Σαν σήμερα 10/12…Οι Accept γκρεμίζουν τους τοίχους, την ίδια μέρα που ένας βασικός τους πρωταγωνιστής, κλείνει τα 53! Ακόμη: Σεληνιάστηκε και σώθηκε! και…Χρόνια πολλά στον ιερέα του doom!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ALBUM ANNIVERSARY

 

 

Ένας δίσκος που κατέχει τη δική του θέση στην καρδιά των οπαδών της metal, είτε μικρών είτε μεγάλων ηλικιακά, το θρυλικό Balls to the Wall, κλείνει σήμερα 29 χρόνια από την κυκλοφορία του. Οι Accept, μέσα από την πέμπτη τους δουλειά, επιτίθενται ακόμα σκληρότερα από πριν και κατορθώνουν να στρέψουν τα βλέμματα πάνω τους, πετυχαίνοντας πιθανότατα, το καλύτερο άλμπουμ της καριέρας τους. Όταν οι επιθετικές νότες συνάντησαν τις μελωδικές ιδέες, και τα κοφτερά riff έσμιξαν με τα τρομερά πιασάρικα ρεφρέν και τα εντυπωσιακά σολαρίσματα, γεννήθηκε αυτό το μεγάλο άλμπουμ. Οι Γερμανοί, κατάφεραν να κατοχυρώσουν τον δικό τους μοναδικό ήχο, δίνοντας του μια πιο heavy προσέγγιση και συνθέτοντας κομμάτια με δύναμη και ενέργεια, ικανά να εκτοξεύσουν την αδρεναλίνη στα ύψη. Ακόμα περισσότερο, συνέβαλαν με καθοριστικό τρόπο στην ανάπτυξη της πρώιμης μορφής του speed metal. Το ομώνυμο κομμάτι, έγινε το σήμα κατατεθέν της μπάντας και ένας από τους σπουδαιότερους metal ύμνους όλων των εποχών. Ο δίσκος, είχε πολλά στοιχεία για να ξεχωρίσει, αφού εκτός από τα προαναφερθέντα, οι μουσικοί συνεργάστηκαν άψογα και έδωσαν τον καλύτερο τους εαυτό, κάτι που ακούγεται στο δυνατό μπάσο, τα άγρια τύμπανα, τις επιβλητικές κιθάρες αλλά και την φοβερή φωνητική απόδοση του Udo, που συνδύασε τα επιθετικά του φωνητικά με αρκετές δόσεις μελωδίας. Κάτι το επίπεδο της δουλειάς τους, κάτι ο τίτλος, με το εξώφυλλο και ορισμένους στίχους, που έγιναν  αιτία να ξεσπάσει στην Αμερική διαμάχη για το κατά πόσο περιέχει ομοφυλοφιλικό περιεχόμενο, τα μέσα άρχισαν να ασχολούνται έντονα μαζί τους, συμβάλλοντας περαιτέρω στην ανάδειξη του άλμπουμ. Τόσο μέσα από την προώθηση του ομώνυμου κομματιού με συνεχή αναμετάδοση από το MTV όσο και μέσα από το ραδιοφωνικό airplay, το συγκρότημα έγινε περισσότερο γνωστό και συστήθηκε σε ένα μεγαλύτερο κοινό. Οι πωλήσεις του ξεπέρασαν τα δύο εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και στην Αμερική άγγιξε την 74η θέση του Billboard, καθόλου αμελητέο επίτευγμα για γερμανική μπάντα. Το “Balls to the wall” ήταν απλά η στιγμή που καθιέρωσε τους Accept ως ένα από τα μεγαλύτερα metal συγκροτήματα των 80’s, κάτι απόλυτα λογικό, δεδομένου της αξίας του. 

 

 

 

Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να αντικαταστήσεις το βασικότερο γρανάζι της μηχανής σου και τελικά αυτή να συνεχίσει να λειτουργεί ικανοποιητικά; Σίγουρα για τον Ozzy Osbourne, η αναπλήρωση του τεράστιου κενού που άφησε  πίσω του ο απρόσμενος θάνατος του ανθρώπου που τον βοήθησε στο χτίσιμο της σόλο καριέρας του, του κιθαρίστα και συνθέτη του, Randy Rhoads αλλά και κατ’ επέκταση η πετυχημένη συνέχεια της πορείας του, κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση ήταν. Παρ’ όλα αυτά, ο καλλιτέχνης, κυκλοφορώντας, επίσης 29 χρόνια πριν, το Bark at the moon, κατάφερε αν μην τι άλλο να ξεπεράσει επιτυχώς τον σκόπελο που δημιουργήθηκε. Εδώ εντοπίζεται και η μεγαλύτερη επιτυχία της τρίτης του δουλειάς, μιας δουλειάς που ξεχωρίζει ασφαλώς για το ομώνυμο κομμάτι της, αλλά και για κάποια ακόμη, επίσης αξιοσημείωτα. Η επιλογή του Jake E. Lee, στη θέση του κιθαρίστα, αποδεικνύεται κατάλληλη μια και ο Lee, μπορεί να μην έχει τις νεοκλασικές συνθετικές ικανότητες και τη δημιουργικότητα του Rhoads, είναι όμως πολύ καλά καταρτισμένος τεχνικά και ανταποκρίνεται καλύτερα απ’ ότι ίσως θα περίμενε κανείς στα καθήκοντα του.  Είναι επίσης μελωδικός και τα περισσότερα σολαρίσματα του στα κομμάτια, είναι άκρως ικανοποιητικά. Στο συνθετικό τομέα, εδώ, για πρώτη φορά το γράψιμο των κομματιών πιστώνεται εξ’ ολοκλήρου ο ίδιος ο Ozzy, αν και με τα χρόνια φάνηκε πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, όπως προκύπτει από διάφορες δηλώσεις των μουσικών του. Τα κομμάτια του δίσκου, κυμαίνονται μεταξύ του hard rock και του heavy metal, με άλλα να διακρίνονται  και άλλα να θεωρούνται πιο αδιάφορα. Επίσης η χρήση αρκετών πλήκτρων, ενδεχομένως να λειτουργεί ανασταλτικά στο όλο αποτέλεσμα. Η γενική εντύπωση που προκύπτει, είναι πως πρόκειται για μια δουλειά με σκαμπανεβάσματα που αναμφίβολα υστερεί συγκριτικά με τις δύο προηγούμενες. Από την άλλη όμως είναι μια καλή συνέχεια για τον Ozzy, σαφώς καλύτερη του προσδοκώμενου. Όσον αφορά την εμπορική του απήχηση, έφτασε στη 19η θέση του Billboard και λίγες εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του, είχε σημειώσει πάνω από μισό εκατομμύριο πωλήσεις μόνο στην Αμερική. Μέχρι σήμερα οι πωλήσεις του στις Η.Π.Α. ξεπερνούν τα τρία εκατομμύρια αντίτυπα.

 

A STAR IS BORN

 

Μια σπουδαία φωνή της metal σκηνής, με σχεδόν τριανταετή καριέρα στο χώρο, έχει σήμερα γενέθλια. Ο Σουηδός, Messiah Marcolin, γνωστός και ως Eddie Marcolin, γνωστός περισσότερο από την καριέρα του στους Candlemass, κλείνει τα 45 του χρόνια. Η αγάπη του για το τραγούδι και τη μουσική, τον οδήγησαν να ξεκινήσει τα πρώτα του βήματα στο χώρο, από την ηλικία των 16. Η πρώτη του ιδιότητα όταν ξεκίνησε, ήταν αυτή του ντράμερ και δευτερευόντως του τραγουδιστή.  Έκανε την αρχή, στη σουηδική μπάντα, Mercy, όταν κάποιος τον κάλεσε λέγοντας του πως γνωρίζε ότι τραγουδά πολύ καλά και τον ρώτησε αν θα ήθελε να ερμηνεύσει τα κομμάτια για έναν δίσκο που ηχογραφούν. Εκείνος δέχτηκε, αν και ξεκαθάρισε πως ήταν ντράμερ και όχι τραγουδιστής. Τελικά ανέλαβε και τους δύο ρόλους στην μπάντα. Ηχογράφησε και δεύτερο άλμπουμ μαζί τους, σε πιο doom και heavy κατεύθυνση μάλιστα. Σύμφωνα με τον ίδιο, όλοι τότε ήταν εμπνευσμένοι από τους Mercyful Fate και ασχολούνταν με το σατανισμό. Εκείνος, είχε πάρει ένα βιβλίο τσέπης της σατανικής Βίβλου και ζήτησε μάλιστα από τον πατέρα του να βάψει μαύρο το δωμάτιο του και να σχεδιάσει και μια πεντάλφα στο πάτωμα. Το δεύτερο αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αφού ο πατέρας του, Ιταλικής καταγωγής και καθολικός, τον απείλησε να τον πετάξει έξω από το σπίτι. Λόγω της επιθυμίας του για έναν σκληρότερο ήχο, αποφάσισε να εγκαταλείψει τους Mercy. Το 1987, η αποχώρηση του Johan Längqvist, από τους Candlemass αποδείχτηκε μια εξαιρετική ευκαιρία για τον Marcolin, να συνεχίσει την καριέρα του. Μετά από κάποιες συστάσεις, πέρασε από ακρόαση για το συγκρότημα και προσλήφθηκε αμέσως, κάνοντας το ντεμπούτο του, με το άλμπουμ “Nightfall”. Γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία μέσα από σπουδαίες κυκλοφορίες μαζί τους, έφυγε από τη σύνθεση τους, το 1991 κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το  “Tales of Creation”, εξαιτίας προσωπικών του διαφορών με άλλα μέλη της μπάντας.  Δύο χρόνια μετά, μετά τη γνωριμία του με τον Snowy Shaw, έναν εκπληκτικό ντράμερ όπως έχει δηλώσει, αποφάσισε να συμμετάσχει στην ίδρυση των Memento Mori. Ηχογράφησε τα δύο πρώτα άλμπουμ μαζί τους, αλλά επειδή όπως έχει πει, δεν του έδιναν credit για τις συνθέσεις στις οποίες συνέβαλε, αποχώρησε από τις τάξεις τους. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με κάποια μέλη των Stillborn για ένα project με το όνομα Colossus και το μόνο που πρόλαβε να κάνει μαζί τους ήταν να ηχογραφήσει  μια διασκευή του “Sad but true” των Metallica για ένα tribute άλμπουμ. Εγκατέλειψε γρήγορα, λόγω της μεγάλης απόστασης της Στοκχόλμης που κατοικεί από το Γκέτεμποργκ που έδρευε το συγκρότημα, αλλά και επειδή δεν είχαν έναν καλό ντράμερ. Το 1997, επέστρεψε στους Memento Mori, για να ηχογραφήσει το “Songs for the Apocalypse, Vol. 4”. Από το 2002 μέχρι το 2006, γύρισε ξανά στους Candlemass, ερμηνεύοντας τα κομμάτια για την ομώνυμη δουλειά τους, ενώ εμφανίζεται και σε ορισμένα live DVD του συγκροτήματος. Το 2007 τέλος, συμμετείχε ως guest τραγουδιστής σε κάποιες ζωντανές εμφανίσεις για την περιοδεία των Therion.

 

 

53 ετών γίνεται ο κιθαρίστας των Accept, Wolf Hoffmann. Έχει γεννηθεί στο Mainz της Γερμανίας αλλά μεγάλωσε στο Wuppertal. Ξεκίνησε σε νεαρή ηλικία να παίζει κιθάρα με τις πρώτες του γνώσεις να τις αποκτά σε ένα τοπικό σχολείο και  έπειτα έλαβε κάποια χρήσιμα μαθήματα από έναν τοπικό guitar hero της περιοχής του, όπως έχει πει. Γενικά όμως τα κατάφερε μόνος του, κυρίως μέσα στην μπάντα. Δεν έμενε ποτέ κλεισμένος σπίτι του για να κάνει πολύωρη εξάσκηση. Εξασκήθηκε πολύ, αλλά κυρίως από τα 16 του και μετά, όταν μπήκε στους Accept. Μάλιστα στην αρχή, ήταν ένας αρκετά κακός κιθαρίστας, σύμφωνα με τα άλλα μέλη της μπάντας, διότι δεν είχε καλή αντίληψη όσον αφορά τα κλειδιά και τα τάστα της κιθάρα. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με τη θεωρία και σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη υπάρχουν πράγματα που δε γνωρίζει, όπως π.χ. να διαβάζει ή να γράφει καλά μουσική. Οι μεγαλύτερες επιρροές του είναι ο Ritchie Blackmore, ο Uli Roth και ο Angus Young. Πέρα από τους Accept, έχει κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ με τίτλο “Classical”, το 1997, με ροκ διασκευές από κλασσικά κομμάτια. Επίσης έχει συμβάλει στο σόλο άλμπουμ, “Bring 'Em Bach Alive!”, του τραγουδιστή των Skid Row, Sebastian Bach καθώς και σε ένα Γιαπωνέζικο tribute άλμπουμ για τον Randy Rhoads. Εκτός από τη μουσική, έχει μεγάλο πάθος με τη φωτογραφία, κάτι που ξεκίνησε παλιά, σε μια περιοδεία με τους Accept, όταν άρχισε να φωτογραφίζει τα μέλη της μπάντας και μετά τα μέρη που επισκέπτονταν. Το 1997, όταν το συγκρότημα, σταμάτησε τις δραστηριότητες του, εργάστηκε ως επαγγελματίας φωτογράφος. Σήμερα κατοικεί στο Nashville, διατηρώντας παράλληλα και την κατοικία του στο Βερολίνο και είναι παντρεμένος με την Gaby Hoffman, πρώην μάνατζερ των Accept.

 

 

Τα 40 του χρόνια, κλείνει ο Βρετανός τραγουδιστής Brian Molko. Γεννήθηκε στο Βέλγιο από Αμερικανό πατέρα και Σκωτσέζα μητέρα.Η οικογένεια του μετακόμιζε συχνά όταν ήταν παιδί και είχε εγκατασταθεί κατά καιρούς στην Λιβερία, το Λίβανο και το Λουξεμβούργο. Το αυστηρό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, που αποδοκίμαζε κάθε καλλιτεχνική έκφραση και η πίεση του πατέρα του να γίνει τραπεζικός, οδήγησαν τον Molko να επαναστατήσει, υιοθετώντας μια ανδρόγυνη εικόνα, φορώντας κραγιόν, eyeliner και βερνίκι νυχιών και ακούγοντας punk μουσική. Αρχικά φοίτησε στο Ευρωπαϊκό σχολείο του Λουξεμβούργου αλλά αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει λόγω του εκφοβισμού που δεχόταν εκεί. Τελικά, παρακολούθησε το American International School του Λουξεμβούργου και στη συνέχεια πήγε να σπουδάσει υποκριτική σε κολλέγιο του Λονδίνου. Εκεί, έπαιζε με τον Steve Hewitt σε κάποια club και κάλεσε κάποια στιγμή τον Stefan Olsdal, με τον οποίο γνωρίζονταν, να παρακολουθήσει μια εμφάνισή τους. Εντυπωσιασμένος από το ταλέντο του Molko, ο Olsdal τον έπεισε να κάνουν μια μπάντα, που ονόμασαν Ashtray Heart. Το συγκρότημα, προσθέτοντας τον Robert Schultzberg, γνωριμία του Olsdal, στη θέση του ντράμερ, υπέγραψε συμβόλαιο με την Caroline Records και μετονομάστηκε σε Placebo. Ο τραγουδιστής από τότε παραμένει σταθερά στη σύνθεση τους. Κατά τα άλλα, έχει παίξει στην ταινία “Velvet Goldmine”, υποδυόμενος τον τραγουδιστή μιας φανταστικής glam rock μπάντας. Έχει δηλώσει πως έπαιρνε αρκετά ναρκωτικά για δημιουργικούς λόγους, έχοντας δοκιμάσει τα πάντα αλλά ότι από το 2010, το συγκρότημα σταμάτησε τη χρήση. Τέλος, είναι δηλωμένος  αμφιφυλόφιλος και έχει ένα παιδί, επτά ετών σήμερα, από τη σχέση του με την Helena Berg.

 

 

Γενέθλια τέλος και για την Αμερικανή ντράμερ Meg White, γνωστή ως μέλος των White Stripes, που κλείνει σήμερα τα 38 της χρόνια. Όταν ήταν στην εφηβεία της ακόμη, δούλευε σε ένα μπαρ ως barwoman και εκεί γνώρισε τον μουσικό John Anthony Gillis, με τον οποίο παντρεύτηκαν το 1996. Εκείνος άλλαξε το επίθετο του, δανειζόμενος το δικό της και έγινε γνωστός ως Jack White.  Μαζί του ξεκίνησε να παίζει ντραμς το 1997. Οι δυο τους σχημάτισαν ένα ντουέτο, αποκαλώντας τους εαυτούς τους The Red and White Stripes και άρχισαν να κάνουν κάποιες εμφανίσεις. Τελικά κράτησαν ως όνομα τους το “The White Stripes”, με την Meg να έχει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του ήχου τους. Εκτός από ντράμερ, έχει συμβάλει και φωνητικά σε αρκετά τους κομμάτια. Μέχρι το 2011, που οι White Stripes ανακοίνωσαν τη διάλυση τους, η White είχε μεταξύ άλλων και κάποιες τηλεοπτικές συμμετοχές. Από το Μάρτιο του 2000, έχει χωρίσει με τον Jack White και το 2009, παντρεύτηκε τον κιθαρίστα Jackson Smith, γιο της Patti Smith  και του Fred "Sonic" Smith.

 

Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force

Comments

rockoverdose.gr