Σαν σήμερα 1/12… Ο καλύτερος εφιάλτης των Sabbath! Ακόμη: Ο νέος δρόμος των Savatage ανοίγει με το υπέροχο Gutter Ballet και…Ο Chris Poland τα κατάφερε και χωρίς τους Megadeth!

 

 

 

 

 

 

 

ALBUM ANNIVERSARY

 

 

 Πίσω στο 1973, οι Black Sabbath, έχοντας ξεμείνει από έμπνευση, βρίσκονται στη δύσκολη θέση να προσπαθούν όχι μόνο για τη συγκέντρωση υλικού για ένα πέμπτο άλμπουμ, αλλά και για να αποδείξουν στους επικριτές τους πως έκαναν λάθος για όλα τα αρνητικά που τους πρόσαπταν. Η ατμόσφαιρα δεν ήταν η καλύτερη. «Οι ιδέες δεν έρχονταν όπως συνέβαινε στο “Volume 4” και αυτό δημιουργούσε δυσαρέσκεια. Όλοι καθόντουσαν και περίμεναν από μένα να σκεφτώ κάτι. Δεν μπορούσα όμως να σκεφτώ τίποτα. Και αν δεν το έκανα εγώ, δε θα το έκανε κανείς» έχει δηλώσει ο Iommi. Η μπάντα επιλέγει να νοικιάσει το Clearwell Castle στο The Forest of Dean. Κάνοντας πρόβες στα μπουντρούμια, κάτι που σύμφωνα με τους ίδιους ήταν ανατριχιαστικό αλλά είχε ατμόσφαιρα, το υλικό άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια. Ο Iommi έπιασε τη μελωδία του “Sabbath Bloody Sabbath” και έδωσε την κατευθυντήρια γραμμή που χρειαζόντουσαν. Μετά από περίπου τρεις μήνες ηχογραφήσεων, το Sabbath Bloody Sabbath, ήταν γεγονός.  Οι στυλιστικές αλλαγές που εισήχθησαν στο Vol.4, εδώ παγιώνονται. Ο κλασσικός τους heavy metal ήχος επεκτείνεται, γίνεται πιο τεχνικός, πιο ραφιναρισμένος. Για την επίτευξη αυτής της αλλαγής, προστίθενται πλέον ακουστικές κιθάρες, έγχορδα, συνθεσάιζερ, φλάουτα και γενικώς πολυπλοκότερα στοιχεία. Υπάρχει ένας περισσότερο progressive προσανατολισμός με αρκετές ψυχεδελικές επιρροές επιπλέον, χωρίς πάντως όλα αυτά να σημαίνουν ότι το συγκρότημα έχει χάσει κάτι από το heavy στυλ του, μέσα από το οποίο καθιερώθηκε. Το βασικό συστατικό του άλμπουμ είναι τα μοναδικά riff του Iommi . Τα φωνητικά του Ozzy απ’ την άλλη, κλείνουν μέσα τους μεγαλύτερη δύναμη από ποτέ και είναι αναπόσπαστο κομμάτι της μαγείας της μπάντας. Τα κομμάτια είναι όλα τους πολύ καλά, μελωδικότατα και ιδιαίτερα τεχνικά. Το εξώφυλλο δε, είναι το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει όποιον  πιάσει το δίσκο στα χέρια του και πραγματικά αποτελεί ένα από τα πλέον κορυφαία εξώφυλλα σε άλμπουμ του συγκροτήματος. Τη δημιουργία του πιστώνεται ο ζωγράφος Drew Struzan και απεικονίζει έναν άντρα σε ένα κρεβάτι που φαίνεται να έχει έναν εφιάλτη ή ένα όραμα πως του επιτίθενται δαίμονες με ανθρώπινη μορφή. Στο οπισθόφυλλο του δίσκου, η κατάσταση έχει αντιστραφεί. Μέσα από το “Sabbath Bloody Sabbath”, οι Black Sabbath κατάφεραν για πρώτη φορά να λάβουν θετικές κριτικές από τα Μέσα, με το περιοδικό Rolling Stone να κάνει λόγο για «μια εξαιρετικά συναρπαστική υπόθεση» και «τίποτα λιγότερο από μια ολοκληρωτική επιτυχία». Από άποψη πωλήσεων, το άλμπουμ σηματοδότησε το πέμπτο πλατινένιο της μπάντας στην Αμερική, φτάνοντας στην τέταρτη θέση των βρετανικών chart και την ενδέκατη των αμερικάνικων.  Οι Sabbath δε φοβήθηκαν τον πειραματισμό και ορθώς έπραξαν, αφού κατάφεραν να κυκλοφορήσουν την πιο ώριμη δουλειά τους και μία από τις πραγματικά καλύτερες της καριέρας τους, που δε θα πρέπει να λείπει από καμία heavy metal συλλογή. 

 

 

Αλλαγή πλεύσης όμως, επίσης ιδιαίτερα επιτυχημένη και για τους Savatage, που 23 χρόνια πριν, κάνουν το έκτο δισκογραφικό βήμα τους, τίτλος του οποίου είναι Gutter Ballet. Ο Jon Oliva, έχοντας παρακολουθήσει το μιούζικαλ “The Phantom of the Opera” στο Τορόντο, αποφασίζει να αλλάξει τη μουσική κατεύθυνση του συγκροτήματος, δίνοντας της μια πιο progressive προσέγγιση. Στην αλλαγή αυτή προστίθεται και ένας εμφανής πειραματισμός με καινούριους ήχους. Επί της ουσίας, εδώ έχουμε το μεταβατικό στάδιο από τον καθαρό heavy metal ήχο των προηγούμενων δίσκων τους, σε ένα progressive στυλ με power metal στοιχεία, που φέρει σημαντική προσθήκη πλήκτρων και ειδικότερα πιάνου. Το άλμπουμ έχει κάτι το θεατρικό, με αρκετά οπερατικά φωνητικά και συμφωνικά στοιχεία που σε συνδυασμό και με τις κλασσικές επιρροές τους, δείχνουν κάποιες ενδείξεις για την μετέπειτα πορεία της μουσικής τους. Οι συνθέσεις είναι προσεγμένες και ποιοτικές, ενώ παρά το γεγονός ότι τα κομμάτια επικεντρώνονται σε διαφορετικές ιστορίες, έχουν ποικίλες μουσικές εκφράσεις και συναισθήματα, προσδίδουν μεγάλη συνοχή. Ο Chris Oliva, με το ασύγκριτο ταλέντο του, παίζει με την καρδιά του και καταφέρνει να βγάζει απίστευτες μελωδίες απ’ την κιθάρα του, που ξεχωρίζουν για το συναισθηματική τους χροιά, δημιουργώντας έντονες συγκινήσεις. Από την άλλη και ο αδερφός του, John, αιχμαλωτίζει με τις ασύλληπτες, γεμάτες χρώμα, ερμηνείες του. Μεγάλη ωριμότητα χαρακτηρίζει και τους στίχους του άλμπουμ που καταπιάνονται με τον άνθρωπο, την πνευματικότητα και τη φαντασία. Έχοντας ωριμάσει και διανύοντας το δικό τους δημιουργικό αποκορύφωμα, οι Savatage βάζουν τις βάσεις για μια ακόμα πιο progressive και με πολλά ορχηστρικά στοιχεία συνέχεια. Επιπλέον, μέσα από το “Gutter Ballet”, μας προσφέρουν μια ανώτερη, αξιόλογη δουλειά που αξίζει την ακρόαση όλων όσων αγαπούν το metal, ανεξαρτήτως ειδικών προτιμήσεων.

 

 

A STAR IS BORN

 

 

57 ετών γίνεται σήμερα ο Αμερικανός κιθαρίστας Chris Poland. Απέκτησε από μικρός τις πρώτες του μουσικές βάσεις, αφού η αδερφή του μπαμπά του τον δίδασκε πιάνο. Σύμφωνα με τον ίδιο, δε διάβαζε μουσική, απλά την έβλεπε να παίζει και τη μιμούνταν. Μετά από ένα χρόνο μαθημάτων και ρεσιτάλ, εκείνη ξέχασε να γυρίσει τις σελίδες κατά τη διάρκεια μιας παράστασης και τότε κατάλαβε πως ο Poland δε διάβαζε μουσική. Είπε στη μητέρα του να παρακολουθήσει καθώς θα έβαζε μια λάθος μουσική σελίδα μπροστά του και αυτός όντως έπαιξε άλλο τραγούδι από αυτό που έπρεπε. Κάπου εκεί τέλειωσαν για τον νεαρό Chris τα μαθήματα πάνω στη μουσική. Δε γνωρίζει να διαβάζει και απλά παίζει με το αυτί. Κιθάρα ξεκίνησε να παίζει όταν πήγαινε γυμνάσιο. Η πρώτη μεγάλη του επιρροή ήταν ο Jimmy Page και μετά οι Jeff Beck, Eric Clapton και Jimmy Hendrix. Το 1977, μετακόμισε στο Los Angeles από τη Νέα Υόρκη που έμενε και για πέντε χρόνια ήταν lead κιθαρίστας στους New Yorkers, μια jazz/fusion μπάντα στην οποία συμμετείχε και ο ντράμερ Gar Samuelson. Αυτός ήταν που τον έμαθε το μουσικό μέτρημα, κάτι που τον βοήθησε στο να παίζει καλύτερα. Το 1984, ο Samuelson προσχώρησε στους Megadeth και ήταν αυτός που είπε στον Poland ότι το συγκρότημα έψαχνε κιθαρίστα. Σκέφτηκε λοιπόν ότι θα μπορούσε να ενωθεί μαζί τους, πιο πολύ για να ξαναπαίξει με το φίλο του. Μπαίνοντας στην μπάντα, είχε να κάνει με ένα έντονο πειραματικό στυλ μουσικής σε υψηλές ταχύτητες. Ξεκίνησε να μαθαίνει τους τόνους και συνειδητοποίησε ότι αυτό δεν απείχε από ό,τι έκανε πριν, με τη μόνη διαφορά ότι στους Megadeth υπήρχε έντονο το στοιχείο της παραμόρφωσης του ήχου. Ο κιθαρίστας συμμετείχε στα δύο πρώτα άλμπουμ της μπάντας και παρά το θαυμασμό του Mustaine στο πρόσωπο του, οι σχέσεις τους άρχισαν να έχουν προβλήματα. Όπως λέει ο ίδιος: «Εκείνη την εποχή, είχαμε προβλήματα λόγω της χρήσης ναρκωτικών και χρειαζόμουν από τον Dave να μου δανείσει κάποια χρήματα να φροντίσω το πρόβλημα μου… τον εθισμό μου τότε. Για κάποιο λόγο, δε μου έδινε φράγκο, αλλά έδινε σε όλους τους άλλους στη μπάντα διακόσια δολλάρια για τα δικά τους προβλήματα. Του είπα ‘Αντε γ…. Γιατί δε με διώχνεις; Δε θέλω να συνεχίσω.’ Δύο μερές μετά έμαθα πως είχα απολυθεί». Αφού έφυγε, ο ατζέντης των Megadeth που ήταν παράλληλα και στην punk rock μπάντα, The Circle Jerks, του τηλεφώνησε και του είπε πως αφού ήταν στην ανάγκη, θα μπορούσε να παίξει μπάσο για αυτούς για έξι εβδομάδες, κάτι που έγινε. Το 1990, κυκλοφόρησε ένα σόλο heavy metal/jazz fusion άλμπουμ, με τίτλο “Return to Metalopolis”. Την ίδια χρονιά, δέχτηκε να ηχογραφήσει κάποια ντέμο για το άλμπουμ Rust in Peace, όμως δε συμμετείχε τελικά, με τον Marty Friedman να προσλαμβάνεται τελικά και να προσαρμόζει κάποια από τα σόλο του Poland. Κατά τη δεκαετία του ’90 συμμετείχε σε κάποια project και το 2000 κυκλοφόρησε ένα δεύτερο προσωπικό άλμπουμ. Από το 2002, είναι μέλος της jazz fusion μπάντα ΟΗΜ. Το 2003, συμμετείχε στο άλμπουμ των Lamb of God “As The Palaces Burn”, ενώ και την επόμενη χρονιά είχε και πάλι συμμετοχή στην επόμενη δουλειά τους. Το 2004, έλαβε μέρος στις ηχογραφήσεις των σόλο για το δίσκο των Megadeth “The system has failed” αλλά και πάλι δε συμμετείχε στη σύνθεσή τους. Όσο αφορά το στυλ που παίζει τέλος, ο κιθαρίστας έχει μια δυσμορφία στον τένοντα του δείκτη, που του επιτρέπει να τεντώνει ασυνήθιστα πολύ το δάχτυλο του χαρίζοντας του ακόμη μεγαλύτερη ευελιξία στο παίξιμο του. 

 

 

Στα 68 του έφτασε ο επί σαράντα χρόνια, όσα δηλαδή και τα χρόνια του συγκροτήματος, τραγουδιστής και κιθαρίστας των Blue Öyster Cult, Eric Bloom. Ο Νεοϋορκέζος ήταν ο μικρότερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας και λίγο πριν αποφοιτήσει από το σχολείο, αγόρασε την πρώτη του κιθάρα. Αν και ξεκίνησε να σπουδάζει στο κολλέγιο, το άφησε το 1964, για να δουλέψει σε μια οικογενειακή εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων. Τελικά επέστρεψε ένα χρόνο αργότερα στο κολλέγιο κυρίως για να αποφύγει να τον επιλέξουν για να τον στείλουν στο Βιετνάμ. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, έπαιζε σε διάφορα γκρουπ και αναλάμβανε τη μουσική για πάρτι που έκαναν διάφορες αδελφότητες.  Όταν αποφοίτησε, έκανε κάποιες εμφανίσεις με τους Rock Garden, συγκρότημα στο οποίο βρισκόταν από το κολλέγιο. Το 1968, μετακόμισε στο Long Island για να ζήσει με την αδερφή του. Έπιασε δουλειά σε ένα μουσικό κατάστημα  ώσπου μια μέρα κάποια μέλη της μπάντας Soft White Underbelly, μπήκαν στο μαγαζί. Εκεί, με αφορμή μια φωτογραφία από κάποια παλιά μπάντα που έπαιζε όταν σπούδαζε, την οποία ο Bloom είχε βάλει για πλάκα, δημιουργήθηκε φιλία μεταξύ τους και ο μουσικός κατάληξε να γίνει τεχνικός ήχου για αυτούς. Ήταν τόσο ικανός, που ο μάναντζερ της μπάντας τον ρώτησε αν θα ήθελε να γίνει υπεύθυνος των περιοδειών τους. Τον Απρίλη του 1969, όταν ο τραγουδιστής της μπάντας αποχώρησε, πήρε τη θέση του ο Bloom. Περνώντας από διάφορες αλλαγές στη σύνθεσή της, μετονομάστηκε σε Blue Öyster Cult και μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ της ψηφίστηκε και ως η καλύτερη πρωτοεμφανιζόμενη μπάντα από το περιοδικό Cree. Μαζί με τον Buck Dharma είναι τα μακροβιότερα μέλη του συγκροτήματος και υπολογίζεται ότι έχουν κάνει από 4.000 ζωντανές εμφανίσεις. Ο Bloom έχει συμβάλει και συνθετικά σε αρκετές γνωστές επιτυχίες των BÖC. Εκτός της μουσικής, ο καλλιτέχνης διαβάζει φανατικά βιβλία, ιδίως επιστημονικής φαντασίας και μυθιστορήματα φαντασίας. Κάποτε έστειλε ένα γράμμα στον Βρετανό συγγραφέα Michael Moorcock ως φαν του και τελικά συνεργάστηκαν σε τρία τραγούδια. 

 

 

 

Ίδια ακριβώς μέρα με τον Eric Bloom γεννήθηκε και ο John Densmore γνωστός από τη θητεία του ως ντράμερ των Doors. Αμερικανός και αυτός, από το Los Angeles συγκεκριμένα, τέλειωσε το κολλέγιο και έκανε σπουδές πάνω στην ethnic μουσική. Το 1965, σε ηλικία 21 ετών, ενσωματώθηκε στους Doors και παρέμεινε στους κόλπους τους μέχρι τη διάλυση τους, το 1973. Εν συνεχεία, σχημάτισε μια μπάντα με το επίσης πρώην μέλος των Doors, Robby Krieger, τους The Butts Band. Μετά την κυκλοφορία δύο δίσκων, διαλύθηκαν το 1975. Ο Densmore σταμάτησε στις αρχές του ’80 να ασχολείται γενικότερα με το rock n roll είδος για να καταπιαστεί με το χορό. Παράλληλα από το 1984 άρχισε η ενασχόληση του με το θέατρο, ενώ έχει συμμετοχή σε πολλά τηλεοπτικά σόου και σε ορισμένες ταινίες. Το 1990 εξέδωσε και μια αυτοβιογραφία με τίτλο “Riders On The Storm”, στην οποία μιλά για τη ζωή του και το χρόνο που πέρασε δίπλα στον Jim Morrison. Το βιβλίο του έχει γίνει best seller. 

 

 

 

Νεότερος όλων τέλος, ο Brad Delson, κιθαρίστας και ιδρυτικό μέλος των Linkin Park, κλείνει σήμερα τα 35 του.  Επίσης αμερικανικής καταγωγής, ξεκίνησε να παίζει στο σχολείο με διάφορες μπάντες μαζί με τον Mike Shinoda (μέλος των Linkin Park και αυτός). Όταν αποφοίτησαν το 1995, ίδρυσαν τους Xero, που ήταν το εναρκτήριο σημείο για τους Linkin Park. Την ίδια χρονιά μπήκε και στο Πανεπιστήμιο της California, ώστε να αποκτήσει πτυχίο στις σπουδές επικοινωνίας. Μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο με το μελλοντικό του συνεργάτη στους Linkin Park, Dave Farrell για τρία χρόνια. Μέσω των σπουδών του κατάφερε να έρθει σε επικοινωνία με κάποιον από τη μουσική βιομηχανία και κατέληξε να δουλεύει για έναν αντιπρόσωπο της Warner Bros. Records, που πρόσφερε επικοιδομητική κριτική στα demo των Xero. Αυτός τους σύστησε και τον τραγουδιστή Chester Bennington, που έγινε στη συνέχεια τραγουδιστής τους. Μέχρι το 2000 οι Linkin Park πήραν το όνομά τους, υπέγραψαν συμβόλαιο και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ. Για την πολύ επιτυχημένη δεύτερη δουλειά τους, το “Meteora”, ο Delson είχε ζωτικής σημασίας ρόλο και στην παραγωγή. Γενικά έχει σημαντική παρουσία στο συγκρότημα όσον αφορά τις αλλαγές στον ήχο που δοκιμάζει η μπάντα κατά καιρούς, εισάγοντας νέα στοιχεία. Ο Delson είναι γνωστός και για το φιλανθρωπικό του έργο. 

 

Για το RockOverdose.gr:  Χαρά Νέτη & The Unknown Force

 

Comments

rockoverdose.gr