roadrunner Records, 2017)

.

.

.

.

Λύτρωση! Το πρώτο συναίσθημα της ακρόασης του “The Sin And The Sentence” ήταν αυτό ακριβώς καθώς νομίζω δε θα άντεχε κανείς άλλη κρυάδα μετά το “Silence In The Snow”. O Heafy καταλαβαίνει πρώτος το “λάθος” της μη χρήσης των διπλών φωνητικών και εμφανίζεται άκρως ανανεωμένος και πωρωτικός σε αυτό το άλμπουμ που με το μπάσιμο με το ομότιτλο κομμάτι, φροντίζει να βάλει από νωρίς τα πράγματα στη θέση τους. Και το “Beyond Oblivion” και ειδικά το κολλητικότατο “The Heart From Your Hate” έχουν θέση σε πιθανό best of της μπάντας αν συμπεριληφθούν κομμάτια από όλους τους δίσκους, λίγο με το εξώφυλλο πάλι κοιταζόμασταν σε φάση “σοβαρά ρε μαλάκες τώρα;” αλλά ουδέν μεμπτόν μπροστά στο περιεχόμενο που ήταν επιτέλους ξανά Trivium όπως τους είχαμε συνηθίσει και έπρεπε πάντα να ακούγονται. Το βάζω πάνω από τον διάδοχο του καθαρά λόγω της μεγαλύτερης τριβής και περισσότερων ακροάσεων, υπάρχουν πράγματα που μου αρέσουν εδώ περισσότερο, άλλα που μου αρέσουν περισσότερο στο “What The Dead Men Say”, θα μπορούσε άνετα να’χε βγει σαν διπλό άλμπουμ καθώς είναι σχεδόν “αδερφά” δημιουργήματα. Λάθος που αναγνωρίζεται είναι σαν ειλικρινής συγνώμη και μεταμέλεια συνεπώς συγχωρεμένοι ξεκάθαρα οι Trivium. Στο πρώτο του άλμπουμ με τη μπάντα, ο Alex Bent διαλύει τα δέρματα και δείχνει ότι τα καλύτερα ερχόντουσαν εν όψει.

.

.

.

.

7. “Vengeance Falls” (Roadrunner Records, 2013)

.

.

Πάλι στον αγαπημένο τους Οκτώβριο όπως συνήθιζαν συχνά, οι Trivium επιστρέφουν με ένα δίσκο καταδικασμένο από τα αποδυτήρια να μη μπορεί να μπει στην ίδια κουβέντα με το “In Waves”. Όλο περίμεναν ότι κάτι αντίστοιχο δε μπορεί να επαναληφθεί και σαφώς είχαν απόλυτο δίκιο, επειδή όμως όλοι περίμεναν πολύ χειρότερα, το άλμπουμ τελικά δεν έφαγε τόση λέζα, ενώ παικτικά και ηχητικά είναι στα πλέον τεχνικά και μοντέρνα τους και δεν γίνεται να μην του αναγνωριστεί αυτό. Τελευταίο άλμπουμ για τον ντράμερ Nick Augusto, ο οποίος ήταν φοβερός ντράμερ και πολύ συμβατός με την τότε ηχητική προσέγγιση τους. Φοβερά τα βίντεο και για το “Strife” και για το “Through Blood And Dirt And Bone” αλλά η ΤΕΡΑΣΤΙΑ -κι όχι απλά μεγάλη- στιγμή του δίσκου είναι το ΑΣΥΛΛΗΠΤΟ έπος “Incineration: The Broken World” που είχε θέση σε κάθε δίσκο τους από το “In Waves” και πριν χωρίς να χαλάσει το τελικό αποτέλεσμα, μιλάμε για ένα από τα πλέον κορυφαία κομμάτια της καριέρας τους που μπορώ να ακούω σε συνεχή λούπα και που δυστυχώς είναι δύσκολο ως ακατόρθωτο να το ακούσουμε ζωντανά. Δίσκος τον οποίο αντιμετώπισα εξ’αρχής με χαμόγελο και κερδίζει πολύ σε εκτίμηση όσο περνάνε τα χρόνια, ειδικά μετά το “In Waves”!

.

.

.

.

6. “The Crusade” (Roadrunner Records, 2006)

.

.

.

.

Πολύ ιδιαίτερη κατάσταση αυτός ο δίσκος ο οποίος έφαγε από την αρχή τα πυρά όλων όσων “υπέφεραν” από την υπερπροβολή των Trivium λίγο πριν και λίγο μετά το “Ascendancy”, τους περίμεναν όλοι στη γωνία και τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν κατά την ακρόαση του δίσκου, προέκυψε μία πλήρης ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ -τους αγαπώ, τους λατρεύω, πρέπει να είμαστε ακριβείς στην περιγραφή- των Metallica σε βαθμό σχεδόν μήνυσης, που δεν βοήθησε και πολύ ακόμα κι όσους ήθελαν να τους πάρουν με καλό μάτι. Τι κι αν εγώ προσωπικά αγαπώ πολύ τον δίσκο, τι κι αν μετά το “Ascendancy” καμία μπάντα δε θα τολμούσε να το κοιτάξει στα μάτια με διαφορετική πορεία και ήχο, αυτή η προφανής ομοιότητα με τα πρότυπα τους δεν βοήθησε ιδιαίτερα ένα συγκρότημα που αν μη τι άλλο έδειχνε να φτιάχνει δική του ταυτότητα τότε. Ούτε ένα, ούτε δύο αλλά ΠΕΝΤΕ βίντεο έκαναν για τον δίσκο, κλασικός ύμνος το “Anthem (We Are The Fire)”, ενώ βίντεο γυρίστηκαν για τα “The Rising”, “To The Rats”, “Becoming The Dragon” (τραγουδάρα) και με αγαπημένο μου όλων το “Entrance Of The Conflagration”, στα πλέον φοβερά δομικά κομμάτια τους, που ακόμα και με την ξεκάθαρη James Hetfield αύρα στη φωνή του Heafy στο δίσκο, δε μπορεί να μειωθεί η αντικειμενική του αξία.

.

.

.

.

5. “Εmber To Inferno” (Lifeforce Records, 2003)

.

.

.

.

Το κορυφαίο ντεμπούτο της μπάντας και μοναδικό τους άλμπουμ εκτός Roadrunner. Ο Matthew Heafy μόλις 17 ετών τότε (!!!!), όχι ότι ο Brent Young στα 20 και ο Travis Smith στα 21 ήταν πολύ μεγαλύτεροι, αλλά δεν παύει να’ναι ένα μικρό σοκ αναλογιζόμενοι πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια κι ο Matt έφτασε πλέον τα 40! Η μπάντα πράγματι ακροβατεί μεταξύ metalcore και καθαρού thrash, ωστόσο δε λείπουν και οι σαφείς αναφορές προς τον ήχο του μελωδικού death metal προς Σουηδία μεριά και μιλάμε για ένα ιδανικό ντεμπούτο που αλλάζει πολύ στη συνέχεια την ιστορία των εξελίξεων και αποτελεί το εισιτήριο τους για τη Roadrunner και για ακόμα μεγαλύτερες κατακτήσεις μελλοντικά. Παραγωγάρα απο τον Jason Suecof στον οποίο σωστά επένδυσε το συγκρότημα και δε βγήκε χαμένο. Ακούγοντας το άλμπουμ αυτό και την μελλοντική τους εξέλιξη, κάποιος που θα το’χε δει να έρχεται, ενδεχομένως να τρόμαζε με την διαφορά της τότε με τη σημερινή εποχή, ωστόσο δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι ήταν το ιδανικό ξεκίνημα για το συγκρότημα κι ότι στα πρώτα τους βήματα, δεν φοβήθηκαν να παίξουν βαριά χαρτιά και να τα βάλουν στα ίσα με τους μεγάλους, διεκδικώντας κομμάτι της πίτας που στην πορεία, το μεγαλύτερο μέρος της ήταν δικό τους.

.

.

.

.

4. “In Waves” (Roadrunner Records, 2011)

.

.

.

.

Τα βλέπω κάποια καντήλια να εκτοξεύονται προς το μέρος μου τύπου “τι 4ο το In Waves βρε βλάκα” και τέτοια αλλά δε μασάω, εξάλλου αυτό καταδεικνύει και την γενικότερη ποιότητα της δισκογραφίας των Trivium. Μιλάμε ξεκάθαρα για ΔΙΣΚΑΡΑ που έποιασε άπαντες εξαπίνης καθώς ίσως και να μην περίμεναν η ποιότητα του “Shogun” να συνεχιστεί σε τόσο υψηλά επίπεδα και μάλιστα με την προσθήκη νέου ντράμερ για πρώτη φορά χωρίς τον Travis Smith, αρκετοί είχαν ξενερώσει. Όμως ο Nick Augusto ήταν παραπάνω από άξιος να κάτσει στο σκαμνάκι και βοήθησε σημαντικά την μπάντα να κάνει το επόμενο βήμα παραπάνω. Το ομότιτλο κομμάτι ίσως για πολλούς να είναι το πλέον αναγνωρίσιμο του συγκροτήματος, ενώ με λοιπούς ύμνους όπως το “Inception Of The End” και το φοβερό “Built To Fall” μεταξύ άλλων, το σύνολο έδειχνε κραταιό και οι Trivium έμοιαζαν να μην έχουν αντίπαλο. Όπως έχετε διαπιστώσει, όλα σχεδόν τα άλμπουμ που ακολούθησαν είναι πιο κάτω σε ιεραρχία, πράγμα που δικαιολογεί και την άποψη πολλών ότι στην ουσία οι Trivium χωρίζονται σε εποχές προ και μετά “In Waves” και η αλήθεια να λέγεται, ο κανόνας με μία μοναδική εξαίρεση, ήταν ότι δε μπορούσαν να το ξεπεράσουν. Επειδή όμως και οι παραδόσεις είναι για να σπάνε, ήρθε η έκπληξη!

.

.

.

.

3. In The Court Of The Dragon” (Roadrunner Records, 2021)

.

.

.

.

Σίγουρα η μεγαλύτερη έκπληξη της δισκογραφίας τους, το πιο ποιοτικά απροσδόκητο άλμπουμ τους, η στιγμή που κανείς δεν περίμενε ότι θα ακούσει από ένα σημείο και μετά. Στο τελευταίο τους μέχρι στιγμής άλμπουμ, 5 χρόνια πριν, οι Trivium ανατρέπουν κάθε προγνωστικό και παρουσιάζουν την πιο ώριμη δισκογραφική τους δουλειά, με τους παλιότερους οπαδούς να τσιμπιούνται για να το πιστέψουν ενώ πάρα πολλοί ήταν αυτοί που τους άκουσαν για πρώτη φορά βλέποντας κάποια από τα βίντεο του δίσκου, αναρωτώμενοι “γιατί στο διάολο δεν τους άκουγα αυτούς πιο πριν;” ή “τι πάθανε αυτοί και παίζουν καλά ενώ δε μου άρεσαν ποτέ;” και διάφορα τέτοια. Μιλάμε για ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΕΣ από την αρχή ως το τέλος, με βιντεάρες για το ομότιτλο κομμάτι, το καταπληκτικό “Feast Of Fire”, το συναισθηματικό “The Shadow Of The Abattoir” και το “The Phalanx” που κλείνει τον δίσκο. ΑΛΛΑ! Ο ΥΜΝΟΣ του δίσκου και καλύτερο κομμάτι που έχουν γράψει τα τελευταία πάρα πολλά χρόνια, είναι αδιαμφισβήτητα το “Like A Sword Over Damocles” που πραγματικά κάθε φορά που ακούω, δε μπορώ να το ακούσω μόνο μία φορά και παίζει 3-4-5 στο καπάκι. Συγκλονιστική στιγμή και κορυφαίο άλμπουμ που προσωπικά λέω ότι μακάρι να μην ξαναβγάλουν άλλο, γιατί αποκλείω να το ξεπεράσουν. Βέβαια και πριν από αυτό έτσι έλεγα, αλλά…

.

.

.

.

2. “Shogun” (Roadrunner Records, 2009)

.

.

.

.

ΟΚ εδώ τα πράγματα έγιναν ΠΟΛΥ σοβαρά, καθώς το “Shogun” ήρθε ελάχιστα μετά το “The Crusade” στο οποίο όπως είπαμε παραπάνω, υπήρχε έντονο το σύνδρομο Metallica και η μπάντα έχασε πολλούς πόντους, χωρίς να συνδέεται αυτό με την ποιότητα του δίσκου. Στο “Shogun” οι Trivium πατάνε το γκάζι και κάνουν την μεγαλύτερη τους αλλαγή ως τότε, με πολλά κλασικότερα μεταλλικά στοιχεία και δεν είναι υπερβολή αυτό που λένε όλοι ότι αν έβγαινε αμέσως μετά το “Ascendancy” θα είχαμε απανωτά εγκεφαλικά. Στο τελευταίο του άλμπουμ με το συγκρότημα, ο Travis Smith δίνει παράσταση ζωής (λες και το ήξερε) με ασύλληπτα τύμπανα, ενώ γενικά είναι θαυμάσια η εξέλιξη τους παικτικά. Στα συν του σαν κυκλοφορία το “χάσιμο” booklet, το οποίο αν και δεν έχει τους στίχους, φανέρωνε και εικαστικά το πόσο ΜΠΡΟΣΤΑ ήταν το συγκρότημα και γενικά δεν είναι λίγοι αυτοί που το τοποθετούν και στην κορυφή της δισκογραφίας τους, χωρίς να μπορεί κάποιος να τους αδικήσει σαφώς. Θα μπορούσε να είναι στην 3η θέση μια και το “In The Court Of The Dragon” είναι εξίσου θεϊκό, αλλά κάτι οι αμείωτες ακροάσεις, κάτι ότι προηγήθηκε 13 χρόνια πριν, το βάζουν ένα σκαλί πιο πάνω. Trivium γενικά να δείχνουν ότι πήγαιναν ΓΑΜΙΩΝΤΑΣ, πράγμα που αποδείχθηκε περίτρανα 2 χρόνια μετά με το “In Waves”.

.

.

1. “Ascendancy” (Roadrunner Records, 2005)

.

.

.

.

Εντάξει φαντάζομαι το είδατε να έρχεται και αποτελεί γενικότερα και την πλήρη σύμπλευση απόψεων που τους αφορά, καθώς ήταν το άλμπουμ που τους εκτόξευσε σαν δημοτικότητα και αποτέλεσε και την πέτρα του σκανδάλου να αρχίζουν να τρώνε λέζα άνευ προηγουμένου. Στο “Ascendancy” οι Trivium συνδυάζουν πείνα, καύλα και σωστή στιγμή για το σωστό άλμπουμ, με τη Roadrunner να τους σπρώχνει όσο δε λέγεται, να μιλάει για το νέο καλύτερο συγκρότημα του κόσμου που θα ξεπεράσει τους Metallica και τους Iron Maiden και γενικά με υπερ-προβολή που δεν ξέρουμε αν θα άντεχαν οι περισσότεροι. Από την αρχή ως το τέλος έχουμε επίδειξη δύναμης με το κομμάτι που τους άλλαξε τη ζωή να’ναι ξεκάθαρα το “Pull Harder On The Strings Of Your Martyr”, χωρίς να πήγαίνουν πίσω τα εξίσου γνωστά και πολυπροβεβλημένα “Like Light To The Flies”, “Dying In Your Arms” και το καταστροφικό “A Gunshot To The Head Of Trepidation”. Το 11 στα 10αρια τους (αν και όποια θεωρεί κάποιος ότι μπορεί να έχουν), ο λόγος που είχαν όλα συνέχεια τα τελευταία 20 και βάλε χρόνια, ένα από τα κορυφαία άλμπουμ όλων των ‘00s στο πολύ χαλαρό και η βάση στην οποία χτίστηκαν όλα μα ΟΛΑ τα οποία διαβάσατε παραπάνω.

.

.

.

.

Αυτά τα “λίγα” (ΟΚ μη βρίζετε, τα ξέρετε τα δικά μου τα “λιγα”) για ένα συγκρότημα που αγαπάει πολύ περισσότερο ΚΑΙ ΜΕ ΠΡΑΞΕΙΣ το ιερό μέταλλο σε σχέση με όσα τους καταλογίζονται αδίκως, που έχει φέρει ΧΙΛΙΑΔΕΣ οπαδούς στην μουσική μας και που συνεχίζει να ανεβαίνει σε αγάπη, δημοτικότητα και προοπτκή όσο περνάνε τα χρόνια και που ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ παρότι έπρεπε να γίνει 40αρης ο Matt Heafy για να τους δούμε, έρχονται στην Ελλάδα και για πολλούς, ίσως κλέψουν την παράσταση ακόμα κι από τους ίδιους τους Pantera!

.

.

Για το Rock Overdose,

.

Άγγελος Κατσούρας

.

.

Comments

rockoverdose.gr