A STAR IS BORN

Γενέθλια σήμερα για τον επί 35 χρόνια μπασίστα των AC/DC, Cliff Williams που κλείνει τα 63 του χρόνια. Γεννήθηκε στο Essex του Λονδίνου, αλλά μετακόμισαν οικογενειακά κοντά στο Λίβερπουλ, όταν ο Cliff ήταν 12 ετών. Εκεί επηρεάστηκε από ένα βρετανικό κίνημα pop και rock μουσικής, το Merseybeat και έτσι αποφάσισε να γίνει ροκ μουσικός. Ένα χρόνο αργότερα, σχημάτισε μια μπάντα μαζί με φίλους του. Οι βασικές επιρροές στο παίξιμο του, είναι σύμφωνα με τον ίδιο, οι Rolling Stones, οι The Kinks και blues μουσικοί, όπως ο Bo Diddley. Έμαθε κυρίως να παίζει μπάσο ακούγοντας δίσκους και χτυπώντας τις αντίστοιχες νότες, ενώ έκανε και κάποια μαθήματα με έναν επαγγελματία μπασίστα του Λίβερπουλ. Ο Williams παράτησε το σχολείο στα 16 του χρόνια και εργαζόταν τα πρωινά ως μηχανικός και τις νύχτες ως μουσικός. Μέχρι τα 17 του, είχε γίνει επαγγελματίας μουσικός, οπότε επέστρεψε στο Λονδίνο όπου δούλευε σε έναν χώρο κατεδαφίσεων και σε σούπερ μάρκετ, ενώ έπαιξε σε κάποιες μπάντες. Κάποια στιγμή γνωρίστηκε με τον κιθαρίστα Laurie Wisefield και οι δυο τους έγιναν μέλη των Sugar, οι οποίοι όμως σύντομα διαλύθηκαν. Το 1970, οι δύο μουσικοί ένωσαν τις δυνάμεις του με τον τραγουδιστή Mick Stubbs, τον πληκτρά Clive John και τον ντράμερ Mick Cook και ίδρυσαν το progressive rock γκρουπ Home. Η μπάντα υπέγραψε συμβόλαιο στην Epic Records και κυκλοφόρησε ένα ντεμπούτο LP, το 1971. Έπαιξαν ως support για ονόματα όπως οι Jeff Beck, Mott the Hoople, The Faces και Led Zeppelin. Από τα δύο στούντιο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν οι Home στα τρία χρόνια ζωής τους, μόνο το πρώτο σημείωσε σχετική επιτυχία. Τελικά το συγκρότημα διαλύθηκε και ο Williams έπαιξε στην Αμερικάνικη μπάντα Stars, προτού σχηματίσει τους Bandit, το 1974. Η διάρκεια ζωής τους δεν ξεπέρασε επίσης τα τρία χρόνια, με το συγκρότημα να κυκλοφορεί ένα ομώνυμο άλμπουμ, το 1977. Απογοητευμένος καθώς ήταν, αφού δεν τα σχέδια του δεν έβγαιναν, ο Williams σκεφτόταν να τα παρατήσει. Τότε όμως ένας πρώην κιθαρίστας των Bandit, του πρότεινε να περάσει από ακρόαση για τους Αυστραλούς AC/DC που έψαχναν για μπασίστα μετά την αποχώρηση του Mark Evans. Εκείνος ήταν θετικός μια και τους είχε παρακολουθήσει στην τηλεόραση και τους θεωρούσε ασυναγώνιστους. Για την οντισιόν, έπαιξε τέσσερις πρόβες με την μπάντα και τον Μάιο του 1977, του ζητήθηκε να ενσωματωθεί στους κόλπους τους. Σύμφωνα μάλιστα με τον Angus, ένας επιπλέον λόγος που προσλήφθηκε ο Williams, ήταν το ωραίο του παρουσιαστικό που θα μπορούσε να προσελκύσει περισσότερες γυναίκες στις συναυλίες. Δεδομένου ότι αντικαθιστούσε έναν Αυστραλό μουσικό, είχε δυσκολίες αρχικά να αποκτήσει άδεια εργασίας ώστε να εισέλθει στη χώρα, με αποτέλεσμα οι πρώτες του εμφανίσεις να γίνουν με δύο μυστικές συναυλίες στο Sydney. Ο μπασίστας είναι το μακροβιότερο μέλος των AC/DC μαζί με τους αδελφούς Young και η μοναδική περίοδος που απουσίασε από τις τάξεις τους, ήταν ένα μικρό διάστημα το 1991, όταν υπέστη λοίμωξη στα νεφρά. Εκτός από τους AC/DC, έχει συνεργαστεί το 2000 με τον Βόσνιο μουσικό Emir Bukovica, ηχογραφώντας ένα άλμπουμ με την μπάντα του και συμμετέχοντας σε κάποιες εμφανίσεις τους σε club της Ευρώπης. Ακόμη έχει πάρει μέρος σε συναυλίες για φιλανθρωπικούς σκοπούς καθώς και στο φιλανθρωπικού χαρακτήρα project, Classic Rock Cares. Στην προσωπική του ζωή, είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά, την 27χρονη Erin, που εργάζεται ως μοντέλο – ηθοποιός με το όνομα Erin Lucas και έναν 26χρονο γιο, τον Luke.

Τα 40 του χρόνια κλείνει ο Σουηδός, Tom Englund, κιθαρίστας και τραγουδιστής των Evergrey. Υπήρξαν αρκετοί λόγοι που τον ώθησαν στο να ασχοληθεί με τη μουσική και συγκεκριμένα με τη metal, ο κυριότερος όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν όταν παρακολουθώντας μια συναυλία των Def Leppard, παιδί ακόμα, είδε την ουρά που έκαναν πολλά όμορφα κορίτσια προκειμένου να βρεθούν στα παρασκήνια μαζί τους. Τότε ήταν που αποφάσισε ότι αυτό ήθελε να κάνει στη ζωή του. Είχε ξεκινήσει ακόμη νωρίτερα να παίζει κιθάρα και ήταν καθοριστική για εκείνον η στιγμή που κέρδισε ένα single του “Radio Ga Ga” των Queen σε ένα λούνα παρκ. Από τότε ήταν σίγουρος πως η κιθάρα πραγματικά τον ενδιέφερε. Οι σημαντικότερες επιρροές για εκείνον ήταν οι Yngwie Malmsteen, Iron Maiden, Metallica και Queensrÿche. Σε ηλικία 17 ετών, στις αρχές του ’90, άρχισε να παίζει death metal. Το 1995 σχημάτισε τους Evergrey και ενώ το σχέδιο ήταν να εκτελεί χρέη κιθαρίστα στην μπάντα, δύο μήνες πριν την ηχογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ, ο τραγουδιστής τους παραιτήθηκε, οπότε τα μέλη της μπάντας, του πρότειναν να δοκιμάσει αυτός να τον αντικαταστήσει. Νόμιζε ότι αστειευόντουσαν, το δοκίμασε όμως τελικά. Δε γνώριζε για κανένα λόγο ότι είχε καλή φωνή, όπως λέει ο ίδιος. Στους Evergrey, είναι ο μόνος που έχει παραμείνει από την ίδρυση τους μέχρι σήμερα και είναι αυτός που έχει τον πρώτο λόγο για την μπάντα. Έχει κάνει φωνητικά και σε διάφορα άλμπουμ άλλων ονομάτων, μεταξύ των οποίων, στους Nightrage, Ayreon και Dragonland. Είναι παντρεμένος με την Carina Englund που κάνει δεύτερα φωνητικά στο συγκρότημα και έχουν μια κόρη.
ALBUM ANNIVERSARY
Οι Katatonia, είναι ένα συγκρότημα που αν μη τι άλλο έχει πειραματιστεί αρκετά με τον ήχο του και έχει αλλάξει πολλές φορές μουσικό προσανατολισμό για να καταλήξει στον alternative – progressive ροκ – metal ήχο που έχει υιοθετήσει σήμερα. Έχει ενδιαφέρον να δούμε όμως πως ξεκίνησε η Σουηδική μπάντα, 19 χρόνια πριν, όταν κυκλοφορούσε το πρώτο στούντιο άλμπουμ της, με τίτλο Dance of December Souls. Σε αυτό τοποθετούνται οι ρίζες του ήχου της μπάντας που, όσο κι αν παραξενεύει όσους τους έμαθαν από τις μετέπειτα δουλειές τους, είναι αμιγώς doom με μια ροπή στο black metal περισσότερο και λιγότερο στο death όπως συμβαίνει με παρόμοιες μπάντες, όπως οι Anathema ή οι My Dying Bride. Ο Anders Nyström άλλωστε, θεωρεί βασική έμπνευση για την κατεύθυνση της μουσικής της μπάντας, το “Gothic” των Paradise Lost. Πάνω σε αυτόν τον ήχο έχουν βασιστεί, δίνοντας του όμως μια ακόμη σκοτεινότερη και μίζερη χροιά. Το συγκρότημα στο ξεκίνημα του, μετουσιώνει τη θλίψη και τη μαυρίλα σε μουσική, το κάνει όμως με έναν άκρως μελωδικό τρόπο. Η ομορφιά του άλμπουμ, εστιάζει κυρίως στην εξαιρετική κιθαριστική του δουλειά, με τα riff να αποτελούν την πεμπτουσία του άλμπουμ. Οι ελκυστικές μελωδίες που ξεπηδούν απ’ την κιθάρα του Nyström, αιχμαλωτίζουν μέσα τους έντονα συναισθήματα απώλειας και θλίψης. Επιπλέον και οι ακουστικές κιθάρες είναι επίσης τοποθετημένες ιδανικά πάνω στα κομμάτια. Παρά τις πολύ χαμηλές ταχύτητες των συνθέσεων, μουσικά είναι πολύ γεμάτες και για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται και πλήκτρα που δημιουργούν με τη σειρά τους ένα ζοφερό φόντο. Υπάρχει έντονη ατμόσφαιρα στην παρθενική δουλειά των Σουηδών, η οποία δεν είναι τόσο εύκολο να περιγραφεί, όσο να βιωθεί μέσα από την ακρόαση σαφώς. Μεγαλύτερο μειονέκτημα εδώ, αποτελούν ορισμένα από τα φωνητικά του Jonas Renkse. Αν και υπάρχει συναίσθημα στη φωνή του, αυτή δεν είναι ακόμα ώριμη και τα φωνητικά του ακούγονται αρκετά ερασιτεχνικά και τραχιά, κυρίως στα σημεία που χρειάζεται να ερμηνεύσει με πιο σκληρό τρόπο. Βέβαια από τη άλλη είναι αυτά που έχουν χαρακτηρίσει το άλμπουμ και πραγματικά είναι δύσκολο να φανταστείς τα ίδια κομμάτια ερμηνευμένα από άλλον. Μπορεί ο ήχος των Katatonia να έχει τροποποιηθεί κατά πολύ και το doom στυλ τους έχει περάσει προ πολλού, οι ρίζες του ήχου τους όμως βρίσκονται στο “Dance of December Souls”. Το άλμπουμ χωρίς να είναι αριστουργηματικό, αποτελεί ένα καλό ξεκίνημα για το συγκρότημα και μάλιστα δεν είναι λίγοι όσο προτιμούν αυτήν την πρώιμη προσέγγιση του ήχου τους, συγκριτικά με τις μετέπειτα δουλειές τους.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



