Αφιέρωμα Blind Guardian: “Μια Φορά και Έναν Καιρό…”‏

… ήταν πέντε Γερμανοί που ήρθαν στον κόσμο μας για να μας τον κάνουν ακόμα ομορφότερο με παραμυθένιες ιστορίες με κεντρικά πρόσωπα και γεγονότα μάγους, ξωτικά, χόμπιτ, την εξύμνηση της Ιερουσαλήμ και φυσικά την απόλυτη εξύψωση ενός μέρους όπου η αθανασία είναι η δύναμη. Valhalla! Ο οποιοσδήποτε βασιλιάς θα τους ήθελε για προσωπικούς του τροβαδούρους, αλλά οι ίδιοι έδειξαν εξ αρχής ότι είναι κύριοι μόνο των εαυτών τους. Έκαναν την φαντασία τους μουσική και συγχρόνως πραγματικότητα. Ξεκίνησαν να παίζουν όσο πιο γρήγορα και τραχιά μπορούσαν και κατέληξαν μέχρι και σήμερα να έχουν έναν προσωπικό ήχο. Έτσι και επιδιώξει κάποιος να τον εμπνευσθεί για να φτιάξει κάτι δικό του, το μόνο που θα καταφέρει είναι να ακούγεται πιο Blind Guardian και από τους ίδιους. (βλ. Savage  Circus)

Όλα λοιπόν ξεκίνησαν πίσω στα μέσα των ‘80s και στο μακρινό Krefeld της Γερμανίας όταν οι δύο εγκέφαλοι Hansi Kursch και Andre Olbrich συναντήθηκαν και θέλησαν να δημιουργήσουν μία μπάντα που θα έκανε ιδιαίτερη αίσθηση μέσα σε μια περίοδο που ήδη πολλές μπάντες έκαναν την εμφάνιση τους. Μάλιστα από τις πρώτες μέρες των Lucifer’s Heritage, όπως ονομάζονταν αρχικά μπαινοέβγαινε στο line-up o Thomen Stauch, ο οποίος είχε τα μυαλά του πάνω από το κεφάλι ως πολύ νέος και δεν πήγαινε με τα νερά των δύο εγκεφάλων. Μετά λοιπόν από δύο demos “Symphonies of Doom” και “Battalions of Fear” το line-up συμπληρώθηκε και ολοκληρώθηκε από τον Marcus Siepen και τον Thomen Stauch. Ενώ λοιπόν ο πρώτος δίσκος ήταν έτοιμος και με τίτλο “Battalions of Fear”, έπρεπε να αλλάξουν και όνομα για μία καλύτερη προώθηση της μπάντας. Έτσι λίγο ο τίτλος του δίσκου και λίγο η αγάπη για το “Awaken the Guardian” των Fates Warning και βαπτίσθηκαν Blind Guardian.

 

 

 

Στους δύο πρώτους δίσκους τους “Battalions of Fear” και “Follow the Blind” επικρατεί ένα άγουρο thrash/speed με τύμπανα που λες «ρε συ αυτό βαράει άσχημα» και μία φωνή από τον Hansi να γρυλίζει γρήγορα και να υψώνεται προσπαθώντας πάντα να διατηρεί έναν προσωπικό χαρακτήρα. Τραγούδια όπως “Majesty”, “Battalions of fear”, “Banish from Sanctuary”, “Valhalla” (κάτι μας είπες τώρα…) και “Hall of the King” είναι και τα πλέον χαρακτηριστικά, αλλά και must για κάθε ζωντανή εμφάνιση έστω και αν χρειαστεί η διάρκεια τους να υπερβεί την κανονική τους. Συν όλα αυτά αναλογιστείτε ότι συμμετοχή στον δίσκο “Follow the Blind” είχε και ο Kai Hansen και οι Helloween εκείνο το διάστημα ήταν η πρωτοκλασάτη μπάντα της Ευρώπης.

 

 

Ο speed/power όλεθρος συνεχίστηκε και στο υπερτέλειο (για μένα) “Tales from the Twilight World”, στο οποίο όμως θα μπορούσαμε να πούμε ότι το άγουρο στοιχείο εξαφανίστηκε μιας και τα πιο μελωδικά στοιχεία κάνουν την εμφάνιση τους, αλλά δεν υπερέχουν. Φυσικά είναι ακόμα ένας δίσκος μέσα στον οποίο δεσπόζουν μερικοί από τους σημαντικότερους ύμνους της μπάντας. Φυσικά και είναι ακόμα ένας δίσκος μέσα στον οποίο η μπάντα βασίζεται στον Tolkien και τα μυθιστορήματα του και φυσικά στον “Άρχοντα των Δακτυλιδιών” για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε και το κομμάτι “Lord of the Rings”. Φυσικά και είναι ακόμα ένας δίσκος στον οποίο συμμετέχει ο Kai Hansen. Στο “Lost in the Twilight Hall” δανείζει τη φωνή του, στο “The Last Candle” δανείζει την κιθαριστική δεινότητα και στο “Good Bye My Friend” ρίχνει μια τσιρίδα έτσι για να πάει καλά η μέρα. Ενώ και ένας άλλος συνυπεύθυνος για την δημιουργία του Ευρωπαϊκού (Γερμανικού) power metal, o κύριος Piet Sielck κάνει τα γνωστά του στον ήχο και συμμετέχει στα δεύτερα φωνητικά. Μετά και από αυτόν τον δίσκο τι…;

 

 

Μα φυσικά η συνέχεια στη στιχουργική φαντασία και ο εμπλουτισμός στη μουσική. Καλοί, άγιοι και τέλειοι οι Helloween, oι Fates Warning (επί περιόδου Arch), οι Pretty Maids, αλλά οι Blind Guardian άκουσαν μία μπάντα τους Queen και αφού διδάχθηκαν διά ακροάσεων από τους Savatage (υπεύθυνοι για τη δημιουργία του “Theater of Pain”) ότι οι Άγγλοι είναι η καλύτερη rock μπάντα όλων των εποχών είπαν να τους εμπνευστούν. Το καλύτερο είναι ότι για να τους τιμήσουν και δεόντως, στον νέο τους δίσκο το 1992 “Somewhere Far Beyond” συμπεριέλαβαν μία από τις καλύτερες διασκευές που έχουν γίνει στους Queen, στο κομμάτι “Spread Your Wings”. Το θέμα όμως είναι αυτό το κομμάτι είναι το λιγότερο φοβερό σημείο του δίσκου, διότι όταν έχεις κομμάτια όπως το “Ashes to Ashes”, “Time What Is Time” από τη μια και το διαχρονικότατο “The Bard’s Song – In the Forest” από την άλλη τότε ότι και να πεις λίγο θα είναι. Εδώ για τελευταία φορά δίνει το παρόν και ο Kai Hansen στο “Quest for Tanelorn” μιας και οι υποχρεώσεις του δεν του άφηναν άλλα περιθώρια για επιπλέον συμμετοχές στους βάρδους.

 

 

Η δεκαετία του ’90 και κυρίως τα μέσα ήταν μια περίοδος όπου το ευρωπαϊκό power metal ήταν στα ύψη, κερδίζοντας ολοένα και περισσότερους οπαδούς και εκτός αυτού υπέροχοι δίσκοι ξεπετάγονταν από κάθε χώρα της Ευρώπης. Οι Blind Guardian δεν θα μπορούσαν να δηλώνουν απόντες σε μία τέτοια ακμή και στις γενικότερες τάξεις της μπάντας για την κατασκευή του νέου δίσκου εντάχθηκε ο παραγωγός Flemming Rasmussen, γνωστός για το άγγιγμα του στα “Ride the Lightning”, “Master of Puppets” και “…And Justice for All” των Metallica. Ο ήχος λοιπόν του “Imaginations from the Other Side” ήταν ακριβώς ίδιος με εκείνον των αμερικανών με την διαφορά να έγκειται στο ότι οι Γερμανοί έπαιζαν power metal και μάλιστα μέσα στον δίσκο παρέδιδαν και μαθήματα μέσα από το ομότιτλο, το “Another Holy War”, το “The Script for my Requiem” και τα υπόλοιπα. Μάλιστα με τον συγκεκριμένο δίσκο όχι μόνο κατάφεραν να γίνουν ακόμα πιο γνωστοί, αλλά και να ξεπεράσουν σε μουσική ισχύ τους Helloween.

 

 

Προς το τέλος της δεκαετίας ξεκινούσε και η πτώση του power, όχι όμως στο στρατόπεδο των Γερμανών. Το 1998 δημιούργησαν το απόλυτο μυθολογικό τους δίσκο “Nightfall in Middle-Earth”, ένας δίσκος σαφώς με πιο σκοτεινές συνθέσεις και ίσως αυτός που έχει αγαπηθεί περισσότερο από εκείνους που δεν τάσσονται υπέρ του power metal. Για δεύτερο δίσκο την παραγωγή την αναλαμβάνει ο Flemming και η πιστή πεντάδα που δεν καταλαβαίνει από αλλαγές που γίνονται στις άλλες μπάντες συνεχίζει ακλόνητη. Εννοείται ότι εδώ και τρεις δίσκους ο Hansi έχει βελτιωθεί κατά πολύ στη φωνή του, απλά για ακόμα μια φορά αποδεικνύει ότι κατάφερε να επιβάλλει την προσωπικότητα του, αλλά και ότι ερμηνεύει τα συγκεκριμένα κομμάτια με τρόπο που δύσκολα θα έκανε ο καθένας μας.

 

 

 

 

Το 2002 έμελε να είναι η τελευταία χρονιά που το συγκεκριμένο line-up θα παρέμενε ως είχε δισκογραφικά, καθώς ο Thomen Stauch  θα καθόταν για τελευταία φορά πίσω από τα τύμπανα. Για αυτό και ο ίδιος φρόντισε να δώσει τον καλύτερο του εαυτό στο “A Night at the Opera” και πράγματι τα τύμπανα σε αυτόν τον δίσκο είναι λες και βαρούσε σιδερένια βαρέλια. Τίτλος δανεισμένος από το αριστούργημα των Queen, είπαμε αυτό που διδάχθηκαν το δέχθηκαν βιωματικά. Ο συγκεκριμένος δίσκος δεν είχε δυστυχώς την επιτυχία των προηγούμενων από την πλευρά του τύπου και αρκετών οπαδών. Η αλήθεια είναι όμως ότι μουσικά είναι δύσκολο να του αντισταθείς και προσωπικά τον απολαμβάνω πιο πολύ από τον προκάτοχο του. Είναι και το έπος που κλείνει τον δίσκο “And then there Was Silence” που σε κάνει να λες ότι αξίζει μόνο για αυτό το κομμάτι.

 

 

 

 

Η νέα τους συνήθεια να κυκλοφορούν δίσκους ανά τετραετία συνεχίστηκε και με τον επόμενο δίσκο όπως και με τον τελευταίο. Αν το “A Night at the Opera” δεν δέχθηκε την επιτυχία άλλων δίσκων τότε το “A Twist in the Myth” ήταν ο δίσκος με τον οποίο ο κόσμος δεν έκατσε να ασχοληθεί και πολύ. Με νέο drummer στην σύνθεση τους, τον Frederik Ehmke είπαν να πειραματιστούν και αυτοί ρε παιδί μου. Περισσότερες μελωδίες και λιγότερες μυθικές διαστάσεις, όμως προσοχή, αυτό δεν κάνει τον δίσκο κακό, απλά δεν θα τον λιώνεις όπως όλους τους άλλους. Αν όμως θες να βρεις τη χαρά αναζήτησε την στα “This Will Never End”, “Another Stranger Me” και “Lionheart”. Η επιστροφή των πραγμάτων στη θέση τους και η αρχοντική επανεμφάνιση έγινε προ δύο ετών με το “At the Edge of Time”, ένας κυριολεκτικά απίστευτος δίσκος – ορόσημο για το power metal. Όλα τα βασικά τους χαρακτηριστικά που τους έκαναν γνωστούς είναι εδώ μέσα, από τα κιθαριστικά μέρη υψηλών ταχυτήτων, μέχρι και τις τσιρίδες ενός Hansi που δεν λέει να παύει να ερμηνεύει άρτια. Ακόμα και το πιάνο των Savatage δίνει το παρόν. Τα πάντα όλα.

 

 

Το τέλος όμως δεν ήρθε, καθώς μας περιμένουν δύο ακόμα δίσκοι να τελειοποιηθούν από την συγκεκριμένη μπάντα, ένας κανονικός και ένας ενορχηστρωμένος για τον οποίο ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν αν θα κυκλοφορήσει υπό το όνομα Blind Guardian. Το μεγαλύτερο ατού των Γερμανών είναι οι ζωντανές τους εμφανίσεις, που είναι ένα πραγματικό γλέντι. Από την πρώτη νότα μέχρι και την τελευταία όλοι μα όλοι τραγουδάνε και χορεύουνε δίχως σταματημό και φυσικά η μπάντα φροντίζει πάντοτε να ανταποδίδει με περισσότερα τραγούδια.

Επίσης οι Γερμανοί είναι μανούλες στις διασκευές, είτε παίζουν Queen, είτε Judas Priest, είτε John Farnham φροντίζουν τα κομμάτια αυτά να τα κάνουν δικά τους. Πείτε μου ειλικρινά πόσοι όταν ακούσατε το “To France” πιστέψατε ότι ήταν δικό τους, χωρίς καν να ξέρετε σε ποιον πραγματικά ανήκει το κομμάτι; Εγώ πάντως από αυτούς το έμαθα.

Το να κάτσω να γράψω και για τη σχέση τους με εμάς ως κοινό είναι μάλλον φλυαρία και υπερβολή. Όσοι πάλι δεν την γνωρίζετε αυτή τη σχέση, από το να περιμένετε να την μάθετε μέσω λέξεων καλύτερα να την βιώσετε και πιστέψτε με ότι δεν θα το μετανιώσετε ούτε για μια στιγμή, ίσα ίσα που θα νιώσετε και μια ανατριχίλα που δύσκολα θα ξαναβιώσετε! Οι ημερομηνίες είναι 15,16 και 17 Ιουνίου και ο δρόμος ξέρετε που θα σας οδηγήσει… Στον καλύτερο παραμυθόκοσμο που βρίσκεται μέσα στην πραγματικότητα!

 

Για το RockOverdose.gr: Γιάννης Κουτσουσίμος  

 

 

Comments