Οι Blood Ceremony στην Αθήνα, το γράφω και δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Το γεγονός αυτό είναι μεγάλη ιστορία, έστω κι αν απευθύνεται σε πολύ συγκεκριμένο ακροατήριο. Ως ακόλουθος των πεπραγμένων του συγκροτήματος από το ομώνυμο ντεμπούτο του 2008, είχα ξεγράψει προ πολλού την πιθανότητα να τους δούμε από τα μέρη μας, για αυτό άλλωστε έχω γράψει στο ενεργητικό μου εκτός συνόρων εμφάνιση τους.
Από νωρίς λοιπόν στις επάλξεις, για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά και για το πιθανότατα next best thing στο underground heavy, τους Αθηναίους Bus. Σε μια σκηνή που έχει πλημμυρίσει από stoner αναμασήματα γ' κατηγορίας, οι Bus κάνουν τη διαφορά αντλώντας έμπνευση από την κοιτίδα του heavy rock, το πρώιμο heavy metal και το παλαιακό doom. Ζωντανά, δεν αστειεύονται καθόλου και τα κομμάτια από την επερχόμενη δεύτερη δουλειά τους στη Riding Easy, προμηνύουν ότι το σχήμα είναι έτοιμο να αλλάξει επίπεδο.

Λίγο μετά τις εννιάμισι, το stage του Fuzz ήταν έτοιμο να υποδεχθεί τον συνεπέστερο εκπρόσωπο και άτυπο σημαιοφόρο μιας ολόκληρης γενιάς σχημάτων, που έχουν κατηγοριοποιηθεί κάτω από την ταμπέλα occult rock. Αριστερά μπλουζάκι Electric Wizard, δεξιά αντίστοιχο Sleep. Στη μέση η Alia με μια ολόσωμη δερμάτινη φόρμα, σαν άλλη -θα το τολμήσω- catwoman. Τα πιάσαμε τα λεφτά μας και δεν έχουν καλά καλά παίξει νότα ακόμα. Να σου και το υπέρβαρο και καραγκρουβάτο αρχικό riff του “The Great God Pan”, στο καπάκι το “Goodbye Gemini” και το γκολ έχει μπει από τα αποδυτήρια.

Από εκεί και πέρα, επέλεξαν να πάνε και σε κάποιες μη αναμενόμενες επιλογές, κρατώντας όμως την απαραίτητη ισορροπία τόσο μεταξύ fan favourites και μη, τόσο και μεταξύ δίσκων. Οι εν λόγω επιλογές ήταν σχεδόν ισόποσα μοιρασμένες, με το “The Eldritch Dark” να νικά οριακά με 4 κομμάτια, έναντι τριών των υπολοίπων άλμπουμ και την προσθήκη ενός ολοκαίνουριου τραγουδιού με τίτλο -αν τον συγκράτησα σωστά- “Lolly Willows”.
Σε όλα τα παραπάνω προεξάρχοντα ρόλο διατηρούσε η Ιέρεια της Σύναξης, Alia 'O Brien. Παρότι στεκόταν συνεχώς πίσω από τα πλήκτρα, δε νιώσαμε ούτε δευτερόλεπτο ότι την περιόριζε το οτιδήποτε. Η στεντόρεια φωνή της, η θεατρικότητα της κινησιολογίας της, η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε με το Nord της, οι folk πινελιές του φλάουτου, όλα μαρτυρούσαν ότι το συγκρότημα -επί σκηνής τουλάχιστον- είναι σε μεγάλο βαθμό στημένο γύρω της.

Αυτό σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι αδιαφιλονίκητος ηγέτης των Blood Ceremony είναι ο Sean Kennedy. Οι παλιομοδίτικες riff-άρες και τα μελωδικά solos της κιθάρας του, φώναζαν “μεγάλη στόφα” από χιλιόμετρα, ενώ την ίδια στιγμή στην απέναντι πλευρά της σκηνής, ο Lucas Gadke “ξεφτίλιζε” τις πεντατονικές κάνοντας ό,τι ήθελε στην ταστιέρα του μπάσου του, αποδεικνύοντας ότι όταν μιλάμε για σύγχρονο doom metal, είναι χωρίς αμφιβολία ανάμεσα στους πέντε κορυφαίους παίκτες. Η δε, φωνητική ερμηνεία του στο “Lord Summerisle”, στάθηκε ίσως η κορυφαία στιγμή της βραδιάς για τον υπογράφοντα. Θετικότατα αξιολογήθηκε κι ο αγνώστων λοιπών στοιχείων ντράμερ, που τους συνοδεύει για την τρέχουσα ευρωπαϊκή περιοδεία, γεμίζοντας ικανοποιητικά τα παπούτσια του Michael Carillo.
Το κυρίως μέρος του set έκλεισε με back to back δύο κομματιών (“I'm Coming With You” και “Hymn To Pan”) από το πρώτο άλμπουμ, πράγμα που αποτελεί αξιωματικό highlight. Αν συνυπολογίσεις στο παραπάνω ότι είχαν μόλις προηγηθεί τα “Lord Summerisle” και “Oliver Haddo”, το λες και “χωρίς ανάσα”.

Το αναμενόμενο encore μας επιφύλασσε γκάζια σε πρώτη φάση (“Old Fires”), ήταν όμως η σκοτεινή ατμόσφαιρα των “My Demon Brother” και “Witchwood”, που έκανε εν τέλει τη διαφορά και έκλεισε ιδανικά το ενενηντάλεπτο set τους. Άπαντες ικανοποιημένοι -έστω κι αν ο ήχος είχε πάλι τα θεματάκια του με το reverb- από μια χορταστικότατη εμφάνιση, με μόνο άτυπο παράπονο τα προσωπικά αγαπημένα του καθενός, που ενδεχομένως δεν ακούστηκαν.
Μη σκάτε. Για αυτό υπάρχει η επόμενη φορά.
Για το Rock Overdose,
Δημήτρης Σούρσος
Φωτογραφίες: Καταστρόφος Αλέξανδρος






