A STAR IS BORN

67 ετών γίνεται μια από τις πιο αξιοσέβαστες προσωπικότητες της ροκ σκηνής και ένας μεγάλος, καταξιωμένος μουσικός, ο John Paul Jones, ευρύτερα γνωστός ως μπασίστας, πληκτράς και συνθέτης των Led Zeppelin. Έχοντας επηρεάσει πλήθος διακεκριμένων μπασίστων, όπως οι John Deacon, Geddy Lee, Steve Harris, Flea, Gene Simmons, και Krist Novoselic, ο Jones με το ταλέντο και την τεχνική του, θεωρείται ένας από τους καινοτόμους μουσικούς, που άφησε το σημάδι του στην ιστορία της rock & roll. Ο John Paul Baldwin, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο Νοτιοανατολικό Λονδίνο και ξεκίνησε να παίζει πιάνο σε ηλικία έξι ετών, μαθαίνοντας από τον πατέρα του Joe Baldwin, έναν αναγνωρισμένο πιανίστα και ενορχηστρωτή που έπαιξε σε σημαντικές μπάντες τη δεκαετία του ’40 και του ’50. Η μητέρα του επίσης δραστηριοποιούνταν στο χώρο της μουσικής και η οικογένεια έκανε συχνά περιοδείες εντός των τειχών της Μ. Βρετανίας. Οι επιρροές του κυμαίνονται από τα blues του Big Bill Broonzy και τη jazz του Charles Mingus, μέχρι το κλασσικό πιάνο του Sergei Rachmaninoff. Λόγω του ότι οι γονείς του περιόδευαν συχνά, ο Jones εστάλη σε οικοτροφείο σε μικρή ηλικία. Την εποχή που βρισκόταν στο Christ's College, άρχισε να σπουδάζει μουσική. Σε ηλικία 14 ετών είχε γίνει μουσικός διευθυντής χορωδίας και την ίδια χρονιά, αγόρασε το πρώτο του μπάσο, το οποίο ακολούθησαν άλλα, μέχρι το 1962 που απέκτησε ένα Fender Jazz Bass και το χρησιμοποιούσε για σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Το 1961, ίδρυσε το πρώτο του συγκρότημα, τους The Deltas και από την επόμενη χρονιά άρχισε να ταξιδεύει και να παίζει επαγγελματικά. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, είχε υπηρετήσει διάφορες μπάντες ως διευθυντής και μάνατζερ καθώς και ως μπασίστας και πληκτράς. Από την πρώιμη περίοδο της καριέρας του, είχε συνεργασία με ονόματα όπως οι: Rolling Stones, Outlaws, Jeff Beck, Yardbirds, The Mindbenders, The Everly Brothers, και Τhe Supremes. Το 1968, επιλέχθηκε από τον Jimmy Page ώστε να συμβάλλει στη δημιουργία μια νέας μπάντας που έμελε να είναι οι Led Zeppelin. Στη δωδεκάχρονη πορεία του με το συγκρότημα, ηχογράφησε εννέα άλμπουμ, συμμετείχε συνθετικά στη δημιουργία ιστορικών κομματιών και συμπλήρωσε τριάντα εξοντωτικές περιοδείες. Το 1980, που οι Zeppelin διαλύθηκαν, εκείνος συνέχισε τη μουσική του σταδιοδρομία, συμμετέχοντας στην παραγωγή και την οργάνωση δίσκων άλλων καλλιτεχνών. Δε σταμάτησε να γράφει τραγούδια και αργότερα έγραψε και soundtrack για διάφορες ταινίες μεταξύ των οποίων τα “Scream for help”, “Risk” και “The Secret Adventures of Tom Thumb”. Από το 1996, είχε πλέον ένα δικό του στούντιο και τρία χρόνια μετά ξεκίνησε τη σόλο καριέρα του, κυκλοφορώντας το ντεμπούτο του, “Zooma”, το οποίο διαδέχτηκε το 2001, το άλμπουμ “ The Thunderthief”. Το 2005, συμμετείχε σε δύο τραγούδια της κυκλοφορίας των Foo Fighters με τίτλο “In Your Honor” και το 2007, έπαιξε στο τετραήμερο φεστιβάλ Bonnaroo με τον Ben Harper και το ντράμερ των Roots, Questlove. Την ίδια χρονιά, έπαιξε στην reunion εμφάνιση των Led Zeppelin στην Ο2 Arena και από το 2009, συνεργάζεται με τον Dave Grohl των Foo Fighters και τον Josh Homme των Queens of the Stone Age, στο supergroup Them Crooked Vultures. Μαζί έχουν κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ. Ο Jones συγκαταλέγεται ανάμεσα στους καλύτερους ροκ μπασίστες όλων των εποχών και εκτός από μπάσο, παίζει ακόμη, κιθάρα, μαντολίνο, βιολί, τσέλο και άλλα έγχορδα. Στην προσωπική του ζωή, είναι με τη σύζυγο του, Maureen από το 1965 και έχουν τρεις κόρες.

Ένα πρώην «αρχηγικό» μέλος των Manowar, ο Ross the Boss, ή Ross Friedman όπως είναι το πραγματικό του όνομα, κλείνει σήμερα τα 59 του χρόνια. Στα 13 του, ο Αμερικανός κιθαρίστας, γνώριζε ήδη να παίζει πιάνο και βιολί. Τα πρώτα του ακούσματα, ήταν οι Beatles, οι Who και οι Rolling Stones. Τα ονόματα όμως που του καλλιέργησαν το ενδιαφέρον ώστε να ασχοληθεί με την κιθάρα, ήταν οι Yardbirds και blues καλλιτέχνες όπως οι BB King και Muddy Waters. Σύμφωνα με τον ίδιο, μπόρεσε να αναπτύξει το στυλ του, ακούγοντας τους Jimmy Page, Eric Clapton και Jeff Beck, κιθαρίστες που θεωρεί θεούς. Η καριέρα του ξεκίνησε σε ηλικία 19 ετών, όταν σχημάτισε τους Νεοϋορκέζους “The Dictators”, μια από τις πρώτες punk μπάντες, μαζί με τον Andy Shernoff. Μετά από τρεις ηχογραφήσεις δίσκων, πήγε στη Γαλλία και δούλεψε για ένα χρόνο με την μπάντα του Fabienne Shine, τους Shakin' Street. Το 1980, σε μια περιοδεία των Black Sabbath, όπου οι Shakin’ Street, έπαιζαν ως support γκρουπ, ο Friedman γνωρίστηκε με τον μπασίστα Joey DeMaio, μέσω του Ronnie James Dio. Οι δυο τους λίγο αργότερα, ίδρυσαν τους Manowar. Ο μουσικός, έχοντας κυκλοφορήσει έξι άλμπουμ με το συγκρότημα, απολύθηκε το 1988, μετά το “Kings of metal”. Ο ίδιος, δε γνωρίζει ακριβώς το λόγο που έγινε αυτό, έχει τονίσει πάντως πως δεν ήταν ζήτημα μουσικών διαφορών, αλλά ίσως θέμα πολιτικής της μπάντας. Μετά την απομάκρυνση του, έχει δηλώσει πως δεν ήξερε πώς να συνεχίσει, αφού δεν ήθελε να μπει σε νέο συγκρότημα. Τότε, κάποιοι φίλοι του απ’ τους The Dictators, του πρότειναν να ενσωματωθεί στους Manitoba's Wild Kingdom όπου έπαιζαν και δέχτηκε. Κυκλοφόρησαν το άλμπουμ "...And You?" που είχε την ευρεία αποδοχή των κριτικών και σημαντική αναμετάδοση από το MTV. Εν συνεχεία, η μπάντα μετασχηματίστηκε εκ νέου σε The Dictators και το 1996, άρχισε εκτεταμένες περιοδείες. Είχε προηγηθεί η συμμετοχή του Friedman στο blues rock σχήμα, Heyday, δύο χρόνια νωρίτερα, που το 1999 κυκλοφόρησαν μία δουλειά. Το 2001, οι The Dictators, κυκλοφόρησαν ένα στούντιο άλμπουμ και από την περιοδεία που ακολούθησε προέκυψε και μια live κυκλοφορία. Ο κιθαρίστας συνεχίζει με την μπάντα του μέχρι σήμερα, μέσα στα χρόνια όμως έχει μια γενικότερη έντονη μουσική δραστηριότητα. Μερικές από τις πιο αξιοσημείωτες στιγμές του, είναι η συνεργασία με τον ντράμερ των Blue Öyster Cult, Albert Bouchard, στην μπάντα του, Brain Surgeons, τo 2004 και η συμμετοχή του στο ισπανικό supergroup The Thunderbolts, τρία χρόνια μετά. Ακόμη, το 2008, κυκλοφόρησε με τη γερμανική metal μπάντα του, τους Ross The Boss, ένα άλμπουμ. Τέλος να πούμε, ότι το 2005, ανέβηκε στη σκηνή με τους Manowar, παίζοντας δύο τραγούδια, στα πλαίσια του Earthshaker Festival.
ALBUM ANNIVERSARY

Γυρνώντας το χρόνο πίσω, 18 χρόνια πριν, βρισκόμαστε στην παγωμένη Φιλανδία, εκεί που οι Sentenced, με περηφάνια μας παρουσιάζουν την τρίτη τους δουλειά, το εκπληκτικό Amok. Λίγο πριν η μπάντα εγκαινιάσει τη gothic περίοδο της, σταματάει από έναν ενδιάμεσο σταθμό που βρίσκεται στο μεταίχμιο του πρότινου death metal ήχου της και του ελαφρότερου, καθαρότερου gothic, που ακολούθησε. Κατορθώνουν κάτι αντικειμενικά δύσκολο, να δημιουργήσουν δηλαδή έναν νέο, φρέσκο ήχο, που συνδυάζει το παραδοσιακό heavy metal με προσέγγιση στις ροκ επιρροές της μπάντας, διατηρώντας έναν death χαρακτήρα στα φωνητικά και εμπλουτίζοντας τον με άφθονες μελωδίες. Είναι η εποχή που σύμφωνα με τον Sami Lopakka, οι Sentenced βρίσκουν τον μουσικό προσανατολισμό που τους ταιριάζει, κρατώντας τα έντονα μελωδικά στοιχεία, στις μελλοντικές τους κυκλοφορίες. Το black metal φόντο που στόλιζε τις δύο πρώτες δουλειές τους, έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Αυτό που επικρατεί πλέον είναι ένας ζεστός και ατμοσφαιρικός ήχος, για την επίτευξη του οποίου γίνεται προσθήκη τόσο κάποιων γυναικείων φωνητικών όσο και ορισμένων πλήκτρων. Οι άκρως δημιουργικές κιθάρες προσφέρουν μια σειρά από αξιομνημόνευτα riff και δυνατά σόλο. Ο Taneli Jarva, βάζει περισσότερο χρώμα στα death metal φωνητικά του, αφαιρώντας τον έντονο brutal χαρακτήρα τους και προσαρμόζοντάς τα, στη διάθεση των κομματιών. Ποια είναι αυτή; Απαισιοδοξία, θλίψη, μελαγχολία και απογοήτευση με τις εικόνες και τα θέματα αυτοκτονίας να κυριαρχούν. Οι στίχοι μαζί με τη μουσική, οδηγούν σε ένα μελωδικό, σκοτεινό και καταθλιπτικό αποτέλεσμα που μοιάζει αδυσώπητο και καθιστά το άλμπουμ, αυστηρώς ακατάλληλο σε άτομα καταθλιπτικά ή με τάσεις αυτοκτονίας. Το “Amok”, έχει μια εξαιρετική ροή, δεν αφήνει καμία υποψία υποτονικότητας και ακριβώς λόγω του ότι ενσωματώνει δύο διαφορετικά είδη metal με επιτυχία, μπορεί να ευχαριστήσει τόσο τους οπαδούς του death όσο και αυτούς που δεν είναι φαν του είδους. Οι Sentenced καταφέρνουν να κάνουν κάτι αρκετά μπροστά από την εποχή τους, επιδεικνύοντας εννέα εξαιρετικές συνθέσεις, γι’ αυτό και η συγκεκριμένη δουλειά τους, θεωρείται ό, τι καλύτερο μας προσέφεραν στην 15ετή πορεία τους.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force










