Ο συνεκτικός ιστός μεταξύ των The Last Drive και του κοινού τους, πέρα από το αμφίδρομο της αμοιβαίας εκτίμησης, συναπαρτίζεται κι από μια σχέση μονομερούς λατρείας. Καμία έκπληξη δεν αποτελεί λοιπόν το γεγονός, ότι οι πιστοί ακροατές τους κατέκλυσαν το Τριανόν για δύο συνεχόμενες βραδιές, αναγκάζοντας το χώρο να στήσει έξτρα καρέκλες στα πλάγια, προκειμένου να καλύψει τη δίψα του κόσμου για τη συγκεκριμένη παράσταση. Άλλωστε, μια ακουστική εμφάνιση των Drive δε συμβαίνει κάθε μέρα. Για την ακρίβεια, το τελευταίο τους unplugged show χάνεται στα βάθη του χρόνου και συνοδεύεται από τους ανάλογους αστικούς μύθους.
Οι δείκτες του ρολογιού δείχνουν μισή ώρα μετά τις 10, όταν οι πρώτες νότες του “Whisper Her Name” δίνουν άξαφνα ζωή στα εκατοντάδες άτομα, που μέχρι πριν λίγο άραζαν αναπαυτικά στα καθίσματα τους. Πολύ γρήγορα γίνονται αντιληπτές κάποιες ειδοποιές διαφορές σε σχέση με μια “κανονική” συναυλία των The Last Drive: Καταρχήν η αθηναική τετράδα, για τις ανάγκες των δύο αυτών εμφανίσεων, έχει μετατραπεί σε πεντάδα, με την προσθήκη κρουστών, τα οποία χωρίς να κάνουν κραυγαλέα αισθητή την παρουσία τους, ενισχύουν τον παράγοντα groove και συμπληρώνουν ιδανικά το ρυθμικό υπόστρωμα. Η πεντάδα ενίοτε γινόταν και εξάδα (!) με έναν φοβερό και τρομερό κοντραμπασίστα να απελευθερώνει συχνά πυκνά τον Αλέξη Καλοφωλιά από το ακουστικό του μπάσο και να του δίνει την ευκαιρία να καλλωπίσει τα κομμάτια με τη χρήση φυσαρμόνικας ή μελόντικα.
![]() |
Ειδική μνεία πρέπει να γίνει για τον άψογο ήχο, ο οποίος πραγματικά είναι από τους αρτιότερους, που έχω ακούσει σε εγχώριο live. Κρυστάλλινος και χωρίς διακυμάνσεις σε οποιοδήποτε σημείο του χώρου. Καθώς φυσικά και για την ίδια την απόδοση των Drive και τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισαν τις δύο αυτές εμφανίσεις. Εξαιρετικά μεστό παίξιμο από τον Στέφανο Φλώτσιο, μεγάλη πλάκα με τον solo ήχο του Γιώργου Καρανικόλα, ο οποίος διέθετε απίστευτο νεύρο όσο και ευκρίνεια, όπως επίσης και επιστημονικό στήσιμο από τον Χρήστο Μιχαλάτο με το κάτω δέρμα από το floor tom να έχει αναλάβει το ρόλο τoυ bass drum, το ντέφι τον αντίστοιχο του hi-hat και μια πετσέτα να καλύπτει το ταμπούρο, ώστε να βάζει “κόφτη” στην περιττή ένταση.
![]() |
Συγκλόνισαν στα “The Drop” -ίσως η ισχυρότερη στιγμή- και “Devil May Care”, μας ξεσήκωσαν με τα “Joe Esposito's Gun” & “Midnight Hop”, επαναβεβαίωσαν ότι έχουν μάθει από τους καλύτερους στα “Straight Ahead” (Greg Sage), “Everybody Moves” (The Died Pretty), “Get Out Of My Life, Woman” (Allen Toussaint) & “Dead End Street” (The Kinks) και τους αποθεώσαμε στα “Valley Οf Death”, “Black Limo”, “I Love Cindy”, όταν πλέον το live είχε μετουσιωθεί σε party.
Το σημαντικότερο; Απέδειξαν με την εκπληκτική εκτέλεση του “Always The Sun” ότι τα καλύτερα έρχονται.
Βαθιά υπόκλιση σε ένα ανήσυχο ακόμη σχήμα, που παρά τα τριάντα και πλέον χρόνια που κουβαλά στην καμπούρα του, δε σταματά να δοκιμάζει πράγματα, να εκπλήσσει και να μας χαρίζει πανέμορφες βραδιές, όπως οι δύο προηγούμενες.
Για το Rock Overdose,
Δημήτρης Σούρσος












