ALBUM ANNIVERSARY
Το Non Serviam, ένα πρώιμο διαμάντι της συλλογής των Rotting Christ, συμπληρώνει σήμερα 18 χρόνια ζωής. Στη δεύτερη δουλειά του, το ελληνικό συγκρότημα ενσωματώνει περισσότερη μελωδία στον black metal ήχο του, βάζει μεγάλες δόσεις σκοτεινής ατμόσφαιρας και θέτει τις βάσεις για τον μουσικό προσανατολισμό που θα ακολουθήσει στο μέλλον. Μπορεί το κακό αποτέλεσμα της παραγωγής του να αδικεί τη συνολική δουλειά και ο ίδιος ο Σάκης Τόλης να απογοητεύτηκε από κάποια στραβά του δίσκου, το Non Serviam όμως χαίρει ιδιαίτερης αγάπης και εκτίμησης από τους οπαδούς της μπάντας. Το RockOverdose .gr, πέρσι τέτοιο καιρό, έκανε μια εκτενή παρουσίαση του άλμπουμ, την οποία αξίζει να θυμηθούμε μέσα από τον ακόλουθο σύνδεσμο: http://rockoverdose.gr/news_details.php?id=6482
1.Τhe Fifth Illusion
2. Wolfera the Chackal
3. Non Serviam
4. Morality of a Dark Age
5. Where Mortals Have No Pride
6. Fethreosforia
7. Mephesis of Black Crystal
8. Ιce Shaped God
9. Saturn Unlock Avey's Son

Επίσης 18 χρόνια συμπληρώνει και η τέταρτη δουλειά των Annihilator, King of the Kill. Με την μπάντα να έχει ξεμείνει από frontman από 1993, ο Jeff Waters αποφασίζει να συνεχίσει και για πρώτη φορά αναλαμβάνει ο ίδιος τα φωνητικά. Οι κιθάρες και το μπάσο περνάνε επίσης εξ ολοκλήρου από τα δικά του χέρια τόσο από συνθετική άποψη όσο και από εκτελεστική. Ο δίσκος ξεχωρίζει αποπνέοντας ταυτόχρονα ένα κλασσικό metal 80’s ήχο αλλά και μια φρεσκάδα, με ήχο αρκετά πιο μπροστά από την εποχή του, που παρουσιάζει μεγαλύτερες διακυμάνσεις τεχνικής thrash σε σχέση με προηγούμενες κυκλοφορίες. Ο Waters πιστώνεται τη δημιουργία ποιοτικών riff και σόλο που το μυαλό δυσκολεύεται να αποβάλλει, ενώ ανταποκρίνεται πολύ ικανοποιητικά και στα ερμηνευτικά του καθήκοντα. Η φωνή του είναι σωστή, με το απαιτούμενο γρέζι όπου χρειάζεται και περίφημη απόδοση στα καθαρά φωνητικά. Ο Randy Black, ο μοναδικός μουσικός που συνυπάρχει με τον ηγέτη της μπάντας, είναι άμεμπτος όσον αφορά το παίξιμο του στα τύμπανα. Αυτή η κατά κύριο λόγο, σόλο προσπάθεια του Waters, αποτελείται από κομμάτια ξεχωριστά και κάποια πιο αδύναμα, δυσαρέστησε όμως ορισμένους οπαδούς της μπάντας, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι πολλοί βρήκαν αρκετά soft το στυλ της μουσικής και ο δεύτερος, η groove προσέγγιση κάποιων κομματιών που έφερε συζητήσεις για ομοιότητες με τους Pantera. Όπως και να χει όμως, το King of the kill είναι ένα αξιόλογο άλμπουμ και το ομώνυμο κομμάτι έχει τεράστια απήχηση στο ελληνικό metal κοινό.
1. The Box
2. King of the Kill
3. Annihilator
4. Bad Child
5. 21
6. Bliss
7. Second to None
8. Hell Is a War
9. Speed
10. In The Blood
11. Catch the Wind
12. Fiasco (The Slate)
13. Fiasco

Έχουν περάσει 37 χρόνια από την κυκλοφορία του Come taste the band, του τελευταίου δίσκου των Deep Purple για τη δεκαετία του ΄70, αφού στη συνέχεια η μπάντα οδηγήθηκε σε οκταετή διάλυση. Η αποχώρηση του κιθαρίστα Ritchie Blackmore, γέννησε εκτός από τεράστια αναστάτωση και πολλές σκέψεις για ενδεχόμενη οριστική διακοπή οποιασδήποτε δραστηριότητας του συγκροτήματος. Η ιστορία θέλει των David Coverdale, για τον οποίο είναι επίσης η τελευταία του συμμετοχή με τους Deep Purple, να προσπαθεί να αποτρέψει αυτήν την εξέλιξη, ζητώντας από τον Jon Lord, να διασφαλίσει την ενότητα της μπάντας. Αυτό και γίνεται τελικά, στη θέση του Blackmore επιστρατεύεται ο Tommy Bolin στη μοναδική του εμφάνιση με το γκρουπ και το δέκατο άλμπουμ τους, είναι γεγονός. Την παραγωγή αναλαμβάνει για μια ακόμη φορά Martin Birch. Το Come Taste the band, αν και ήταν μια πολύ ποιοτική δουλειά με υψηλού επιπέδου κομμάτια, επικρίθηκε έντονα για τον funky ήχο του και το στυλ των κομματιών, που απείχε αρκετά από hard rock ύφος που καθιέρωσε τους Deep Purple, και με το οποίο τους αγάπησε ο κόσμος. Ο Jon Lord μάλιστα, είχε δηλώσει πως το άλμπουμ ήταν μια βασικά μια προσωπική υπόθεση των Bolin και Huge, άποψη λογική, δεδομένου ότι οι δυο τους πιστώνονται σχεδόν όλες τις συνθέσεις. Σημείωσε καλές πωλήσεις, χαμηλότερες βέβαια από τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, ενώ είχε συμπαθητική πορεία στα chart. Το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από το Come Taste the Band, είναι πως ήταν ένα πολύ καλό άλμπουμ για άλλο όμως συγκρότημα, αφού για τους Deep Purple αποδείχθηκε αρκετά παράταιρο.
1. Comin' Home
2. Lady Luck
3. Gettin' Tighter
4. Dealer
5. I Need Love
6. Drifter
7. Love Child
8. This Time Around
9. Owed to 'G'
10. You Keep on Moving
A STAR IS BORN

58 ετών γίνεται ο David Lee Roth, κυρίως γνωστός από την ιδιότητα του ως τραγουδιστής των Van Halen. Γεννήθηκε στο Bloomington της Indiana με τον πατέρα του να έχει τίτλο καταξιωμένου οφθαλμίατρου – χειρούργου, ενώ και άλλοι συγγενείς του ήταν χειρούργοι. Ο θείος του, Manny Roth, ιδιοκτήτης νυχτερινών κέντρων διασκέδασης της Νέας Υόρκης, είχε στην ιδιοκτησία του και το Cafe Wha?, στο οποίο στις αρχές του ’60 έπαιζαν και σύχναζαν προσωπικότητες όπως ο Bob Dylan και ο Jimi Hendrix. Αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιθυμία του να μπει στην show business από τα επτά του κιόλας χρόνια. Στην εφηβεία του, η οικογένεια του μετακόμισε στην Καλιφόρνια, όπου ο David πέρασε από διάφορα σχολεία και για τρία χρόνια είχε συνεδρίες με ψυχίατρο. Τελικά μπήκε σε ένα ράντσο για εφήβους με ταραγμένη ψυχοσύνθεση όπου ήταν υπεύθυνος για τη φροντίδα ενός αλόγου. Την εποχή που φοιτούσε στο Pasadena City College συνάντησε τους αδελφούς Van Halen, που τότε έπαιζαν στους Mammoth και ανέπτυξε φιλικές σχέσεις μαζί τους. Προς τα τέλος της εφηβείας του, ο ίδιος τραγουδούσε σε ένα γκρουπ που ονομαζόταν Red Ball Jets, τους παράτησε όμως αποδεχόμενος την πρόσκληση των φίλων του να ενσωματωθεί στους Mammoth, οι οποίοι το 1974, μετονομάστηκαν σε Van Halen επειδή υπήρχε και άλλη μπάντα με το αρχικό τους όνομα. Με τις εμφανίσεις τους σύντομα απέκτησαν όνομα στην τοπική σκηνή και η φήμη τους ήρθε να εκτιναχθεί μετά την κυκλοφορία του ομώνυμου πρώτου άλμπουμ τους. Ο Roth ξεχώρισε για τις ικανότητες του ως ερμηνευτής αλλά και για τους έξυπνους στίχους του. Τον Απρίλη του 1985 όμως, οι δρόμοι του με το συγκρότημα χώρισαν. Είχε προηγηθεί μια σόλο EP κυκλοφορία του τραγουδιστή, με τίτλο "Crazy From the Heat", με τα κομμάτια της να σημειώνουν επιτυχία κυρίως λόγω των καινοτόμων μουσικών βίντεο τους. Ξεκίνησε έτσι σόλο καριέρα έχοντας στο πλευρό του τον κιθαρίστα Steve Vai, τον μπασίστα Billy Sheehan και τον ντράμερ Gregg Bissonette και τον Ιούλιο του 1986, κυκλοφόρησε το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ του. Με διάφορες αλλαγές κατά καιρούς ως προς τους μουσικούς που είχε μαζί του, κυκλοφόρησε έξι άλμπουμ συνολικά μέχρι το 2003. Τον Ιούνιο του 1996, διέκοψε την προσωπική του καριέρα και επανενώθηκε με τους Van Halen για σύντομο διάστημα, ηχογραφώντας μαζί τους δύο κομμάτια για το άλμπουμ “Van Halen's Best of Vol. 1”. Μετά από μια μάλλον αποτυχημένη εμφάνιση το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς στα βραβεία του MTV, όπου ο Roth με τον Eddie Van Halen φέρονται να είχαν απειλήσει ο ένας τον άλλο πριν, ο Roth απομακρύνθηκε για να πάρει η θέση του νέου τραγουδιστή της μπάντας ο Gary Cherone. Πρόσφατα μάλιστα ο τελευταίος, επιβεβαίωσε τις φήμες που τον ήθελαν να έχει επιλεγεί τραγουδιστής των Van Halen πριν την εμφάνιση στο MTV, υποδηλώνοντας ταυτόχρονα πως ο Roth χρησιμοποιήθηκε για να τραβήξει το δημόσιο ενδιαφέρον ενόψει της κυκλοφορία της συλλογής του γκρουπ. Πέρα από τις μουσικές του δραστηριότητες, ο Αμερικανός, το 1997 εξέδωσε ένα βιβλίο με τα απομνημονεύματα, του, με τίτλο “Crazy from the heat”, που έγινε best-seller και έλαβε θετικές κριτικές, βοηθώντας τον Roth να αναδείξει την εικόνα του. Το 2007, ενσωματώθηκε για μια ακόμη φορά στους Van Halen, συμμετέχοντας στην περιοδεία της μπάντας για το 2007 – 2008. Το Φεβρουάριο του 2012, κυκλοφόρησε και η τελευταία δουλειά του συγκροτήματος με τον Roth στα φωνητικά, το “A Different Kind of Truth”, για να ακολουθήσει και η προγραμματισμένη περιοδεία για την προώθηση του άλμπουμ.

Ο Νορβηγός Vegard Sverre Tveitan, γνωστός με το όνομα Ihsahn, κλείνει τα 37 του χρόνια. Έχοντας διακριθεί από τη συνεργασία του κυρίως με τους black metallers Emperor, ο Ihsahn, παίζει κιθάρα, μπάσο και πλήκτρα, ενώ παράλληλα είναι και συνθέτης και τραγουδιστής. Ξεκίνησε να παίζει πιάνο από τα εφτά του και κιθάρα από τα δέκα του χρόνια. Σε ηλικία δεκατριών ετών γνώρισε τον Tomas Haugen σε ένα σεμινάριο μουσικής και δύο χρόνια μετά ενσωματώθηκε στην μπάντα του, τους Xerasia, ως κιθαρίστας και κιμπορντίστας. Το 1991, οι Xerasia, έχοντας περάσει από το όνομα Embryonic, μετονομάστηκαν σε Thou Shalt Suffer και έκαναν διάφορες κυκλοφορίες. Οι δυο τους αργότερα σχημάτισαν τους Emperor και το 1993 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους EP. Το 1998 με τη γυναίκα του δημιούργησαν ένα project, τους Peccatum, σε στυλ πολύ πιο πειραματικό από τους Emperor, το οποίο συνέχισε να υφίσταται και μετά τη διάλυση των τελευταίων το 2001. Τον Απρίλιο του 2006, ο μουσικός κυκλοφόρησε και την πρώτη του σόλο δουλειά, στην οποία έχει ανάλαβει τη σύνθεση και την εκτέλεση των κομματιών του μόνος του, εκτός από τα ντραμς. Το Δεκέμβρη του 2002, κέρδισε το πολιτιστικό βραβείο της πόλης του, του Notodden, ο πληθυσμός του οποίου είναι περίπου 12.500 κάτοικοι. Η τιμή αυτή του έγινε επειδή θεωρείται ο πιο δημοφιλής κάτοικος της περιοχής, ένας εξαιρετικός μουσικός, δάσκαλος μουσικής και οργανωτής πολλών συναυλιών μη γνωστών συγκροτημάτων. Επίσης την ίδια χρονιά, έκανε guest φωνητικά στο κομμάτι "Radical Cut", των Arcturus για το άλμπουμ τους “The Sham Mirrors”.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



