Αφιέρωμα Kreator/Morbid Angel/Nile: “Το Τρίπτυχο Μιας Thrash/Death – ικής Καταστροφής”

Το παρόν αφιέρωμα αποφασίσαμε από κοινού (Νίκος & Γιάννης) να το κάνουμε κάπως διαφορετικό σε σχέση με όλα όσα έχουν γίνει και να σας παρουσιάσουμε από τις τρεις μπάντες της “Execution Day” τρεις δίσκους. Το ντεμπούτο, τον μεσαίο της έκαστης δισκογραφίας και το τελευταίο τους. Όλες οι λεπτομέρειες στις παρακάτω γραμμές…

KREATOR: “Μία Κυβέρνηση Με Πνευματικές Ανησυχίες Και Αγάπη Για Τη Κοινωνία”

Όταν στην Αμερική το thrash κίνημα γλένταγε στις αρχές του ’80 τσουγκρίζοντας μπύρες, ούτε που φαντάζονταν άπαντες ότι στην Ευρώπη και δη στη Γερμανία θα γεννιόντουσαν κάποιοι που μια μέρα θα ήταν Γίγαντες. Μεταξύ πολλών οι Kreator δημιουργώντας το απόλυτο τευτονικό thrash δικαίως θεωρούνται άρχοντες και δάσκαλοι για το thrash metal πλάι στους Slayer. Φανεροί υπερασπιστές ενός αντιπολιτικού καθεστώτος έγραφαν και γράφουν στίχους που στο άκουσμα τους δικαιώνεται η κάθε αδικημένη από το πολιτικό σύστημα ψυχή. Κυκλοφόρησαν δίσκους διαμάντια που αποτελούν must σε καθοδήγηση για κάθε νέα μπάντα, βρέθηκαν στα μέσα των ‘90s να αναζητούν την ταυτότητα τους σε πειραματικά πλαίσια και πλέον έχουν ξαναβρεί τον εαυτό τους πατώντας πάνω στη heavy κληρονομιά και τόσο τα τραγούδια τους όσο και η φωνή του ηγήτορα τους, Mille Petrozza, ταρακουνούν ακόμα τα νερά της οικουμένης.

Endless Pain” (1985): Τι κοινό έχει αυτός ο δίσκος με τα “Walls of Jericho” και “Battalions of Fear”; Είναι οι τρεις πιο χαρακτηριστικοί δίσκοι απόλυτης γερμανίλας. Άγουρα φωνητικά, αγριάδα με μπότες και μηχανική τραχύτητα. Υπάρχει όμως και η μεγάλη διαφορά σε σχέση με τους δύο power – ίσιους δίσκους. Το “Endless Pain” φτύνει τη μελωδία στα μούτρα, είναι ασταμάτητα ταχύς δίσκος και δεν βάζει φρένο ούτε για πιο mid – tempo κομμάτια. Δεν είναι αριστούργημα, αλλά είναι η βάση για ότι επακολούθησε στους επόμενους τέσσερις δίσκους, μέσω των οποίων οι Kreator βρέθηκαν στη πρωτιά. Πίσω από το μικρόφωνο βρίσκεται ένας δαίμονας που δεν είσαι σίγουρος αν τραγουδάει στα αγγλικά ή τα γερμανικά. Ενώ οι κραυγές του επηρέασαν και απασχόλησαν μεταγενέστερες μπάντες στο black ιδίωμα. Ο δε Ventor βαράει λες και τον έχουν βάλει να κυνηγάει δρομείς των 400 μέτρων. Thrash!

 

Cause for Conflict” (1995): Δίσκος που συνήθως δεν μπαίνει ποτέ στις συζητήσεις που έχουν να κάνουν με τους Kreator. Ένας πολύ θυμωμένος δίσκος, τόσο που φανερώνεται και από την απουσία των solos εντός του. Σε ορισμένα σημεία ο Mille είπε να ξαναβουτήξει στην βίαιη ταχύτητα του “Pleasure to Kill”. Δεν λείπουν όμως και τα πιο τεχνικά σημεία, κυρίως στο drumming, που για πρώτη και μοναδική φορά δεν δίνει το παρόν ο Ventor, αλλά ο Joe Cangelosi. Πολύ καλός ξυλοκόπος και με αυτή τη παραγωγή του δίσκου απέδειξε και ο ίδιος ότι έστω και για ένα δίσκο υπήρξε άξιος αντικαταστάτης του Ventor. Μιας και αναφέρθηκα στην τεχνικότητα του δίσκου, με το “Progressive Proletarians” να βγάζει μάτια, ήταν μία από τις σκέψεις του Mille για πιο νέα στοιχεία που ευτυχώς δεν αλλοίωσαν τον ήχο τους. Επίσης τελευταίος δίσκος για τον τεράστιο Frank Blackfire. Ναι όσο θυμό φέρει ο δίσκος, άλλο τόσο φέρει και riff – άρες. Δίσκος μισό βήμα πριν τη thrash κοιλιά.

 

Phantom Antichrist” (2012): Στην αρχή των ‘00s ο Mille το σκέφτηκε σοφά, άφησε στην άκρη σκέψεις που δεν έκαναν για τους Kreator και είπε να επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους. Με μία επιπλέον προσθήκη. Αυτή της μελωδίας. Μετά από τρεις σερί δίσκους εντός του “Phantom Antichrist” ρέει άφθονο γερμανικό thrash με μελωδίες που ανεβάζουν τον δίσκο και δεν τον κρατάνε στον πάτο. Αλλά αυτή τη φορά οι μελωδίες είναι βασισμένες σε ένα heavy υπόβαθρο προερχόμενο κυρίως από τη μελωδική σκηνή της Γερμανίας. Κοιτάει όμως και αλλού. Συν αυτό για ακόμα μια φορά ασχολείται με τις άπληστες κυβερνήσεις που πνίγουν τον κόσμο και αφού γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει γράφει και το “Civilization Collapse” για την Ελληνική κοινωνία. Riffs, thrash, δύο αρχηγοί στο σχήμα και άλλοι δύο ισάξιοι που αποδεικνύουν ότι ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει.

 

MORBID ANGEL: “Blessed Are the Sick”

Τι μπορεί να πει κανείς για τους Morbid Angel  που δεν έχει ήδη ειπωθεί. Όντας από τις παλαιότερες  μπάντες  στο ιδίωμα ,ήταν πρωτοπόροι καθώς από την πρώτη στιγμή είχαν προσωπικό ήχο και επέδειξαν νέους τρόπους έκφρασης στην ακραία metal μουσική επηρεάζοντας και ανοίγοντας το δρόμο έστω και άθελά τους σε άπειρα συγκροτήματα. Σαν μεγάλη μπάντα δεν επαναπαύθηκε και έδειξε συνεχή  διαφοροποίηση και εξέλιξη πάνω στον ήχο της, δημιουργώντας σερί αριστουργημάτων που ελάχιστοι έχουν πετύχει. Προσωπικά έχω την αίσθηση πως και μετά το(στην καλύτερη περίπτωση μέτριο) τελευταίο άλμπουμ, δεν υπάρχει γυρισμός και πλέον δεν έχω απαιτήσεις για κάτι πραγματικά σπουδαίο από τους Morbid Angel.Θα χαρώ βέβαια να διαψευσθώ. Αλλά ότι και να γίνει στην πορεία, τίποτα δεν αναιρεί την τεράστια προσφορά τους.

Altars Of Madness” (1989): To 1989 όταν και κυκλοφόρησε το επίσημο ντεμπούτο των Αμερικανών, ο κόσμος πρέπει να ήταν απροετοίμαστος για κάτι τέτοιο. Ναι μεν την εποχή εκείνη το Death Metal  είχε αρχίσει να βγαίνει απ’ του λαγούμι του αλλά το Altars Of Madness ήταν ό,τι πιο βίαιο, ακραίο και σατανικό είχε βγει από τα σπλάχνα του. Ακόμα και αν αγνοήσουμε την αδιαμφισβήτητη  «ιστορική» του αξία και επιδραστικότητα, παραμένει  ένα  αψεγάδιαστο άλμπουμ, από την εκπληκτική παραγωγή μέχρι το κλασσικό εξώφυλλο του Seagrave. Η δυσοίωνη και μοχθηρή αύρα που αναδύεται μέσα από κάθε νότα του συναντάται  σε ελάχιστα άλμπουμ ακόμα και 23 χρόνια μετά. Με βασικό ατού  τις κιθάρες του ιθύνοντα νου Azagthoth και του Brunelle  να πλέκουν διεστραμμένα θέματα ,τα τύμπανα του Sandoval να εντυπωσιάζουν και τον Vincent να γρυλίζει  βλάσφημες επικλήσεις(αλήθεια ποιός μπορεί να ξεχάσει τους στίχους του μνημειώδους Chapel of Ghouls αφού τους ακούσει),αυτό το άλμπουμ από μόνο του  ήταν ικανό να τους στέψει ως βασιλείς του είδους και το ίδιο να χαραχθεί βαθιά σε όσους το άκουσαν και το ένιωσαν σε όλο του το μεγαλείο.

Gateways To Annihilation” (2000): O 2oς απ’ τους 3 συνολικά δίσκους που έβγαλε η μπάντα με τον Steve Tucker σε καθήκοντα μπάσου και φωνητικών, είναι κατά γενική ομολογία μάλλον και ο καλύτερος τους σ’ αυτή την περίοδο. Οι συνθέσεις είναι όλες  εξαιρετικές μιας και η έμπνευση φαίνεται να μην τους λείπει σε κανένα σημείο, η δουλειά σε κιθάρες και τύμπανα είναι για άλλη μια φορά σεμιναριακή, ενώ δεν θα ήταν ιεροσυλία να πούμε ότι οι επιδόσεις του Tucker συναγωνίζονται άνετα τον Vincent στις καλές του. Σχετικά με άλλους τους δίσκους, εδώ οι ταχύτητες είναι κάπως ριγμένες κερδίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο σε επιβλητικότητα. Πρόκειται για  τέλειο παράδειγμα συνδυασμού  (απόκοσμης) ατμοσφαιρικότητας και έντασης, στα δε αργά σημεία είναι λες και σε τραβάει αργά και βασανιστικά η άβυσσος. Δίσκος που όχι μόνο τιμά το όνομα της μπάντας αλλά για πολλούς κοιτάζει στα μάτια τα 5 πρώτα αριστουργήματά  τους.

 

Illud Divinum Insanus” (2011): Νέο άλμπουμ μετά από 8 χρόνια και μάλιστα με τον Vincent στη σύνθεση μετά το Domination του 1995.Ένα από τα πιο αναμενόμενα άλμπουμ της χρονιάς, δυστυχώς  κατέληξε να είναι η μεγαλύτερη απογοήτευση, από ένα συγκρότημα μάλιστα που δεν είχε βγάλει μέτριο δίσκο. Το θετικό είναι ότι η μπάντα προσπάθησε να πειραματιστεί, ενώ θα μπορούσε να βγάλει ένα «κλασσικό/τυπικό» Morbid Angel δίσκο, αναπαράγοντας τις μανιέρες που οι ίδιοι δημιούργησαν χρόνια πριν,  και να σκορπίσει χαμόγελα ικανοποίησης στους περισσότερους οπαδούς. Δυστυχώς έγινε όμως με τον πλέον λάθος τρόπο. Τα ηλεκτρονικά στοιχεία δεν είναι από μόνα τους κατακριτέα αλλά εδώ είναι ατυχώς ενσωματωμένα και το αποτέλεσμα δε λέει τίποτα. Ο Vincent επίσης σε στιγμές ακούγεται μέχρι και εκνευριστικός. Τα πιο straight forward death metal κομμάτια τους -και αυτό ίσως να είναι και το χειρότερο-  ακούγονται αρκετά ανέμπνευστα, διαδικαστικά και ακίνδυνα. Εκεί εντοπίζεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα του  “Illud…” ,ότι δηλαδή δεν ακούγονται σκοτεινοί, απειλητικοί, δεν είναι πειστικοί. Αν το ακούς χωρίς να σκέφτεσαι ότι είναι Morbid Angel , ίσως να ευχαριστηθείς τις μερικές καλές στιγμές του. Διαφορετικά…

NILE: “Ερευνητές Στα Τεχνικά Άδυτα Των Πυραμίδων Της Αιγύπτου”

Πότε ήταν η τελευταία φορά που μία μπάντα καταπιάστηκε με την Αίγυπτο και την έβαλε ως θέμα της ανάμεσα στη βαρβαρότητα του death metal και των τεχνικών περασμάτων; Αντικειμενική παραδοχή, όταν εμφανίστηκαν οι Nile το ’93 έκαναν τέτοια αίσθηση που ούτε οι ίδιοι το περίμεναν. Οι κιθάρες τους πάντα ακούγονταν σαν να ήταν 5 ή 6 κιθαρίστες και το drumming τους είτε ήταν ο Pete Hammoura, είτε ο Derek Roddy, είτε ο Tony Laureano, είτε ο σημερινός Γιώργος Κόλλιας άφηνε και αφήνει τέτοιο σημάδι που λες «δεν γίνεται να παίζοντα αυτά…». Δεν εγκατέλειψαν ποτέ το σκοπό τους και κυρίως τη μοναδικότητα τους. Υπήρχαν και άλλες μπάντες που επιδίδονταν στο brutal death, αλλά οι Nile ήταν ξεχωριστοί, το ήξεραν και οι ίδιοι και όμως δεν επέτρεψαν ποτέ στον εαυτό τους να πάρουν αέρα τα μυαλά τους. Εκεί που άλλοι έκαναν κοιλιά οι Nile κέρδιζαν και άλλους ακόλουθους με κάθε δίσκο.

Amongst the Catacombs of NephrenRa” (1998): Πόσα και πόσα ντεμπούτα δεν έχουν κάψει αυτιά και εγκεφάλους. Πόσα και πόσα ντεμπούτα δεν έχουν δημιουργήσει  die hard οπαδούς για μια μπάντα. Κάτι τέτοιο ισχύει και το παρουσιαζόμενο των Nile. Δύσκολα να πεις αν είναι το καλύτερο τους. Mε τέτοια κομμάτια, τέτοιες riff – άρες και τέτοιο drumming ίσως να πεις ότι είναι το αγαπημένο σου. Ο Karl Sanders παρουσιάζεται για πρώτη φορά και η άβυσσος της φωνής του σε τραβάει μέσα της. Δεν είναι εύκολο να βγάλεις από το μυαλό σου τους πολεμικούς ρυθμούς που ρέουν, κυρίως μέσα στο “Ramses Bringer of War”. Τονίζω για ακόμα μια φορά, αυτό είναι η αρχή, αλλά μια αρχή που σε ταράσσει σε κάθε άκουσμα της.

 

 

 

Annihilation of the Wicked” (2005): Αν είσαι αδύναμος ακροατής αυτός ο δίσκος σε στέλνει και σε αφήνει εντελώς κενό, κάτι σαν τον τίτλο του. Μιλάμε για τον δίσκο που το βασικό line – up σταθεροποιήθηκε στους Karl Sanders, Dallas Toler – Wade και Γιώργο Κόλλια. Μια νέα αρχή που οι Nile ξεκίνησαν να φημίζονται για την αντιεμπορικότητα στους τίτλους τους και να κάνουν κάτι όχι και τόσο λογικό. Η τεχνικότητα μέσα στα κομμάτια ήρθε και εγκαταστάθηκε για τα καλά. Τα στρώματα κιθάρας δεν έχουν προηγούμενο και τα solos λιώνουν αυτιά. Προσωπικός αγαπημένος και η αγάπη μου φτάνει ακόμα και στο πανέμορφο και αξεπέραστο εξώφυλλο, που αποδεικνύει ότι αντλεί το κάλος του από το μουσικό υλικό. Το ομότιτλο άραγε ξεπερνιέται ή το “Cast Down the Heretic”; Δεν νομίζω…

 

 

At the Gate of Sethu” (2012): Αφού κυκλοφόρησαν ότι είχαν και δεν είχαν, ακόμα και τα μαλλιά της κεφαλής του Sanders με το τελευταίο δεν επαναλήφθηκαν, αλλά έκαναν αυτό που ξέρουν. Να γράψουν τη δικιά τους μουσική. Αυτή τη φορά δεν έχουν τα πελώρια στρώματα στις κιθάρες. Αντιθέτως κινούνται σε πιο straightforward μονοπάτια και τα riffs γεφυρώνουν τον death χαρακτήρα με τις όποιες thrash ορέξεις τους σε πολύ γρήγορες ταχύτητες. Σε αυτό συμβάλει και ο Κόλλιας, ο οποίος ακούγεται πέρα για πέρα τεχνικός και χάνεις τα αυγά και τα πασχάλια. Ακόμα και ο Sanders αφαίρεσε λίγο βάθος και ακούγεται πιο mainstream death. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν χαλάει η εικόνα των Nile και φυσικά για ακόμα μια φορά η Αίγυπτος είναι τα πάντα για τη μπάντα. Βάλτε να ξαναηχήσουν αυτά τα riffs, τα οποία μπορείς να τα χαρακτηρίσεις αξιομνημόνευτα και μετά κατεδαφίστε τους τοίχους που σας περικλείουν στη ζωή σας. Μετά θα αισθάνεστε όπως στο “When My Wrath Is Done”.   

Και για να μην ξεχνιόμαστε διότι ο Νοέμβρης μπήκε: http://rockoverdose.gr/news_details.php?id=13204

Για το RockOverdose.gr: Νίκος Χασούρας & Γιάννης Κουτσουσίμος

 

Comments

rockoverdose.gr