LUCIFER – “Lucifer III”

Συντάκτης: Τρύφων Σεραφειμίδης

 

Μια κατάσταση ρετρό. Μια υπόσταση μυστήρια, ωστόσο οικεία. Ένα hard rock καταστασιακό. Ένα heavy metal κούρδισμα. Να τί είναι αυτός ο δίσκος. Φωνητικά με μνήμες, όργανα ξαναγράφουν ξεχασμένους κανόνες. Σπιράλ καλώδια καταλήγουν σε ενισχυτές με λυχνίές με λυχνίες· δερμάτινα, νοσταλγία, horror ερωτισμός. Πώς το hard rock των ’70, ακόμα, παράγει ουσία, riffs, ‘’μετωπικές’’ μελωδίες, ασυνάρτητους φόβους και διάθεση για… μπύρες, πολλές μπύρες. Αυτό είναι.

 

Και λες, ας μελετήσω το δίσκο των Lucifer. Τον τρίτο, τον πιο πρόσφατο. Ανοίγεσαι σε μελωδικές και ρυθμικές αποστάσεις, που δε μετράς. Ένα μουσικό illusion που, σαν αέναο πέρα-δώθε, σε πετάει ψηλότερα. Μια παρέα ρομαντικών, μια σέχτα τροβαδούρων, μια αγέλη ροκάδων. Θα μπορούσε κάποιος, να αφεθεί στο κενό γράμμα, να ορίσει ως μη-αναγνώσιμο το μουσικό όλον του δίσκου. Ή θα πεις πολλά και, σχεδόν ασυνάρτητα, ή δε θα βρεις λέξεις να γράψεις.

 

Δίσκος αποθεωτικός. Στιχάκια, απλή ποίηση για καθημερινούς φόβους, σκιές και αυτό που περιμένει στο σκοτάδι. Hard Rock με χορδές να πάλλονται με αισθησιασμό, ρυθμικά μέρη και όργανα που groove-άρουν μειδιώντας. Ένα μεγάλο επιφώνημα ευχαρίστησης και πλημμυρίζει. Λες να βρήκα τη μουσική Ιθάκη, αναρωτιέσαι; Λες να πλησιάζω τον φανταστικό ανεμόμυλο μου; Ένα μεταίχμιο φανταστικού-πραγματικού, οριστικού-απροσδιόριστου. Αυτό είναι ότι ακούς, όχι μόνο με την ακοή. Η όραση ορέγεται μπάντες από το παρελθόν, το παρόν, η γεύση αγριεύει. Πώς μπορεί ένα μουσικό υλικό, να σε κάνει να γεύεσαι;

 

Lucifer δε βγάλανε, απλώς νέο δίσκο. Ξαναγράψανε ένα μικρό κεφάλαιο, εντός εξεταστέας ύλης για το rock. Δεν το προσπερνάς, μην κάνεις το λάθος και το παραμελήσεις. Γιατί εδώ βρίσκεις μια μικρή αλλά μεστή περίληψη της άγριας μουσικής κουλτούρας και των αισθήσεων που κουβαλάει. Ήχος καθαρός εκεί που πρέπει, βρώμικος όπως αυτός το επιτάσσει. Λυρισμός, αγριότητα, τραχύτητα, μελωδία… τόσα πολλά ώστε το μυαλό σου να φύγει.

 

Η παράθεση των… μουσικών αυτουργών αλλά και των συγκροτημάτων που υπήρξαν μέλη, κάνει το τοπίο λίγο πιο καθαρό, και αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι τί και πώς. Έχουμε λοιπόν: Στα φωνητικά, η ‘’Joplinική’’ Johanna Sadonis με θητεία στους Cryogenic, Dies Ater, Ferox, Informer, The Oath και Vinterkrig. Ως guest έχει εμφανιστεί στους Beastmaker, Ferox, Secrets Οf Τhe Moon.

 

To ανελέητο, χρωματιστό, τσακίρικο drumming ανήκει στον Nicke Andersson με θητεία στους Death Breath, Entombed, Imperial State Electric, The Hellacopters, The Solution. Έχει συμμετάσχει επίσης στις εξής μπάντες: Brainwarp, Cold Ethyl, Corrupt, Daemon, Kurt-Sunes med Helveteshundarna, Mezzrow, Nihilist, Sons Οf Satan, Supershit 666, The Hydromatics σε διάφορα πόστα. Ο “γεννάω riffs σαν την ανάσα μου’’ Martin Nordin δίνει ρυθμό και στους Dead Lord. Η τσιμεντένια βάση, το groovάτο μπασάκι, η τέχνη δηλαδή, ακούει στον μαστερ Haradl Gothblad.

 

Ο δεύτερος κιθαρωδός της ομάδας, ο Linus Bjorklund που συνδράμει ακατάπαυστα στο time-machine των Lucifer παίζει ‘’μπαλίτσα’’ παράλληλα στους Vojd, έχοντας σκορπίσει χορδές στους Delve, Verminous. Θες συμπέρασμα; Μιλάμε για μουσικανθρώπους, με πολλές ανθρωποώρες στις πλάτες. Θα μου πεις, είναι εμφανές από τα περάσματα, το συμπαγές του όλου πράγματος, και την ουσία τελικά. Ψυχαγωγία και διασκέδαση τεραστίων μουσικών διαστάσεων.

 

Στο ‘’Ghost’’ θα κοπανίσεις το κεφάλι σου τον τοίχο των ‘70s riff, με το που μπει το κομμάτι. Θα κοιτάξεις τριγύρω, δυο-τρεις φορές να ανοιγοκλείσεις τα μάτια, και ας πούμε ότι θα πάρεις χαμπάρι τί παίζει η φάση. Άκουσέ με… δε θα καταλάβεις ποτέ! Μελωδικά riffs, να γουστάρεις, τυμπανικά δέρματα στακάτα. Sabbath-ικές ατονικές και ότι θέλει ας γίνει. Το παίξιμο κορυφαίο, οι αλλαγές σαν εποχές. Ήλιος με χιόνι, βροχή με αεράκι. Το παίρνεις προίκα και φεύγεις.

 

Θυμάσαι τους Atomic Rooster; Τους Budgie ή τους Blue Oyster Cult; Αν όχι, ε τότε βάλτο όσο δυνατά σε παίρνει. Το ‘’Midnight Phantom’’ είναι επιτομή της ροκιάς. Αλήτικο structure, πλημμύρα οι μπύρες, χαρούμενοι οι μεταλλοροκάδες. ‘’Τhis is the last Goodbye’’ και ακούγεται σαν ο πιο ερωτικός στίχος που έχει ειπωθεί. Στην power μπαλάντα, ‘’Leather Demon’’ έχουμε άλλο ένα όργιο νοσταλγίας, χωροχρονικού μεταποπισμού. Σαν να μπήκε στο μπαράκι που τζαμάρουν οι Blue Oyster Cult, η Patti Smith και σήκωσαν τα ποτήρια, όλοι ψηλά. Οι πολύ παχιές χορδές χορεύουν σε ρυθμό, σαν σε μυστική συνάθροιση. Και κάπου από το κοινό έρχεται ο μαγικός ‘μουστάκιας’ -ένας είναι ο δρυΐδης των doom riffs- και συμπληρώνει.

 

Με ένα γρήγορο riff βγαλμένο από demo των Deep Purple, οι Lucifer χτυπάνε rock-ιές με το ομώνυμο, ‘’Lucifer’’, και κάνουν μνεία στον έκπτωτο. Ένα drumming να το ‘πιείς στο μπυροπότηρο’, κιθάρες να σκορπάνε σολάκια δώθε κείθε. Μιλάμε για την κομματάρα, σηκώνει δυνατά ηχεία, και σε κάνει να μουρμουρίζεις το ρεφρέν μπροστά στους περαστικούς και αυτοί να σε κοιτάνε παράξενα. Στο “Pacific Blues’’ κάτι δεν πήγε καλά. Ή από την άλλη, να πώς γράφεται ένα masterpiece. Blues καταβολές, gothic αισθητική και ότι καλό έχει δείξει αυτή η τέχνη. Ίσως και το πιο ωραίο κομμάτι του δίσκου. Εδώ, η τραγουδίστρια παρέδωσε δάφνες ερμηνείας. Οι ματζόρε συγχορδίες ορέγονται μονοπάτια στο Joshua Tree, στην έρημο, στα βράχια και ας σου τραγουδάει για ωκεανούς και κύματα.

 

Early gothic το επόμενο, ‘’Coffin Fever’’ με μια κλειστοφοβική ρυθμολογία, στιχάκια και φωνητικά σε ένα μισογκρεμισμένο καθεδρικό χαμένο στη δυτική Ιρλανδία. Πολλά ουίσκι στην υγεία τους, doom περιβάλλον και heavy metal solo που σε περιπαίζει. Οι Pentagram θα στέκουν χαμογελαστοί με το τραγούδι, την ώρα που αδειάζουν μπουκάλια. Classic rock στο επόμενο κομμάτι, ‘’Flanked Βy Snakes’’, ένα ανελέητο jam από ότι πιο γουστόζικο έχει να επιδείξει το southern rock. Η προίκα των Jefferson Airplane στα χρόνια του Woodstock είναι εμφανής, λυρισμός-ερωτισμός υπογραμμίζουν το κομμάτι.

 

Θυμάσαι τους MC5; Ε, βάλε να ροκάρουν ξημέρωμα μετά από ακολασίες, και έχει μια καλή περίληψη για το ‘’Stay Astray’’. Εύπεπτο riff, όπως επιτάσσει η βραδιά, κλασικό drumming περασμένων δεκαετιών, ομορφιές στις μπασογραμμές. Και έρχεται η ώρα του ‘’Cemetery Eyes’’. Θα μπορούσε να είναι το ένα και μοναδικό κομμάτι που χρειάζεται να ακούσεις από το δίσκο. Είναι από εκείνα που χειρίζονται οι παλαιότεροι με τη φράση, ‘’δε βγαίνουν πια τέτοια τραγούδια’’. Να το εδώ, στο παρόν σε πλημμυρίζει όλα τα συναισθήματα που γεννάει ο ήχος μας, τραγουδάρα με λίγα λόγια. Νιώθεις ευτυχία, ζητάς άλλη μία γύρα μπύρες, αρχίζεις και κερνάς όλο το μαγαζί. Ακούγεται μόνο από τη μέση και πάνω στη στάθμη του volume, οδηγάς αργά στη δεξιά λωρίδα και αφήνεις το τοπίο να δίνει τον τόνο.

 

Από τα παραπάνω, θα συμπεράνει κάποιος ότι ο γράφων ‘τα έχει χαμένα’. Με τέτοιο μουσικό όχημα, δύσκολα αναπαύεσαι στο παρόν. Δύσκολα πειθαρχείς στην πεπατημένη, εύκολα εξοκείλεις σε άλλες διαστάσεις. Έχουμε μια δισκάρα, το δίχως άλλο. Μια ροκιά πολυτελείας. Αυτά.

 

 

Βαθμολογία: 90/100

 

 

 

Για το Rock Οverdose,

Τρύφων Σεραφειμίδης



 

 

Comments