Ανταπόκριση: JOE BONAMASSA Live στο Hammersmith Apollo, Λονδίνο (UK) 20.3. 2015

«Θείος Τζόε λάιβ ιν “Λόνντον μπέιμπι!!!” (κατά τον Τζόι στα “Φιλαράκια”)»

 

Η ημέρα μας ξεκίνησε στις 9:00 σε ένα διαμέρισμα πάνω από το μουντό και συννεφιασμένο Hyde Park. Αφού τεντωθήκαμε και ήπιαμε στα γρήγορα έναν πρωινό καφέ (“στα γρήγορα” επειδή η παρέα μου ήθελε επειγόντως τσιγάρο και το σπίτι ήταν non-smoking), κατευθυνθήκαμε στο κοσμοπολίτικο Soho και σε ένα τραπεζάκι στο πλακόστρωτο (όπου επιτρέπεται το κάπνισμα) της Carnaby Street, για έναν ακόμα “σαλονικιώτικο”, δηλαδή μεγάλης διάρκειας καφέ, συνοδευόμενο από ένα δυναμωτικό πρωινό με scones, μαρμελάδες και ζεστά σαντουϊτσάκια, καθώς είχαμε πολύ περπάτημα και πολύ χρόνο ακόμα μέχρι τις 8:30 (ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα) το βράδυ που θα άρχιζε η συναυλία.

Κατά τις 11:00 ο καιρός ήταν άψογος, χωρίς ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, οπότε συνεχίσαμε τη βόλτα μας στα κλασικά αξιοθέατα και πάρκα του κεντρικού Λονδίνου, χαζεύοντας παράλληλα τα αμέτρητα μαγαζιά και καντίνες όπου μπορεί κανείς να δοκιμάσει όλου του κόσμου τις λιχουδιές. Note to self: Κάποια στιγμή πρέπει να αφιερώσω ένα ταξίδι στο Λονδίνο για αποκλειστικά γαστρονομικό τουρισμό.

Το μεσημέρι μας βρήκε στο Hard Rock Café, να απολαμβάνουμε ένα παγωμένο pint (τη μισόλιτρη τη μπίρα ντε) κάνοντας το απαραίτητο χάζι στα εκθέματά του, από κιθάρες του Eric Clapton και των Rolling Stones, μέχρι ρούχα των Jimi Hendrix και Elton John.

Λίγο περπάτημα ακόμη, και ένα δείπνο σε μια παραδοσιακή pub αργότερα, με την τριμελή παρέα μας να παραγγέλνει το μισό κατάλογο και τον σερβιτόρο προφανώς να μην έχει συνηθίσει σε κλασικούς Ελληναράδες τουρίστες και να μη μπορεί να τα συγκρατήσει όλα, με αποτέλεσμα να κάνει τρία πήγαινε-έλα στο πόστο του για να τα σημειώσει (πάρε ένα μπλοκάκι άνθρωπέ μου), ξεκινήσαμε για το Hammersmith Apollo όπου γινόταν η συναυλία.

Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ

Από απροσεξία μου (εγώ που είχα και τα εισιτήρια…) θυμόμουν ότι η συναυλία αρχίζει στις 20:30, ενώ στην πραγματικότητα άρχιζε στις 20:00, και σε όλη τη διαδρομή δεν μπορούσα να καταλάβω προς τί το άγχος των υπολοίπων για το αν θα προλάβουμε…αλλά ευτυχώς φτάσαμε έγκαιρα, και κυριολεκτικά δευτερόλεπτα αφού μπήκαμε στο χώρο της συναυλίας και κάτσαμε στις θέσεις μας, τα φώτα έσβησαν και έμεινε ένας μοναδικός προβολέας να φωτίζει το θείο Τζόε καθώς εμφανίστηκε στη σκηνή.

Με το γκρίζο του κοστούμι και την πρασινωπή Bona-Byrd στα χέρια του, ξεκίνησε να παίζει τις πρώτες νότες του “Hey Baby (New Rising Sun)” (Hendrix), του instrumental κομματιού που ανοίγει και τον τελευταίο του δίσκο, το “Different Shades of Blue”. Οι προβολείς άρχισαν να φωτίζουν και την υπόλοιπη σκηνή και μας φανερώθηκε η υπόλοιπη μπάντα, στημένη γύρω του, αποτελούμενη από drums, μπάσο, πλήκτρα, έναν percussion-ίστα και ένα τρίο πνευστών!

Πριν καλά-καλά τελειώσει το σοκ του ογκώδους, καθαρού ήχου και της άψογης εκτέλεσης του κομματιού, ο θείος Τζόε πλησίασε το μικρόφωνο και άρχισε να τραγουδάει τη συναισθηματική a capella εισαγωγή του Oh Beautiful, του 2ου τραγουδιού του δίσκου. Συνεχίζοντας με την Bona-Byrd ανά χείρας, αυτή την custom κιθάρα-διασταύρωση μεταξύ Gibson Les Paul & Gibson Firebird, και με το μέτρημα της μπαγκέτας, ο Bonamassa και όλη η μπάντα μπήκαν στην κεντρική rock riff-άρα του τραγουδιού, και στη συνέχεια στο εκτεταμένο μεσαίο μέρος του τραγουδιού όπου ακούσαμε και το πρώτο ανελέητο σόλο της βραδιάς.

Συνεχίζοντας με μουσική απ’τον καινούριο δίσκο, η μπάντα μπήκε στο Never Give All Your Heart, ένα κομμάτι με πολλά υποσχόμενη εισαγωγή που θυμίζει κάτι από Journey και ένα ρεφρέν που δεν απογοητεύει.

Κάπου εδώ άρχισε να αλλάζει το ύφος της συναυλίας και ο Bonamassa μας πήγε με τη βοήθεια του νέου του αποκτήματος, μιας αυθεντικής Les Paul από το 1959 ονόματι “Carmelita”, σε μονοπάτια παλιάς blues, διασκευάζοντας ένα κεφάτο τραγούδι του Howlin’ Wolf, το Hidden Charms”. Περιττό να πω ότι εδώ, το τρίο πνευστών που έφερε μαζί του ο θείος Τζόε, με ηγέτη τον Lee Thornburg, έδωσε ρέστα προσφέροντας ύφος και groove στο κομμάτι.

Οι λάμπες στους 4 (!) tweed Fender ενισχυτές από τη δεκαετία του ’50 (του αρέσουν οι αντίκες του θείου Τζόε) που έπαιζαν στην τσίτα είχαν ζεσταθεί για τα καλά, οπότε το λευκό bluesboy από την Νέα Υόρκη μας έπαιξε ακόμα δύο κομμάτια από το νέο του δίσκο, το Living on the Moonκαι το Trouble Town”, δύο πολύ ρυθμικά τραγούδια για τα οποία έδινε άψογα τις βάσεις το δίδυμο Tal Bergman-Carmine Rojas σε drums και μπάσο αντίστοιχα.

Στη συνέχεια άρχισαν να πέφτουν οι τόνοι και να χανόμαστε στη μαγεία της 12μετρης blues μπαλάντας, με το Double Trouble” (Otis Rush). Εδώ ήταν η σειρά του θρύλου Reese Wynans να μας καταπλήξει με τον τρόπο που στόλιζε με το πιάνο του τα φωνητικά του Bonamassa. Εντάξει, σε 2 δίσκους του Stevie Ray Vaughan έχει παίξει πλήκτρα ο άνθρωπος, κάτι θα ήξερε από blues...Επίσης και η “Carmelita” δεν πήγε πίσω, χαρίζοντας μας αυθεντικό ήχο από τα παλιά στο θεϊκό κιθαριστικό σόλο που ακολούθησε.

Με τη συντροφιά μιας Stratocaster, ή οποία δεν αμφιβάλλω ότι κι αυτή έχει ηλικία τουλάχιστον ίδια με του παππού μου, συνεχίσαμε στα blues μονοπάτια με το ξεσηκωτικό shuffle I Gave Up Everything for You, ‘Cept the Bluesκαι μια πολύ ιδιαίτερη διασκευή στο Look Over Yonders Wallτου Freddie King.

One Less Cross To Bear”, ένα ακυκλοφόρητο κομμάτι και το χορευτικό All Night Boogie (All Night Long)” του Howlin’ Wolf, μας έκαναν να χαθούμε στα σόλο και τα τζαμαρίσματα μεταξύ κιθάρας και Ηammond, με τον Bonamassa και τον Wynans σχεδόν να “συζητάνε” μέσω των οργάνων τους…

Ακόμα μια δυνατή 12μετρη μπαλάντα, αυτή τη φορά με το σαξόφωνο να σολάρει και να δίνει ερωτισμό στη βραδιά, το Someday After Awhile (Youll Be Sorry)” (Freddie King) και ξαναγυρίσαμε στον καινούριο δίσκο με το Love Aint A Love Song, όπου απολαύσαμε ένα μικρό σόλο από τους δύο κρουστούς της μπάντας, σε percussion και drums, και στη συνέχεια όλη τη μπάντα να τζαμάρει.

Sloe Gin(Tim Curry). Τι να πει κανείς γι αυτό το κομμάτι. Διασκευή μεν, αλλά ο Bonamassa το’χει κάνει δικό του. Με μελωδικό και ολοκληρωμένο σόλο που δεν έχει στόχο να εντυπωσιάσει, αλλά να συγκινήσει, τα έχει όλα. Δεν είναι τυχαίο που στο κομμάτι αυτό, μετά από τον αρχικό ενθουσιασμό στην εισαγωγή, επικράτησε απόλυτη ησυχία στο κοινό.

“The Ballad of John Henry”. Χαμός, τίποτ’άλλο.

Για το encore, ο θείος Τζόε μας επιφύλαξε μια έκπληξη, τον κύριο Bernie Marsden, τον άνθρωπο που έπαιξε κιθάρα στους Whitesnake την εποχή του “Here I Go Again”. Ο Marsden πήρε την signature PRS του, την πέρασε στους ώμους του και μαζί με τον Bonamassa μας χάρισαν ένα ωραίο τζαμάρισμα πάνω στο All Aboard του Muddy Waters, με όλο το θέατρο όρθιο να χορεύει και να χειροκροτάει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Joe Bonamassa έχει φτάσει στο απόγειο της καριέρας του, είναι ο τύπος που βρίσκεται στην κορυφή των πωλήσεων σε blues δίσκους και DVD, γεμίζει θέατρα για συνεχόμενες νύχτες σε όλον τον κόσμο, ταξιδεύει με αυθεντικά όργανα και ενισχυτές από τις δεκαετίες ’50-’60, δηλαδή εξοπλισμό που άλλοι τον έχουν σε θησαυροφυλάκια, αυτός τον βγάζει και παίζει με αυτόν στον κόσμο.

Ναι, ίσως να μην είναι και ο καλύτερος τραγουδιστής στον κόσμο, ίσως να έχει μια ελαφριά (για να το πω κομψά) ναρκισσιστική διαταραχή και να μην είναι ο άνθρωπος που θα βρεθείς στη συναυλία του και θα κάνεις πάρτυ, θα χορεύεις και θα γίνεσαι λιώμα στη μπύρα.

Έχει όμως ταυτότητα, αυτό που κάνει το κάνει άψογα, και σε κάποιες στιγμές μπορεί να καθηλώσει ένα τεράστιο κοινό, όπως και έκανε, ρίχνοντας τόσο χαμηλά την ένταση, τόσο χαμηλά όσο θα άκουγες μουσική αν δεν ήθελες να σε ακούσει κάποιος στο διπλανό δωμάτιο, χαϊδεύοντας τις χορδές της κιθάρας του, “ψελλίζοντας” μπλουζιάρικες φράσεις, μόνος του, χωρίς καν τη συνοδεία της μπάντας του και με τον κόσμο να μη βγάζει ούτε άχνα. Αυτές οι στιγμές ήταν και οι πιο μαγικές αυτής της αξέχαστης βραδιάς.

 

Για το RockOverdose,

Μανώλης Παπαγιάννης

Φωτογραφίες: Peter Coates – Inside Edge Photography / http://maytherockbewithyou.com/

 

Comments

rockoverdose.gr