Συντάκτης: Μιχάλης Τσολάκος
Oι Honeybadger είναι μια τετραμελής μπάντα από την Αθήνα που κινείται κάπου μεταξύ του heavy/desert rock, του stoner και του σημερινού hard rock. Έχοντας ήδη μια ολοκληρωμένη δουλειά στο παλμαρέ τους, το “Pleasure Delayer” του 2020 και μια επικείμενη ζωντανή εμφάνιση στις 18 Οκτωβρίου, ανοίγοντας για τους Dozer, βρίσκονται μια ανάσα από την επίσημη κυκλοφορία του “Let There Be Light” LP τους. Εδώ πρακτικά οι Honeybadger δεν αλλάζουν ηχητικά μονοπάτια, αλλά προσπαθούν να παρουσιάσουν κάτι πιο εναλλακτικό, ίσως να εξερευνήσουν κάτι διαφορετικό μέσα στα ίδια όμως ηχητικά πλαίσια. Δίνουν πολύ βάση στις μελωδίες και στα riffs που επιλέγουν για να χτίσουν τα κομμάτια τους.
Άκου το “Filth And Disorder” και στο καπάκι το “The Green”, έχουν και τα δυο για οδηγό τα κιθαριστικά riffs και τα ρεφρέν που τα κάνουν σχεδόν χορευτικά. Δεν παρατηρείται μεγάλος όγκος στις κιθάρες, σίγουρα όμως δεν λείπει η ένταση. Έχουν τα υπνωτικά τους σημεία σε κάποιες συνθέσεις, αλλά όχι στο βαθμό των Νaxatras για παράδειγμα, αν όμως έπρεπε να τους ταιριάξω με άλλα δυο συγκροτήματα παρόμοιου ύφους, θα επέλεγα τους Planet Of Zeus και The Steams, παρότι τα φωνητικά τους δεν είναι τόσο τσιτωμένα κι επιθετικά σαν των πρώτων. Τουναντίον, είναι ήρεμα, σχεδόν μεγαφωνικά, συναισθηματικά, άρα και πολύ πιο φιλικά ή εύπεπτα, αν προτιμάτε, στο μέσο αυτί ενός ακροατηρίου που κινείται στο φάσμα του heavy rock γενικά.
Oι Ηoneybadger εδώ κάνουν μεγάλη και ειλικρινέστατη προσπάθειά για το level up. Το “Let There Be Light” ασφαλώς κι ακούγεται με ενδιαφέρον, αλλά θαρρώ πως του λείπει μια πολύ σπουδαία σύνθεση, από τις 8 που περιέχει συνολικά. Καλά κομμάτια και το "Panic Button" και το "Diamonds" και το "Empty Handed", άλλα πιο άμεσα και ραδιοφωνικά και άλλα πιο βυθισμένα στη σκόνη και το σκοτάδι. Δεν παύει όμως το συγκεκριμένο άλμπουμ να ακούγεται ώριμο, κατασταλαγμένο και πιο εσωτερικό. Θα το ξανακούσω γιατί πιστεύω ότι θα ανακαλύπτω και κάτι καινούργιο κάθε φορά, μέχρι τότε όμως δε θα παύω να είμαι συγκρατημένος.
Βαθμολογία: 70/100
Για το Rock Overdose,
Μιχάλης Τσολάκος


