Νιοστή επίσκεψη για τους μόνιμους πλέον θαμώνες επί Ελληνικού εδάφους Crippled Black Phoenix, οι οποίοι χωρίς καμία δόση υπερβολής, περισσότερο παίζει να βγάζουν δίσκους για να έχουν αφορμή να ξανάρχονται Ελλάδα παρά επειδή το ορίζει η καλλιτεχνική τους ανάγκη. Όχι ότι χαλάει και κανέναν αυτό φυσικά, καθώς δίσκο μέτριο είναι καταδικασμένοι να μη βγάλουν ποτέ και το πρόσφατο ''Great Escape'' πιστοποίησε αυτό το σκεπτικό με την ποιότητα του. ΟΚ όλοι μας λίγο-πολύ θεωρούμε ότι ως ένα σημείο μόνος τους αντίπαλος ήταν ο εαυτός τους και πλέον δεν είναι το ίδιο τέλειοι, αλλά όχι να χαλιόμαστε επειδή οι δίσκοι τους δεν είναι πλέον 10άρια στην 1η ακρόαση αλλά παίζουν μεταξύ 8-8.5-9. Θετικότερο όλων κρίνω ότι το συμβάν θα λάμβανε χώρο στο γειτονικό σε μένα The Temple (μισή ώρα περπάτημα από το σπίτι, άρα γειτονιά) και δε θα είχαμε το απογοητευτικό σκηνικό της προηγούμενης εμφάνισης στο Fuzz όπου και ξεκάθαρα μπορούσαμε να παίξουμε και ποδοβόλεϊ από την άπλα. Μικρός ο χώρος; Καλώς! Να είμαστε και λίγο πιο κοντά ο ένας με τον άλλο και να ενισχύσουμε την ούτως ή άλλως ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που δημιουργούν κάθε φορά. Αν και από τις φορές που τους είδα αυτή η συγκεκριμένη ήταν η λιγότερο καλή για λόγους που θα αναφερθούν παρακάτω, και πάλι σαν εμφάνιση συνολικά θα ήταν όνειρο ζωής για πολλές μπάντες εκεί έξω, χώρια που ήταν η μικρότερη σε διάρκεια όλων, κάπου 125-130', φλωριές μπροστά στα τρίωρα που βαρούσαν κάποτε.

Αρχή της συναυλίας με μία ιδιαίτερη περίπτωση καλλιτέχνη, τον Μαγυάρο Dávid Makó ή όπως μας παρουσιάστηκε, The Devil's Trade. Ο παίχτης ανεβαίνει ολομόναχος στη σκηνή με την κιθάρα του, το μπάντζο του (10 level εκτίμησης συν από αυτό και μόνο) και τη φέτα με την οποία δημιουργεί τις παραμορφώσεις του. Φωνάρα ο Ούγγρος παιδιά, τόσο πολύ που τον ακούς και λες μέσα σου γιατί να μην τραγουδάει ο ίδιος στους CBP. Απογυμνωμένος και εμπύρετος παρακαλώ, καταθέτει ψυχή και σώμα και για περίπου 45' γεμίζει το χώρο με τη φωνή του, την αύρα του και τον υπερβάλλοντα ζήλο του. Δε θα το παίξω ιστορία να σας πω ότι κατείχα τη φάση του σαν The Devil's Trade, Haw όμως είχα ακούσει που συμμετείχε και ήταν λόγος να γουστάρω δις που τον είδα. Πέταξε κι ένα Μαγυάρικο κομμάτι που ανάθεμα με κι αν μπορώ να κατανοήσω τι είδους γλώσσα είναι αυτή, αλλά παρά το βαρύ της χαρακτήρα ήταν τέτοια η ποιότητα του που κέρδισε πολύ δίκαια το χειροκρότημα του κόσμου στο τέλος της εμφάνισης του. Μπορεί η μουσική του ώρες-ώρες να με παραπέμπει σε a capela Wovenhand και σκηνικά επεισοδίων 10ης Εντολής προ αμνημονεύτων ετών, αλλά αυτό μόνο ως θετικό μπορώ να του το προσμετρήσω στο τέλος. Τον ξανάβλεπα άνετα και μόνο του οπουδήποτε και κατά προτίμηση σε μεγαλύτερη διάρκεια σετ, έχουμε δει τη σάρα και τη μάρα τόσα χρόνια, τίμησε τα παντελόνια που φόραγε και κατέβηκε τρίποδας, μπράβο στον παίχτη.

Ώρα να βγουν οι CBP, 22:40 περίπου, μας ζώνουν τα φίδια ότι παίζει να τελειώσουν 1 και κάτι μια και είναι γνωστοί σεσημασμένοι που δεν κατεβαίνουν από τη σκηνή ούτε με αίτηση και χαρτόσημο. Πριν αρχίσω κάτι βασικό που ισχύει για πολλούς. Αυτή τη νέα τάση με κάτι τιμές 15 και 20 ευρώ τα cd και 30 ευρώ τα βινύλια στο merch πως την κόβετε; Έχετε βρει τους μαλάκες λιγάκι και πάτε να εκμεταλευτείτε την αγάπη του κόσμου; Για πάρτε το λίγο αλλιώς και μειώστε τις τιμές γιατί δεν τρώμε τον παπά από τα έξοδα που μπορεί να κρατάει κάθε μαγαζί. Αρχή λοιπόν με την εισαγωγή του τελευταίου άλμπουμ ''You Brought It Upon Yourselves'' και καπάκι το περίφημο ''To You I Give'', χαλαρουίτα ένα από τα πλέον κορυφαία κομμάτια που -είναι ακόμα σε θέση να- έχουν γράψει. Πολύ καλός ο ήχος, όλα μπόμπα, καταφέρνουν 8 άτομα να χωρέσουν στη σκηνή (δυστυχώς με τον θεούλη και πλέον ξυρισμένο γουλί μπασίστα λίγο πίσω από τους υπόλοιπους) κι αρχίζει η ξεχωριστή εμπειρία κάθε CBP συναυλίας. Τέτοια ΜΠΑΝΤΑΡΑ και να έχει κάτι σαν τραγουδιστή στη σύνθεση της όμως είναι αμαρτία ανείπωτη. Καλός και χρυσός ο Daniel Änghede αλλά δεν τραβάει στην ανηφόρα και ειδικά κατά το ξεκίνημα της συναυλίας το πρόβλημα είναι ευδιάκριτο (ή μάλλον ευάκουστο) και αν και διορθώνεται σημαντικά στη συνέχεια, δε γίνεται να μην αναφερθεί. Τα ίδια και χειρότερα σκατά και η ''φωνή'' της γλυκύτατης και τίμιας κατά τ'άλλα Belinda Kordic, η οποία δεν ανεβαίνει καν την ανηφόρα και είναι πιο επίπεδη απ'ότι η Γη κατά τον πρότερο σχηματισμό της.

Είναι το συνολικό αποτέλεσμα της μπάντας που σε κρατάει και ο αρχηγός Justin Greaves με το τεράστιο εκτόπισμα του που τηρούν τα προσχήματα. Φοβερή και η πληκτρού που το ρίχνει έξω και καραγουστάρει, ενώ η επιλογή των κομματιών ευχαριστεί τον κόσμο και πως όχι με ''Rise Up And Fight'', ''No Fun'' και την τριπλέτα θανάτου ''444'', ''We Forgotten Who We Are'' και ''Burnt Reynolds'' (όπου μια και έφυγε πρόσφατα ο ιστορικός Burt Reynolds, η αλήθεια είναι ότι ήταν αμήχανη στιγμή). Στο συγκεκριμένο κομμάτι όπως σχεδόν κάθε φορά, ο Greaves κατεβαίνει από τη σκηνή για να γίνει ένα με τον κόσμο και να το απολαύσει όσο τίποτα, σιγοντάρει και η υπόλοιπη μπάντα (με την πληκτρού ειδικά να είναι έτοιμη σχεδόν για stagediving) και αν για κάτι μπορείς να χαρείς είναι για έναν άνθρωπο που υπέφερε από κατάθλιψη και στη χώρα μας ξεχνάει τα όποια του προβλήματα και δείχνει πραγματικά χαρούμενος. Θεωρώ άστοχο ότι ξαναβγήκαν στη συνέχεια να παίξουν το ''Hold On'' μια και το ''Burnt Reynolds'' σβήνει καθετί που μπορεί να ακολουθήσει, αλλά ακόμα και στην ''φλώρικη'' βερσιόν 2018 όπου παίξανε ΜΟΛΙΣ 130' (ενώ άλλες μπάντες παίζουν τόσο σε 2 επισκέψεις στη χώρα) κι ακόμα κι αν η εμφάνιση ήταν (για CBP μεγέθη πάντα) περίπου 8/10, και πάλι είχαμε λόγο να φύγουμε υπερχαρούμενοι και πλήρεις καθώς είναι μπάντα που αξίζει να τη βλέπουμε κάθε φορά και προσφέρουν ξεχωριστές συγκινήσεις.

Προσωπική μου γνώμη κι ας σιχτιρίσετε πολλοί, ότι θέλουν ένα δισκογραφικό διαλειμματάκι διότι είναι υπερπαραγωγικοί και κάπου το έχουν χάσει και ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ άλλο τραγουδιστή με περισσότερο χρώμα που να τονίζει και την ατμόσφαιρα των συνθέσεων, γιατί όλα καλά, όλα άγια, αλλά να είμαστε δίκαιοι και να λέμε τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως θα θέλαμε. Νομίζω ότι αν δεν περάσουν 3-4 χρονάκια δεν είμαι σε φάση να τους ξαναδώ γιατί θέλω να μου λείψουν κι όχι να τους έχω δεδομένους. Όσοι τους είδανε 1η φορά (αν έχουν μείνει παρθένοι σε συναυλίες τους δηλαδή) σίγουρα καταχάρηκαν, οι υπόλοιποι είπαμε, πιστεύουμε ότι εχθρός τους είναι ο ίδιος τους ο εαυτός.
Για το Rock Overdose,
Δημήτρης Αλόρας
Φωτογραφίες: Καταστρόφος Αλέξανδρος














