A STAR IS BORN
Την τιμητική του έχει σήμερα ένα μεγάλο όνομα στο χώρο, ο Geezer Butler, που κλείνει τα 63 του χρόνια. Η μουσική του διαδρομή και η ζωή του κατ επέκταση συνδέονται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο με το όνομα Black Sabbath. Μεγαλώνοντας στο Birmingham της Αγγλίας, ενώ ήταν στην εφηβεία του ακόμη, σχημάτισε την πρώτη του μπάντα ως κιθαρίστας, τους Rare Breed, με το φίλο του John “Ozzy” Osbourne με τον οποίο ήταν και στο ίδιο σχολείο. Αφού χωρίστηκαν για λίγο, το φθινόπωρο του 1968 ξανασμίγουν βάζοντας στην παρέα τους τον κιθαρίστα Tonny Iommi και τον ντράμερ Bill Ward. Αρχικά βαφτίζουν τη μπλουζ μπάντα τους “Polka Tulk” αλλά σύντομα τη μετονομάζουν σε “Earth”. Το όνομα – ιστορία, Black Sabbath, αποτελεί αναγκαστική αλλαγή αφού υπάρχει και άλλο γκρουπ στην περιοχή με το όνομα Earth. Από τη στιγμή που καταστάλαξαν στο Black Sabbath ο Butler ξεκαθάρισε στους υπόλοιπους ότι πλέον θα σταματούσε να παίζει κιθάρα και θα εκτελούσε χρέη μπασίστα. Ως μπασίστας, ο Butler, έχει χρησιμοποιήσει πρωτοπόρες τεχνικές στο παίξιμο του. Είναι από τους πρώτους που έκαναν χρήση ενός ειδικού πεταλιού (Wah – wah pedal) που έχει την ιδιότητα να παραμορφώνει τον ήχο δημιουργώντας ένα εφέ που μιμείται την ανθρώπινη φωνή, με τρανταχτό παράδειγμα την εισαγωγή του “N.I.B.” Επίσης έχει στο ενεργητικό του μια καινοτομία που λίγοι είχαν ακολουθήσει στην εποχή του, να κουρδίζει το μπάσο του χαμηλότερα από το στάνταρ ώστε να ταιριάζει με την επίσης κουρδισμένη χαμηλότερα κιθάρα του Iommi και να βγαίνει προς τα έξω ένας πιο βαρύς ήχος. Με τον Butler να πιστώνεται το στιχουργικό κομμάτι, συμβάλλοντας και στη μουσική, το ομώνυμο ντεμπούτο των Sabbath, το 1970, θέτει τα γερά θεμέλια για την εκκωφαντική τους heavy metal επίθεση, η δε συνέχεια του, το “Paranoid”, αποτελεί μια δημιουργική και εμπορική επιτυχία τεραστίων διαστάσεων με τέσσερα εκατομμύρια πωλήσεις μόνο στις Η.Π.Α. Το 1984, ο μουσικός αφήνει το συγκρότημα για να σχηματίσει τους Geezer Butler Band τους οποίους διατηρεί για δύο χρόνια κάνοντας κάποιες εμφανίσεις, μέχρι την επιστροφή του, το 1991, στους Black Sabbath για το reunion του Mob Rules, αλλά λίγο πριν την περιοδεία για το “Cross Purposes”, τρία χρόνια αργότερα, αποχωρεί εκ νέου. Το 1995 συνεργάζεται για δεύτερη φορά με τον Ozzy Osbourne (έχει προηγηθεί η συμμετοχή του το 1988 στην περιοδεία για το“No Rest for the wicked”,) για να παίξει στο άλμπουμ Ozzmosis. Στη συνέχεια ιδρύει τους G/Z/R και κυκλοφορεί το άλμπουμ Plastic Planet, για να έρθει το 1997 η δεύτερη σόλο δουλειά του με τίτλο “Black Science”. Η ίδια χρονιά σηματοδοτεί άλλη μία επιστροφή του Butler στους Black Sabbath, στους οποίους τρόπον τινά βρίσκεται ως σήμερα Το 2006, ο μπασίστας μαζί με τους Tony Iommi, Vinnie Appice και Ronnie James Dio, ξανασχηματίζουν την σύνθεση της εποχής του Dehumanizer υπό την ονομασία Heaven and Hell. Ένα χρόνο πριν έχει κυκλοφορήσει ακόμα ένα σόλο άλμπουμ, το Ohmwork. Στην προσωπική του ζωή, ο καλλιτέχνης είναι παντρεμένος με τη Gloria Butler και ζει στο Los Angeles παρέα με τις γάτες του. Ο γιος του, Biff Butler, είναι frontman της nu-metal μπάντας, Apartment 26.

Τα σαράντα χρόνια του κλείνει ο ντράμερ των Symphony X, Jason Rullo. Ο Αμερικανός, ξεκίνησε σε ηλικία 11 ετών να κάνει μαθήματα ντραμς αγαπώντας ιδιαίτερα να παίζει κομμάτια των Van Halen. Αργότερα ως έφηβος πήρε το θέμα πιο ζεστά και μέσα από χρήσιμα εγχειρίδια όπως το “Master Studies” του Joe Morello , μπόρεσε να βελτιώσει τον έλεγχο των κινήσεων του και την επιδεξιότητά του. Επίσης καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση της τεχνικής του έπαιξε το ότι μελετούσε με τον Sonny Igoe, παλιό ντράμερ της jazz. Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 ήταν μέλος μιας ορχηστρικής μπάντας με την ονομασία Hectic Red, με τους οποίους έπαιζαν σε διάφορους χώρους για πέντε χρόνια περίπου. Η καθοριστική χρονιά για τη καριέρα του, ήταν στα μέσα σχεδόν της δεκαετίας του ’90, το 1994 όταν και εντάχθηκε στους κόλπους των Symphony X των οποίων είναι ιδρυτικό μέλος, έχοντας κυκλοφορήσει μαζί τους δέκα άλμπουμ. Το 2003, διακρίθηκε δύο φορές από το περιοδικό “Modern Drummer”, όπου μετά από δημοψήφισμα, πήρε τη δεύτερη θέση στους πιο ανερχόμενους ντράμερ και την τρίτη θέση για την καλύτερη ηχογραφημένη επίδοση για το άλμπουμ “The Odyssey”. Την ίδια χρονιά, έπαιξε για το ντεμπούτο άλμπουμ των Redemption. Εκτός από τους Symphony X παραδίδει και μαθήματα ντραμς στο New Jersey.
ALBUM ANNIVERSARY

Επέτειος 30 χρόνων για ένα άλμπουμ πολλών μεταλλικών μεγατόνων, το θρυλικό “Screaming for Vengeance”, ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στην ιστορία των Judas Priest. Τι να πρωτοπεί κανείς για ένα άλμπουμ σαν αυτό; Το μέγεθος του γίνεται αντιληπτό και μόνο στη σκέψη του πόσες μεγάλες επιρροές άσκησε σε αναρίθμητες μπάντες στο μέλλον. ”.Οι Judas Priest απομακρύνονται από τον απλούστερο hard rock ήχο του παρελθόντος και εστιάζουν πλέον, σε αγνό, ατόφιο heavy metal. Και μόνο κοιτώντας το εξώφυλλό του με τον μεταλλικό αετό να δείχνει τις άγριες διαθέσεις του καθώς προσγειώνεται προϊδεάζεσαι για το τι πρόκειται να ακούσεις. Και αυτό που τελικά ακούς, είναι δέκα κομμάτια ξεχωριστά, αποτελούμενα από ασύγκριτα riff, που το καθένα έχει τη δική του γοητεία και κανένα δεν έχει το ρόλο γεμίσματος. Άλμπουμ γεμάτο ενέργεια και ατμόσφαιρα, η δύναμη του γίνεται αντιληπτή από τις πρώτες του νότες, όταν και ξεκινάει ένας από τους ύμνους των Βρετανών, η εισαγωγή του «Electric Eye”, το “The Hellion. Οι ερμηνείες του Halford αποδεικνύουν το λόγο που θεωρείται ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές στο είδος. Οι Glenn Tipton and K.K. Downing με τη σειρά τους αναδεικνύονται σε κιθαριστικά μεγαθήρια. Οι blues επιρροές τους δημιουργούν ήχους που αφθονούν σε συναισθήματα σε συνδυασμό με το όλο άγριο μουσικό ύφος, ενώ οι δισολίες τους κάνουν την ατμόσφαιρα εντυπωσιακή. Η δε παραγωγή του, είναι πραγματικά αψεγάδιαστη. Όπως ήταν αναμενόμενο, η δημοτικότητα της μπάντας εκτοξεύεται στα ύψη, το άλμπουμ εισβάλλει στα chart και φτάνει στην ενδέκατη θέση στη Βρετανία και στη 17η στο Billboard 200, ενώ ως τον Απρίλιο του 1983, γίνεται πλατινένιο στην Αμερική, χαρίζοντάς τους την πρώτη ανάλογη διάκριση. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως η δημιουργικότητα που περικλείει μέσα του ο δίσκος, δεν έχει μειωθεί ούτε στο ελάχιστον για χάρη της εμπορικότητας. Το “Screaming for Vengeance”, έχει διακριθεί ουκ ολίγες φορές. Στο αμερικάνικο site IGN ψηφίστηκε στη 15η των 25 άλμπουμ που έχουν επηρεάσει περισσότερο. Στο metal-rules.com κατέλαβε τη 10η θέση στη λίστα με τα 100 καλύτερα metal άλμπουμ, ενώ στην ψηφοφορία του περιοδικού Kerrang! για τα 100 καλύτερα heavy metal άλμπουμ όλων των εποχών, ήρθε στην 46η θέση. Ήταν ό, τι πιο επιτυχημένο είχαν να επιδείξουν οι Judas Priest μέχρι τότε στην καριέρα τους και ένα άλμπουμ που σημάδεψε όσο λίγα τη δεκαετία των 80’s.

Δεκάξι χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που οι Placebo πρωτοεμφανίστηκαν στα μουσικά δρώμενα, με την κυκλοφορία του ομώνυμου ντεμπούτου τους, το μοναδικό τους άλμπουμ με τον ντράμερ Robert Schultzberg στη σύνθεσή τους. Διασχίζοντας με επιτυχία τα είδη της post-punk, indie και grunge, ο ήχος του “Placebo” κλίνει περισσότερο στο alternative punk. Στιχουργικά, με λίγες δόσεις μελοδραματισμού, πραγματεύονται θέματα γύρω από σημερινή απρόσωπη κοινωνία, την αποξένωση και τον εθισμό. Γενικά θεωρήθηκε ένα καλό ξεκίνημα για τους Βρετανούς, που τους βοήθησε να θέσουν τις βάσεις πάνω στις οποίες πάτησαν για να αναρριχηθούν στο μουσικό στερέωμα. Η επιτυχία μάλιστα, ξεκινώντας αμέσως από τη Βρετανία επεκτάθηκε γρήγορα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Το 1998, οι αναγνώστες του περιοδικού Q ψήφισαν το “Placebo” ως το 87ο καλύτερο άλμπουμ στη λίστα με τα 100 κορυφαία όλων των εποχών ενώ η Virgin στην αντίστοιχη δική της λίστα, που όμως απαριθμεί 1000 θέσεις, το κατέταξε 154ο. Τον περασμένο μήνα κυκλοφόρησε η είδηση ότι το εικόζομενο αγόρι στο εξώφυλλο, ο 28 ετών σήμερα, David Fox, απειλεί να μηνύσει την μπάντα γιατί, όπως λέει, του κατέστρεψε τη ζωή. Ο νεαρός ισχυρίζεται ότι όταν τραβήχτηκε η φωτογραφία ήταν 12 ετών και ο ίδιος δε γνώριζε τίποτα αφού τον είχε τραβήξει ένας ξάδερφος του που ήταν φωτογράφος. Όταν το άλμπουμ έγινε επιτυχία οι συμμαθητές του άρχισαν να του φέρονται βίαια και να τον κοροιδεύουν με αποτέλεσμα ένα χρόνο μετά να εγκαταλείψει το σχολείο.

Πέντε χρόνια ζωής μετράει το πέμπτο άλμπουμ των Nile, “Ithyphallic”, το πρώτο τους από δισκογραφική Nuclear Blast. Βασισμένο και πάλι πάνω σε θέματα γύρω από την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή οι Αμερικάνοι προσφέρουν άλλη μια γερή δόση του πατροπαράδοτου ήχου τους. Είναι το πρώτο τους άλμπουμ από την εποχή του “Amongst the Catacombs of Nephren-Ka” που δεν περιέχει σημειώσεις με επεξήγηση των στίχων. Στο “Ithyphallic”, συναντά κανείς κομμάτια σε πολύ γρήγορο τέμπο με ορισμένα πιασάρικα ρεφρέν, αρκετά ωραία και τεχνικά riff, λιγότερα πάντως από τον προκάτοχό του, το “Annihilation of the wicked”. Περιέχει καλές συνθέσεις και τα μέλη της μπάντας έχουν αναπτύξει σχεδόν στο έπακρο τις τεχνικές τους ικανότητες αλλά το μεγάλο του μειονέκτημα είναι ότι στερείται εκπλήξεων. Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στο δικό μας, George Kollias στα ντραμς, που ξεδιπλώνει με το παίξιμο του όλο του το ταλέντο. Το άλμπουμ δέχτηκε ανάμεικτες κριτικές. Κατηγορήθηκε από κάποιους ως μια επανάληψη του συνηθισμένου ύφους τους, ότι στερείται του επιθετικού χαρακτήρα της μπάντας του παλιού καιρού και ότι από ένα σημείο και μετά καταντάει βαρετό. Στον αντίποδα, επαινέθηκε για την εκτελεστική δεινότητα των μουσικών του και την άψογη παραγωγή που έδωσε κρυστάλλινο ήχο. Αυτό που σίγουρα πάντως προκαλεί θαυμασμό είναι η ικανότητα των Nile να κάνουν τον αρκετά βάρβαρο ως και κτηνώδη ορισμένες στιγμές ήχο τους να ακούγεται ταυτόχρονα τόσο τεχνικός όσο και ευχάριστος.
Για το RockOverdose: Χαρά Νέτη



