ALBUM ANNIVERSARY
Μια από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες για το 1994, έρχεται να αφήσει το δικό της μουσικό στίγμα σαν σήμερα. Μια παρέα νεαρών από την Καλιφόρνια, οι Korn, αποφασίζουν να κάνουν τα βιώματα τους τραγούδια, δίνοντας τη δική τους μουσική διάσταση στην εποχή τους και κυκλοφορούν το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Προσεγγίζουν δύσκολα θέματα μέσα από τους στίχους τους, όπως τα ναρκωτικά, ο βιασμός και η παιδική κακοποίηση, δημιουργώντας έναν ήχο βάναυσο, που αναδύει όλο τον πόνο και την οργή, μέσα από χαμηλοκουρδισμένες, αγριεμένες κιθάρες, παίξιμο κοφτό και δυνατό στα τύμπανα και ένα μπάσο με πανίσχυρη παρουσία. Τα εκρηκτικά σημεία δε στα κομμάτια τους, είναι βασικό χαρακτηριστικό τους. Κατάλληλα του ύφους τους είναι και τα φωνητικά του Jonathan Davis που σφύζουν από συναίσθημα και εκφραστικότητα, εξωτερικεύοντας μέσα από τα ανάλογα γρυλίσματα και ουρλιαχτά, το φόβο και το θυμό με την παράνοια αντίστοιχα. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το αμφιλεγόμενο εξώφυλλο του δίσκου, με το μικρό κορίτσι που κάθεται στην κούνια και έναν μεγάλο άντρα να το πλησιάζει μάλλον απειλητικά. Αυτό που κατορθώνουν οι Korn είναι να προσελκύσουν όλους τους καταπιεσμένους εφήβους της εποχής τους, κάνοντας τους να ταυτιστούν με τη μουσική και τους στίχους τους που αποτελούν μια ισχυρή αντίδραση απέναντι στην απόρριψη και την καταπίεση της κοινωνίας στους νέους. Στην παραγωγή βρίσκεται Ross Robinson, ο οποίος όπως έχουν πει τα ίδια τα μέλη του γκρουπ, βοήθησε πάρα πολύ στο συνολικό αποτέλεσμα. Η μπάντα περνάει τη δική της αλήθεια με τρόπο ωμό μέσα από ένα πρώτο άλμπουμ που θεωρείται η καλύτερη δουλειά που έκανε ποτέ. Η συγκεκριμένη κυκλοφορία μάλιστα ενέπνευσε αρκετές μπάντες όπως οι Slipknot, Machine Head και Sepultura, ενώ πήγε πάρα πολύ καλά από άποψη πωλήσεων, αποσπώντας ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Οι Αμερικανοί καταφέρνουν να πλασάρουν έναν εντελώς δικό τους ήχο και μια φιλοσοφία που κανείς άλλος στη μουσική σκηνή της εποχής δεν είχε συλλάβει. Μέσα από αυτή τη μοναδική στο είδος της κυκλοφορία, βάζουν τη δική τους σφραγίδα στην αναδυόμενη nu metal των 90’s, καταφέρνοντας να προσαρμόσουν τον metal ήχο τους στα δεδομένα της εποχής τους. Όπως έχει δηλώσει ο κιθαρίστας τους James “Munky” Shaffer: «Όταν ξεκινούσαμε, θέλαμε να θυμίσουμε στον κόσμο ότι το να έχεις μακριά μαλλιά δεν αρκεί για να παίξεις heavy μουσική. Πρέπει να το έχεις μέσα σου, να νιώθεις τη δύναμη… Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να έχεις τραυματικές εμπειρίες όπως είχαμε όλοι μας ως παιδιά… Σίγουρα, όμως και αυτό μας βοήθησε να νιώσουμε εις βάθος την απόγνωση και την οργή της γενιάς μας… Στόχος μας ήταν να αλλάξουμε το σκηνικό του heavy metal και να κάνουμε την αγαπημένη μας μουσική υπόθεση πολλών ανθρώπων και όχι ενός περιορισμένου κοινού.» Και αν μη τι άλλο τα κατάφεραν!

24 χρόνια πριν οι Ministry, κυκλοφορούν το τρίτο κατά σειρά τους άλμπουμ, με τίτλο The Land Of Rape And Honey, όνομα προερχόμενο από ένα σύνθημα της επαρχίας Saskatchewan του Καναδά, η τοπική οικονομία της οποίας βασίζεται στην καλλιέργεια του φυτού ελαικράμβη (rape) και το μέλι και το οποίο σύνθημα η μπάντα επέλεξε αφού το είδε σε μια αναμνηστική κούπα. Αυτή τη φορά το συγκρότημα κινείται περισσότερο σε έναν industrial metal άξονα, διατηρώντας τις ηλεκτρονικές του επιρροές. Ο ήχος έχει αρκετά επιθετικά στοιχεία και γενικά τα κομμάτια του άλμπουμ είναι θορυβώδη, βγάζοντας ένα αίσθημα θυμού που εκφράζεται μέσα από επιθετικά riff, βίαια τύμπανα και έντονα ατμοσφαιρικά συνθεσάιζερ και πλήκτρα. Τα φωνητικά του Al Jourgensen συντελούν στο έργο της μουσικής ως προς τη δημιουργία μιας άγριας απειλητικής ατμόσφαιρας. Απομακρύνονται από το goth στυλ του παρελθόντος και πλέον είναι κοφτά και παραμορφωμένα παίρνοντας το χαρακτήρα ουρλιαχτού σε κάποιες περιπτώσεις. Οι ρίζες του άλμπουμ συνδέονται άμεσα με την electropop συνεπώς ο ήχος μπορεί να προσελκύσει τους φαν των ηλεκτρονικών στοιχείων αλλά λιγότερο προφανώς τους λάτρεις του παραδοσιακού heavy metal ήχου, αφού οι κιθάρες δεν έχουν την τιμητική τους και τα σόλο υπάρχουν μεν, είναι ατονικά δε. Στο στιχουργικό τομέα υπάρχουν ως επί το πλείστον αφηρημένα νοήματα σε άγριο, βίαιο και σκληρό ύφος. Το άλμπουμ εισέπραξε καλές κριτικές και το 1996, οκτώ χρόνια μετά την κυκλοφορία του, έγινε χρυσό. Το κομμάτι "Stigmata" εμφανίζεται το 1990 στο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας του Richard Stanley “Hardware”. Μέσα από την τρίτη τους δουλειά οι Ministry σημειώνουν σημαντική καλλιτεχνική και εμπορική αναγνώριση, πρωτοπορώντας στο είδος της industrial και διεκδικώντας ένα τεράστιο μερίδιο στην άνθιση του εν λόγω είδους.
A STAR IS BORN

Τα 50 του χρόνια κλείνει ο Andy McCoy, άνθρωπος με ισχυρή παρουσία στους Hanoi Rocks από τη θέση του κιθαρίστα και συνθέτη τους. Ο Antti Hulkko όπως είναι στην πραγματικότητα το όνομά του, γεννήθηκε στη Φιλανδία αλλά στα εννιά του μετακόμισαν στη Σουηδία για πέντε χρόνια όταν και εν τέλει επέστρεψαν στο Helsinki. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 είχε γίνει γνωστός από τη συμμετοχή του στην punk rock μπάντα Pelle Miljoona Oy. Εκείνη την εποχή γνωρίστηκε με τον Michael Monroe και λίγο αργότερα γεννήθηκαν οι Hanoi Rocks. Η μπάντα κυκλοφόρησε τέσσερα άλμπουμ μέχρι το 1985 που διαλύθηκε. Ο McCoy προχώρησε με το επόμενο project του, τους The Cherry Bombz, μουσική συνέχεια των Hanoi Rocks. Παράλληλα κυκλοφόρησαν και ένα άλμπουμ με τον Nasty Suicide, με το παρατσούκλι "The Suicide Twins", τίτλος του οποίου ήταν “Silver Missiles And Nightingales”. Το 1992 στο Los Angeles όπου μετακόμισε με το γιο του και την καινούρια φιλενάδα του Angela Nicoletti, την οποία και παντρεύτηκε, σχημάτισε τους Shooting Gallery, κυκλοφορώντας ένα ακόμη άλμπουμ, όμως η διάρκεια της ζωής τους δεν ξεπέρασε τον χρόνο. Ακολούθησε μια δεύτερη σόλο δουλειά και η συμμετοχή του το 1995 σε δύο κομμάτια του άλμπουμ “Savage Garden”, των The 69 Eyes. Ένα χρόνο μετά ξανα-ενεργοποίησε τους Briard, μπάντα στην οποία έπαιζε πριν 20 χρόνια, βγάζοντας και ένα ομώνυμο άλμπουμ. Το 2009, προσχώρησε στους Grease Helmet, μια νέα μπάντα του Helsinki.

65 ετών γίνεται ο τραγουδιστής Al Atkins, γνωστός κυρίως από την ανάμιξη του στους Judas Priest. Η καριέρα του ξεκίνησε το 1964, τραγουδώντας σε κάποια blues rock σχήματα για πέντε χρόνια, ώσπου πήρε την απόφαση να σχηματίσει μια μπάντα, την οποία ονόμασε Judas Priest από ένα τραγούδι του Bob Dylan, με τίτλο “The Ballad of Frankie Lee and Judas Priest”. Η μουσική τους κατεύθυνση ουδεμία σχέση είχε με τον metal ήχο της μπάντας όπως διαμορφώθηκε στην πορεία. Μέχρι τον Απρίλη του 1970, το συγκρότημα είχε διαλυθεί λόγω καλλιτεχνικών διαφορών. Το όραμα του Atkins ήταν να φτιάξει μια μπάντα στο στυλ των Led Zeppelin και των Black Sabbath που άνθιζαν εκείνη την εποχή. Παρόμοια μουσικά ενδιαφέροντα με τα δικά του, είχαν και οι K.K. Downing, Ian Hill και John Ellis, που έπαιζαν σε μια μπάντα του Birmingham, τους Freight και τους οποίους γνώριζε ο Atkins. Έτσι όλοι μαζί αποφάσισαν να ιδρύσουν νέα μπάντα, αλλά επειδή στον τραγουδιστή δεν άρεσε το όνομα Freight, πρότεινε να χρησιμοποιήσουν το Judas Priest, όνομα για το οποίο είχε τα δικαιώματα. Κάνοντας ένα μικρό όνομα στην περιοχή, ηχογράφησαν ένα ντέμο το οποίο τράβηξε την προσοχή του management του Tony Iommi, αλλά δεν κατάφερε να προσελκύσει κάποια από τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες του Λονδίνου. Έχοντας να συντηρήσει μια γυναίκα και μια μικρή κόρη και αφού δεν ερχόταν το συμβόλαιο, ο Atkins αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά και αντικαταστάθηκε από τον Rob Halford ο οποίος τραγούδησε αρκετά κομμάτια γραμμένα από τον Atkins. Στην πρώτη κυκλοφορία της μπάντας, το “Rocka Rolla”, φαίνεται το όραμα του τραγουδιστή για το συγκρότημα. Ο ίδιος, τελικά, σχημάτισε άλλη μπάντα, τους Lion και μετά τη διάλυση τους έκανε σόλο καριέρα.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



