Στις 22 Ιουνίου του 1993, μια πολυαναμενόμενη κυκλοφορία, από ένα reunion που οριστικοποιήθηκε ένα χρόνο πριν, βγαίνει στην αγορά γεμάτη με προσδοκίες και με την metal κοινότητα να αδημονεί και να ευελπιστεί σε ένα τρίτο μνημειώδες άλμπουμ, όπως και τα δύο που προηγήθηκαν. Ο λόγος λοιπόν για τους τεράστιους Mercyful Fate, που με τα 4/5 της αυθεντικής σύνθεσης τους να είναι παρόντα, καθώς μόνο ο ντράμερ Kim Ruzz, έλειπε, ξαναχτυπούν μετά από απουσία εννέα ετών, με το In the Shadows. Σύνδεση ως προς το ηχητικό αποτέλεσμα με τα “Melissa” και “Don’t break the Oath”, ήταν δύσκολο να υπάρξει λόγω του μεγάλου νεκρού διαστήματος πρώτα απ’ όλα, αλλά και γιατί τα μέλη της μπάντας είχαν προχωρήσει σε άλλους δρόμους, με τον King να έχει την πιο επιτυχημένη πορεία και περίοδο σε προσωπικό επίπεδο. Εδώ έρχεται το “In The Shadows” να επιβεβαιώσει αλλά συνάμα και να διαψεύσει τον παραπάνω ισχυρισμό. Οι εννέα φοβερές συνθέσεις του άλμπουμ, για filler ούτε λόγος, (μόνο το bonus track, η επανεκτέλεση “'Return of the Vampire... 1993” με τον Lars Ulrich στα τύμπανα θα μπορούσε να λείπει), είναι γραμμένες από τους Diamond, Sherman και Denner, είτε σε συνεργασία είτε απ’ τον καθένα ξεχωριστά. Η βασική διαφορά σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές της μπάντας, έχει να κάνει με την απομάκρυνση από την αυτούσια σατανική θεματολογία του παρελθόντος, προς ένα πιο King Diamond στυλ, με τις ιστορίες τρόμου να παίρνουν θέση, αφού κατά ένα μεγάλο κομμάτι ο δίσκος έχει concept χαρακτήρα. Η επόμενη, η οποία όμως τελικώς λειτουργεί υπέρ, είναι η φωνητική προσέγγιση του Diamond, ο οποίος ζωγραφίζει στα φωνητικά στηρίζοντας τα κομμάτια στο μεσαίο και υψηλό εύρος της φωνής του, κάτι που σαν αποτέλεσμα ακούγεται πιο στρωτό και κοντρολαρισμένο. Τα πασίγνωστα falsettos του είναι πάντα παρόντα αλλά τα εκσφενδονίζει στρατηγικά και σε σημεία που επιλέγει ο ίδιος. Απ’ την άλλη ο ήχος της μπάντας, έρχεται ως επιβεβαίωση της ομοιότητας με το παρελθόν, μια και το δίδυμο των Shermann και Denner, σε κάνουν να πιστεύεις ότι δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα. Τα riff που βγάζουν είναι θανατηφόρα , τα solos μαγευτικά, οι δισολίες και τα hooks σε κολλάνε, ενδεικτικά να αναφέρουμε τα “Egypt”, “The Old Oak” και “Thirteen Invitations” και γενικότερα όλα τα τραγούδια παρασύρουν μυαλό και σώμα. Ο Timi Hansen συμπληρώνει το πάζλ κρατώντας ιδανικά τα μπόσικα με το μπάσο κανόνι που παίζει, βοηθώντας τις δυο κιθάρες να φανούν ακόμα περισσότερο. Το πιο αδύναμο σημείο μοιάζει να είναι τα τύμπανα, όχι όμως γιατί ο αντικαταστάτης του Kim Ruzz, Morten Nielsen, (στα credit δίνεται το όνομα του μεγάλου Snowy Shaw, αλλά ο ίδιος δεν έπαιξε στο άλμπουμ) δεν είναι καλός, αλλά γιατί ο ρόλος του περιορίζεται κυρίως στη διατήρηση του ρυθμού. Για το τέλος πρέπει να προσθέσουμε τη σωστή, επιτηδευμένα μη καλογυαλισμένη παραγωγή που έχει μια πιο old school αισθητική , όπως και το πολύ όμορφο εξώφυλλο. Το “In the Shadows”, επιβεβαίωσε πως το reunion στέφθηκε από επιτυχία και αναμφισβήτητα άξιζε τον κόπο, κρατώντας το όνομα των Mercyful Fate ψηλά, με μια συνέχεια που θα αποδειχθεί εκρηκτική.




