Σε αυτήν τη χώρα δεν μπορούμε να ισορροπήσουμε σε τίποτα απολύτως.
Όλα πρέπει να είναι μια αντίθεση, της οποίας και οι δυο πλευρές είναι εξαιρετικά ανούσιες και εκνευριστικές.
Η «λαμπερή» πλευρά, με τις επιτυχίες, τα μουσικά highlights, τα ψεύτικα χαμόγελα αμερικάνικης αισθητικής από πλαστικούς αστέρες της ψαροκώστενας, με τα τραγούδια δίχως να διαθέτουν κάποιο έστω ρηχό βάθος, όπως παραδείγματος χάριν έκαναν κάποια χιτ των 80΄, και μοιραία να παραπέμπουν σε μια εικονική τουρκουάζ παραλία που η μόνη της χρησιμότητα είναι η επαφή εξ αποστάσεως. Και από τη άλλη πλευρά, τα ξεπλυμένα υποτονικά δειλά και μίζερα δείγματα μιας άχρωμης και εξαιρετικά άτολμης αντεργκράουντ σκηνής, που κανείς πέρα από τον μικρό της κύκλο δεν γνωρίζει και ούτε και πρόκειται, μια που και η ίδια δεν επιδιώκει να φανεί, και αρέσκετε στο να μένει για πάντα σιωπηλή και φοβισμένη στην σκιά, σαν παρθένα πενηντάρα που περιμένει το πριγκιπόπουλο με τα κατάξανθα μαλλιά και το λευκό του άλογο...
Πόσο ζηλεύω ανθρώπους μιας άλλης υγιούς πραγματικότητας άλλων χωρών, που δηλώνουν το εγώ τους με ζωή, αιτίες, και θάρρος. Δεν πνίγουν τις λέξεις την ορμή και την εικόνα τους, μα και δεν την ξεπουλάνε για μια τυρόπιτα σε κάποιο κοσμικό ταχυφαγείο ανάμεσα σε ατάλαντους και εμετικούς «δημιουργούς»
Δημιουργοί, πόσο σπουδαία και μεγάλη λέξη, και πόσο επιβλητικά ηχεί στα αυτιά μας. Πόσα παραμύθια μπορεί να πουλήσει και πόσα ‘εγώ’ μπορεί να φουσκώσει.
Τόσα ώστε να ζούμε αυτό που λέγετε ελληνική μουσική πραγματικότητα. Σε όλες τις πλευρές της , σε κάθε πλαστή και ηλίθια μορφή της....
Για το Rock Overdose,
Γιώργος Δέδες (The Illusion Fades)




