Αν μπορούσες να χαρακτηρίσεις αυτή την εποχή με μία μόνο λέξη τον Thurston Moore, τον άνθρωπο υπεύθυνο σε μεγάλο βαθμό για την επιτυχημένη πορεία των indie rock πιονέρων Sonic Youth, αυτή σίγουρα θα ήταν “πολυάσχολος”.
Τέσσερα μόλις χρόνια μετά την αδρανοποίηση του σχήματος του οποίου ηγήθηκε επί τριάντα συναπτά έτη και στο ενδιάμεσο πρόλαβε να φορμάρει τους Chelsea Light Moving, μπλέχτηκε με τους Twilight του Wrest, ενώ κυκλοφόρησε και δύο προσωπικά άλμπουμ, με το πιο πρόσφατο “The Best Day”, να κυκλοφορεί πέρυσι και να χαιρετίζεται από τον mainstream τύπο ως μια από τις κορυφαίες κυκλοφορίες του έτους, όσον αφορά τον κιθαριστικό ήχο.
![]() |
Η προχθεσινή εμφάνιση των The Thurston Moore Band στο Fuzz, δε στάθηκε -όπως καθείς θα ανέμενε- ως επακόλουθος αντικατοπτρισμός της κοινά παραδεκτής αξίας του “The Best Day”, αντίθετα την ξεπέρασε κατά πολύ. Ακούγοντας προσεκτικά τον συγκεκριμένο δίσκο, είναι σχετικά εύκολο για το μυημένο αυτί να αφουγκραστεί τις “υπόγειες” προεκτάσεις του, αλλά να σχηματοποιήσει έστω και αδρά την εμπειρία του περασμένου Σαββάτου; Αδύνατο.
![]() |
Ήδη από τον drone πρόλογο του “Forevermore”, το συγκρότημα του Thurston κατέστησε σαφές ότι δεν πάτησε τη σκηνή απλά για να παρουσιάσει ένα στανταρισμένο αριθμό κομματιών, που -ή όπως τα- γνωρίζει ο κόσμος. Θα το έκανε κι αυτό, αλλά στο μεσοδιάστημα θα εστίαζε την προσοχή του και σε εκείνες τις προεκτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκα παραπάνω. Μόνο που τούτες, αντί να συνεχίσουν την υπόγεια δράση τους, ανασύρθηκαν εμφατικά στην επιφάνεια μαζί με τόνους feedback, εφέ και motorik-ών ομοβροντιών.
Ήταν βλέπετε, αυτά τα αταξικής υφής instrumentals, τα οποία βρήκαν το δρόμο τους εμβόλιμα μεταξύ των κομματιών του “The Best Day” ή ακόμα και παρείσφρυσαν στον ίδιο τον πυρήνα τους, που εξύψωσαν τη σαββατιάτικη εμφάνιση σε κάτι παραπάνω από μια συνηθισμένη συναυλία κι εν τέλει τη διαμόρφωσαν σε μια ξεχωριστή εμπειρία.
![]() |
Δεν ανέφερα τυχαία το πλήρες όνομα του σχήματος ως The Thurston Moore Band, αντί να εστιάσω αποκλειστικά στον ιθύνοντα νου του εγχειρήματος και τούτο διότι χωρίς την πολύτιμη συνεισφορά των υπόλοιπων τριών μελών, η συγκεκριμένη εμφάνιση απλά δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τον τρόπο που εκτυλίχθηκε μπροστά μας.
H Deb Googe, καθ'έξιν “θορυβοποιός”, χάρη στη μακρά θητεία της στους shoegaze ήρωες My Bloody Valentine, έμοιαζε να κάνει μια πρόχειρη βόλτα σε γνώριμα λημέρια, ενώ παράλληλα έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση του Steve Shelley στα τύμπανα, δε δυσκολεύτηκε να κρατήσει ρυθμούς πιο σφιχτοδεμένους κι από ναυτικό κόμπο.
Και μιας και ήρθε στην κουβέντα μας ο τελευταίος, ώρα για μεγάλες αλήθειες: το να παρακολουθείς τον επί εικοσαπενταετία συνοδοιπόρο του Moore, αρχικά στους Sonic Youth, αλλά και τώρα στη νέα του προσπάθεια, αποτελεί πραγματική απόλαυση. Στα πενηνταδύο του χρόνια χαίρεται κάθε gig σαν να πρόκειται για το πρώτο του, έχοντας μονίμως ένα διάπλατο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του. Το ακούραστο παίξιμο του παρουσιάζει μια αξιοθαύμαστη ροή, ενώ ο τρόπος που κουμαντάρει τις δυναμικές παραμένει αψεγάδιαστος.
![]() |
Ο Thurston Moore, διατηρώντας το γενικό πρόσταγμα, για μεγάλο μέρος του σετ στέκεται μόνος στην άκρη της σκηνής, τραβώντας όλα τα φώτα επάνω του. Σε κρίσιμες στιγμές όμως, ζυγώνει το υπόλοιπο συγκρότημα και παραδίδεται κι αυτός στα noise κρεσέντα, που το σχήμα υφαίνει, χρησιμοποιώντας παράλληλα νεύματα για να καθοδηγήσει την πορεία των καθαρά αυτοσχεδιαστικών σημείων.
![]() |
Όπως όμως και στους Sonic Youth κρατούσε πλάι του τον Lee Ranaldo, για να βγάζει συχνά πυκνά τα κάστανα από τη φωτιά, έτσι κι εδώ συνοδεύεται από τον James Sedwards των εξωφρενικών Chrome Hoof, ο οποίος με το προικισμένο -και πολύ πιο “μουσικό” από του προανεφερθέντα- παίξιμο του, παρέχει τις κατάλληλες απαντήσεις στα -λιγότερο ή περισσότερο- προφανή lead ερωτήματα, με το εκπληκτικό solo του στο “Germs Burn”, να αποτελεί χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα.
![]() |
![]() |
Έχοντας αποδόσει την πλειοψηφία των συνθέσεων του “The Best Day” το συγκρότημα αποχωρεί προς τα ενδότερα, μόνο για να επιστρέψει μερικά λεπτά αργότερα, αφοσιώνοντας αυτή τη φορά την προσοχή του στο ντεμπούτο του Thurston Moore ως solo καλλιτέχνη, το “Psychic Hearts” του μακρινού 1995, άλμπουμ στο οποίο επίσης συνεργάστηκε με τον Steve Shelley. Η λογική κι εδώ παρέμεινε ίδια, με τα “Pretty Bad” και “Ono Soul” να καταρρέουν εν μέσω fuzzy ιντερμέτζων, και εν συνεχεία να επανασυντίθενται σαν να μην τρέχει κάστανο.
![]() |
Δύο ώρες είχαν κυλήσει χωρίς να το καταλάβουμε, αλλά και δίχως πλήρη συνείδηση του το τι ακριβώς διαδραματίστηκε εμπρός μας εκείνο το βράδυ. Η μόνη βεβαιότητα που αποκόμισα, ήταν πως η νύκτα της 25ης Απριλίου, αποτέλεσε πέραν αμφιβολίας το πρώτο συναυλιακό σημείο αναφοράς για τη χρονιά που διανύουμε.
![]() |
Της εμφάνισης των The Thurston Moore Band, προηγήθηκε εκείνη των αθηναίων indie rockers The Callas, οι οποίοι με κεκτημένη ταχύτητα από την προ oλίγων εβδομάδων εμφάνιση τους στο πλευρό του έτερου Sonic Youth Lee Ranaldo, απέδωσαν εξαιρετικά το υλικό τους με έμφαση στην περισσότερο “βρώμικη” ή punk -αν προτιμάτε- πλευρά του ήχου τους, εις βάρος της πιο “εσωτερικής”, αναλογία ιδανική για να κερδίσεις ένα κοινό που δε σε γνωρίζει απαραίτητα.
Τι πιο ορισμός του παραπάνω από το να ανοίγεις για τον Thurston Moore στο Fuzz. Το ζυγισμένο στοίχημα, σπάνια σε ρίχνει στον κουβά. Well played.
Setlist:
Forevermore
Speak To The Wild
Germs Burn
Detonation
The Best Day
Grace Lake
Encore:
Pretty Bad
Ono Soul
Για το Rock Overdose,
Δημήτρης Σούρσος



















