“Music, like a good whiskey, demands appreciation. You feel it first, then it's time to drink.”
Ήταν ένα live που το περιμέναμε καιρό. Όμως δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθώ πως αυτή η προσμονή έκαιγε μέσα σε τόσο πολύ κόσμο. Μία αρκετά μεγάλη ουρά με χώριζε από το εισιτήριό μου. Το εισιτήριο που θα με έφερνε όχι μόνο σε έναν συναυλιακό χώρο αλλά και σε μία άλλη εποχή. Και όλο αυτό με μία πολύ προσιτή και εντελώς value for money τιμή (να τα λέμε αυτά).
Εκείνο το βράδυ, μία κορυφαία rock μπάντα στα ντουζένια της, συναντήθηκε επί σκηνής με μία τεράστια (όπως αποδείχθηκε) εγχώρια γκρουπάρα (και μεγάλη αδυναμία) και από κάτω η αθρόα προσέλευση του κόσμου δημιούργησε το ιδανικό σκηνικό.
Το ένοιωθες λοιπόν από την αρχή, ότι κάτι σπουδαίο θα παιχτεί εκείνο το βράδυ. Το Gagarin έβριθε από κόσμο, κέφι, και παλμό. Υπό αυτές τις ιδανικές συνθήκες, οι δικοί μας 1000mods λίγο μετά τις 9 «κατέλαβαν» τη σκηνή και χωρίς πολλά πολλά έπιασαν δουλειά.
Μπάντα πολύ δεμένη και «άνετη» πάνω στη σκηνή, λογικό μιας και τα τελευταία χρόνια έχουν οργώσει τις live σκηνές σε Ελλάδα και εξωτερικό, μπήκαν με αέρα και απέδωσαν τέλεια το καθηλωτικό και trip-αριστό desert/stoner rock τους.
Η υποδοχή του κόσμου ήταν πολύ θερμή σε ένα γεμάτο Gagarin, μία υποδοχή που σε καμία περίπτωση δεν θύμιζε support band. Οι επευφημίες ήταν συνεχείς και αρκετοί σβέρκοι έπαθαν σίγουρα κάποιες μίνι αποκολλήσεις.
Οι «χιλιομοδίτες» έχοντας σύμμαχο έναν θηριώδη και ογκώδη ήχο, απέδωσαν εξαιρετικά την τριχωτή και αντρική μουσική τους. Η μια ριφάρα διαδέχθηκε την άλλη και τα κιθαριστικά όργια έδιναν και έπαιρναν


Ξεκίνησαν με το “Set You Free” και με κάποια προβλήματα στον ήχο (τι πιο λογικό για support) που γρήγορα ξεπεράστηκαν (αν και δεν ήταν και τέλειος), για να απογειώσουν άπαντες στη συνέχεια με τα “7 flies”, “ Road to burn” με το ασήκωτο riff, το φοβερό “Navy In Alice” με την κολλητική riff-άρα από τη μέση και μετά, που έφερε και τις πρώτες ανατριχίλες της βραδιάς, για να ακολουθήσει η υπεραπαραίτητη κομματάρα και κατά κάποιο τρόπο «hit-ακι» “Vidage”, όπου τραγουδούσαν σχεδόν όλοι. Είπαν ένα καινούριο ακυκλοφόρητο κομμάτι (αν άκουσα καλά μέσα στο χαμό είχε τον τίτλο “Big Beautiful women”) με πολύ θετική ανταπόκριση από τον κόσμο, για να μας αποτελειώσουν με τα “Super Van Vacation” με το τρελό τζαμάρισμα και “Track me” (όλα τα λεφτά). Άφησαν το αλήτικο “El Rollito” για το τέλειο κλείσιμο, μετά από περίπου μία ώρα, μέσα σε καπνούς, εχμ «καπνούς», solo κιθάρας-ντραμς και ένα μαγαζί ήδη να είναι «αλλού». Ο Dani με το μπάσο του κλασσικά κατεβασμένο, αποφεύγοντας τα πολλά λόγια, έδινε το τόνο, οι δύο κιθαρίστες ήταν αφιονισμένοι, ενώ ένα respect στην αφάνα (και στο παίξιμο) του ντράμερ Λάμπρου, ο οποίος ήταν χαμένος στο μαλλί και στον μαγικό του κόσμο.
Με λίγα λόγια, μουσική για να κουνάς τα μούσια σου (πραγματικά και μη), τραγούδια για groove-άτες καταστάσεις και πολλές μπύρες και μία εμφάνιση που θα ζήλευαν πολλά μεγάλα συγκροτήματα. Από την άλλη, το σίγουρο είναι ότι όσοι τους ήξεραν, και ήταν πολλοί αυτοί το βράδυ της Παρασκευής, ανάμεσά τους γνωστές μούρες της εγχώριας σκηνής (Planet of Zeus μεταξύ άλλων, δείγμα υγείας βεβαίως βεβαίως), γούσταραν και το κατευχαριστήθηκαν. Οι υπόλοιποι ψάρωσαν άσχημα με ένα συγκρότημα που έκλεψε την παράσταση και που δείχνει έτοιμο για το επόμενο βήμα, κοιτώντας πλέον στα μάτια κορυφαίες μπάντες σε παγκόσμιο επίπεδο.
Και μετά από μισή ώρα (χρόνος που μου έφτασε ίσα – ίσα για να προμηθευτώ αλκοολούχα σκευάσματα από το bar), ήρθε η στιγμή των Graveyard. Πιστεύεις στο déjà vu; Στις χρονομηχανές και στις χωροχρονικές τρύπες που σε μεταφέρουν σε άλλες εποχές και μέρη; Όχι, μην φοβάσαι, δεν θα γίνει Λιακοπουλική διάλεξη. Όμως ήταν τόση η ένταση της εμφάνισης των Graveyard, που άνετα θα νόμιζες ότι χώθηκες εκεί στα ‘70s, στο Marquee, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο μέλλον.
Υπό κόκκινο ημίφως και χαμένοι μέσα στους καπνούς, εμφανίστηκαν λοιπόν οι Graveyard μπαίνοντας ασυνήθιστα και αιφνιδιάζοντας με το σχετικά αργό, αλλά αρκούντως κομματάρα, “No Good, Mr. Holden”. Ο ήχος από την αρχή είχε σημαντικά προβλήματα που κάποια από αυτά αντιμετωπίστηκαν οδηγώντας σε ένα σχετικά καθαρό αποτέλεσμα, άλλα όχι (π.χ. ο ήχος του μπάσου, η αρκετά «θαμμένη» κιθάρα), κάτι που δεν είδα πάντως να ενοχλεί πολλούς γύρω μου.

Και αν η μουσική των 1000mods ήταν για μπύρες, αυτή των Graveyard είναι για ουίσκια. Είναι αυτή η μίξη της rock κάψας και της blues γλύκας, που τόσο παραστατικά καθρεφτίζεται στην φωνή του Joakim Nilsson. Μία φωνή που αντηχεί και αγγίζει, πότε με διονυσιακές ήρεμες στιγμές και πότε με τα χαρακτηριστικά Plant – ικά ξεσπάσματα.
Με μία πιο τραχιά, άξεστη και αλήτικη προσέγγιση του ήχου τους επί σκηνής, οι Graveyard μας ταξίδεψαν τιμώντας και τα τρία άλμπουμ της έως τώρα δισκογραφίας τους, με κορυφαίες στιγμές τα “Hisingen Blues” (τρελή κομματάρα), “Ain’t fit to live here” , το φοβερό και μάλλον έκπληξη “The Thin Line” από τον πρώτο δίσκο, με το οργιαστικό και πιο rock πεθαίνεις φινάλε. Ανατριχιαστικές οι ανάπαυλες με το “Slow Motion Countdown”, μία από τις πιο σπουδαίες συνθέσεις τους που κλιμακώνεται μέσα σε μία αλκοολική ατμόσφαιρα, στο οποίο μου έλειψε η κορύφωση της κραυγής του Joakim, και φυσικά το “Hard Time Lovin’” που έκανε το έδαφος να τρίζει (ευτυχώς δεν είχε πολλούς αναπτήρες). Η κανονική διάρκεια του σετ, τους βρήκε να παίζουν υπό διαρκή ρυθμικά χειροκροτήματα και μία ατμόσφαιρα απίστευτης έντασης, το “Ain't Fit to Live Here”


To encore έκρυβε κάποιες από τις πιο εκστατικές στιγμές, με τη μπάντα να βγαίνει μέσα σε καπνούς και φώτα και να παίζει το απίστευτο “The Siren” και να ακολουθεί το μαγικό “Endless Night” και φυσικά το “Evil Ways”.
H απόδοση της μπάντας ήταν λιτή και εξαιρετική, με τον Joakim Nilsson να τραβάει τα φώτα αλλά και τον τρελό ντράμερ Axel Sjöberg να κλέβει την παράσταση με το αλύπητο και ακριβέστατο χτύπημα στο drum-kit του και τη ρετρό μουστάκα του.
Η μπάντα αποθεωνόταν διαρκώς από το ασφυκτικά γεμάτο Gagarin, ακόμη και ανάμεσα στα τραγούδια, μέσα από μία ηδονική ανταπόκριση του κοινού που καιρό είχα να δω.
Προσωπικά μου φάνηκαν λίγα τα κάτι λιγότερο από 80 λεπτά περίπου που έπαιξαν, και πιστεύω σε πολλούς ακόμη, ενώ παράλληλα τα κάποια προβλήματα στον ήχο, μου στέρησαν την ονείρωξη. Άσε που μου δημιουργήθηκε μία τεράστια απορία. ΓΙΑΤΙ δεν παίξανε την υπερσουπερκομματάρα “Fool In The End”; Και την άλλη κομματάρα το “Uncomfortably numb”; ΓΙΑΤΙ;
Και ξαφνικά, μέσα από μία δίνη μπλε – κίτρινου χρώματος, αναγκαστήκαμε να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα, με ένα χαμόγελο δύναμης και ευχαρίστησης στα χείλη. Άλλωστε, αυτό είναι το νόημα μιας επιτυχημένης συναυλίας, έτσι δεν είναι;
Setlist (με επιφύλαξη, λόγω του «καπνού»):
1000mods
Set You Free
Seven flies
Road to burn
Navy in Alice
Vidage
Big Beautiful women
Track me
Super Van Vacation
Rollito
Graveyard
No Good, Mr. Holden
Seven Seven
Buying Truth (Tack & Förlåt)
Hisingen Blues
Hard Times Lovin'
As the Years Pass by, the Hours Bend
Thin Line
Slow Motion Countdown
The Suits, the Law & the Uniform
Goliath
Granny & Davis
Ain't Fit to Live Here
Encore:
The Siren
Endless Night
Evil Ways
Time – travelers, ανταπόκριση: Άκης Παπαγιαννόπουλος, Γιάννης Ορλώφ
Φωτογραφίες: Λαμπρινή Γκούμα










