SUICIDAL ANGELS -“Profane Prayer”

Συντάκτης: Άγγελος Κατσούρας

 

 

TI ENNOEIΣ ΣΧΕΔΟΝ 5 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΔΙΣΚΟ SUICIDAL ANGELS; Το γράφω με κεφαλαία και στην αρχή για να το πιστέψω, αλλά είναι αλήθεια, δυστυχώς ή ευτυχώς. Πότε κυκλοφόρησε το “Years Of Aggression”, πότε ήρθε η πανδημία και πότε τον ήπιαν με το να μη μπορούν να τον υποστηρίξουν όπως έπρεπε και σηκώθηκαν ξανά στα πόδια τους στη συνέχεια και φτάσαμε 2024, δεν το κατάλαβε κανείς. Ήμουν βέβαιος για κάποιο λόγο ότι αυτό το 8ο πλέον άλμπουμ των Suicidal Angels θα ήταν πολύ κρίσιμο και περίμενα εναγωνίως το τι θα ακούσουμε, ειδικά μετά από τέτοιο κενό. Κακά τα ψέματα, το συγκρότημα δικαίως μέσα στα χρόνια έχει ανεβάσει τον πήχη πάρα πολύ ψηλά, κι έτσι οι προσδοκίες ίσως και να ήταν πιο απαιτητικές από ποτέ, όταν κάτι σου λείπει πολύ, δε μπορείς να διαχειριστείς τυχόν αντιδράσεις, έτσι οι οπαδοί τους που πληθαίνουν συνεχώς και ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές, κι αυτό είναι το πιο ελπιδοφόρο όλων, επιζητούσαν σημάδια ζωής λόγω και των συνεχώς καθυστερήσεων της κυκλοφορίας. Νομίζω ότι τέτοια αγαλλίαση και ανακούφιση όπως όταν έκανε την εμφάνιση τους το πρώτο και εναρκτήριο δείγμα του δίσκου με το Σουηδοπρεπές “When The Lions Die”, στα χνάρια του “Born Of Hate”, δεν την είχα δει να έρχεται.

 

 

 

Είχα πει τότε με το “Born Of Hate” και το ίδιο θα πω και τώρα με το ακόμα καλύτερο “When The Lions Die” ότι οι διάφοροι In Flames, Dark Tranquillity, Arch Enemy, Amon Amarth και λοιποί μελωδόφλωροι που φθίνουν συνεχώς έμπνευσης, θα έπρεπε να τους πληρώνουν αδρά για να τους γράψουν ανάλογα κομμάτια και να ξαναβρούν την παλιά τους αίγλη. Από την άλλη, αυτό το κομμάτι είναι μόνο η αρχή σε ένα δίσκο που σφύζει από φρεσκάδα και διαφορετική λογική από τον πιο χεβιμεταλλάδικο προκάτοχο του. Οι ίδιοι είχαν δηλώσει ότι άκουγαν πολύ Judas Priest στο “Years Of Aggression” και τους βγήκε μια πιο κλασικομεταλλική αύρα. Εδώ στο “Profane Prayer”, o ήχος έχει βαρύνει αισθητά και σε θέμα παιξίματος, ίσως και να έχουμε τον βαρύτερο δίσκο της καριέρας τους, ειδικά σε ότι αφορά τα riff, τα οποία είναι τρομερά στακάτα πέρα από τις ταχύτητες που πιάνουν. Αν κάποιοι νόμιζαν ότι η μπάντα ξέχασε τη βάση της, θα εκπλαγούν ιδιαίτερα με το “Crypts Of Madness” καπάκι μετά την αρχή του δίσκου, ενώ το δεύτερο και ποιο πειθήνιο δείγμα με το “Purified By Fire” το βλέπω από τώρα να βάζει φωτιά όνομα και πράγμα στις συναυλίες τους τις οποίες ορεγόμαστε αιμοσταγείς.

 


 


Στο δίσκο θα βρούμε και δυο πολύ μεγάλα κομμάτια, όχι μόνο ως διάρκεια αλλά και ως εξέλιξη στον ήχο τους, με το 8λεπτο “Deathstalker” να τονίζει την πιο μελωδική τους πλευρά, με εκπληκτικά καθαρά φωνητικά και με καλεσμένους τους Σάκη Τόλη, Ευθύμη Καραδήμα και Fotis Benardo. Υπάρχει όμως και ακόμα και με το τελειωτικό “The Fire Paths Of Hate” να αποτελεί το μεγαλύτερο κομμάτι της ως τώρα καριέρας τους, λίγο πριν συμπληρώσει το 10λεπτο παρακαλώ. Μέχρι να φτάσουμε εκεί όμως, προηγείται μια τετράδα κομματιών που σηκώνουν τον δίσκο στο Θεό και κάνουν το δεύτερο μισό του δίσκου να ακούγεται πιο φιλόδοξο και μεγαλύτερο σε εκπλήξεις σε σχέση με το πρώτο μισό. Το ομότιτλο κομμάτι έχει αυτό το πολύ γλυκό «μπούκωμα» που έχουν παρελθοντικοί ύμνοι τύπου “Bleeding Holocaust”, “Bloodbath”, “Marching Over Blood” και “Capital Of War”, ειδικά το riff που χτίζεται μετά τη μέση είναι για Όσκαρ. Μιλώντας για Όσκαρ, ο… ανεκδιήγητος Gus Drax παίζει τα σόλο της ζωής του σε ότι αφορά το συγκρότημα καθαρά (μην αρχίσουμε τι κάνει εκτός Suicidal Angels), εκτοξεύοντας το κιθαριστικό επίπεδο στη στρατόσφαιρα.

 

 

Η Αγία Τριάδα πριν το τέλος των “The Return Of The Reaper”, “Guard Of The Insane” (ίσως το αγαπημένο μου κομμάτι και κρυφό άσσο στο μανίκι της μπάντας όσον αφορά το δίσκο) και “Virtues Of Destruction”, με το τελευταίο να αποτελεί το μικρότερο κομμάτι του δίσκου και το τρίτο και τελευταίο δείγμα ως τώρα και να τρελαίνει τον κόσμο με την ταχύτητα του, προετοιμάζει το έδαφος για κάτι πολύ μεγάλο στο τέλος. Το πώς και πόσο όμορφα χτίζονται με υπομονή, ρυθμό και απλή, όμορφη και ξεκάθαρα αβίαστη βαρύτητα, θα κάνει το σώμα σας –και όχι μόνο το κεφάλι σας- να πάλλεται στο φοβερό ρυθμό των κομματιών, με τρομερή και καίρια τη ρυθμική βάση, όπου ακούμε πανέμορφα σε όλη τη διάρκεια το μπάσο του Άγγελου Λελικάκη και με τον Ορφέα Τζορτζόπουλο σε κάθε δίσκο να ακούγεται και πιο σίγουρος σαν ντράμερ και να εφευρίσκει τρομερούς ρυθμούς, αργούς, μεσαίους, γρήγορους, άλλοτε δυνατός, άλλοτε στακάτος πάνω στα riff ή οδηγώντας τα ο ίδιος, ενώ όταν αφήνει πόδια ελεύθερα στη δίκαση, έχουμε θαύματα, χαμόγελα, πριαπισμούς κι αναπόφευκτους οργασμούς για τον ακροατή. Ακούστε το σημείο στο ρεφρέν του “Guard Of The Insane” και ΤΟ ΣΟΛΟ που ακολουθεί κι απλά σηκώστε γροθιές θριάμβου στον αέρα.

 

 

Ο θρίαμβος που ολοκληρώνεται όπως προείπα με το “The Fire Paths Of Hate”, ένα κομμάτι που παίρνει το χρόνο του να χτιστεί αργά, μεθοδικά και να ακούγεται όχι απλά ιδανικό για κλείσιμο δίσκου, αλλά να βάζει όντως φωτιά σε ότι κι όποιον προσπαθήσει να τους κοιτάξει στα μάτια και να αφήνει ένα όμορφο ερωτηματικό για το τι θα ακούσουμε μελλοντικά σε επόμενα άλμπουμ. Αυτό που μετράει όμως είναι το παρόν και αυτοί που το ορίζουν. 17 χρόνια μετά το 1ο τους άλμπουμ και με άλλα 7 να το ακολουθούν, οι Suicidal Angels μπορούν περήφανα να ισχυριστούν ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πτώση ποιότητας, πράγμα πολύ δύσκολο από τη στιγμή που εξελίσσονται συνεχώς, μακριά από το ΜΟΝΟ ΘΡΑΣ μοτίβο που όλοι όσοι λατρεύουμε το πλέον όμορφο είδος μεταλλικού ήχου και που δύσκολα μπορούμε να αποδεχτούμε. Κι όμως το κάνουν με τόσο όμορφο τρόπο, τόση ευστοχία υλικού και τόσο σταρχιδίστικα και τίμια παράλληλα που άμεσα θα εξαλειφθούν δικαιολογίες ότι είναι συμπατριώτες μας, γνωστοί μας, φίλοι μας ή εχθροί μας. Μιλάμε για ένα αντικειμενικά άρτιο, καλοπαιγμένο και φοβερό ποιοτικά δίσκο στην πιο κρίσιμη καμπή της καριέρας τους, που θα βοηθήσει να λάβουν την μεγαλύτερη αποδοχή τους και θα στρώσει με πολυτελή κόκκινα χαλιά ένα ακόμα λαμπρότερο μέλλον.

 

 

Against all good or evil!

 

 

 

Βαθμολογία: 88/100

 

Για το Rock Overdose,

Άγγελος Κατσούρας

 

 


Comments