Σαν σήμερα 15/12… Ένας ψυχολόγος, ένας ζωγράφος, ένας ποδοσφαιριστής και ένας άνθρωπος της εκκλησίας, που έγιναν τελικά μουσικοί. Χρόνια πολλά σε όλους!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

A STAR IS BORN

 

 

34 ετών γίνεται σήμερα ο Ολλανδός κιθαρίστας, συνθέτης, τραγουδιστής και  ιδρυτής των Epica, Mark Jansen. Μικρός ονειρευόταν να γίνει ποδηλάτης, ώσπου μια μέρα στα 15 του χρόνια, πήγε σε μια συναυλία της Ολλανδικής death metal μπάντας, Gorefest και από εκείνη τη στιγμή ήξερε πως ήθελε και ο ίδιος να βρίσκεται στη σκηνή.  Ξεκίνησε να παίζει κιθάρα και του άρεσε πολύ. Το 1995, στα 17 του χρόνια, μαζί με τον Sander Gommans, ίδρυσαν τους After Forever που έπαιζαν death metal και είχε ρόλο βασικού συνθέτη στα δύο πρώτα τους άλμπουμ που συμμετείχε. Αν και ο Jansen δεν είχε την πρόθεση να γίνει τραγουδιστής, όταν ο τραγουδιστής τους αποχώρησε, ξεκίνησε να τραγουδάει. Το 2002 έπαψε να είναι μέλος των After Forever και ξεκίνησε μια συμφωνική metal μπάντα που αρχικά ονομάστηκε Sahara Dust, για να μετονομαστεί αργότερα σε Epica. Η κοπέλα του εκείνη την εποχή Simone Simons, μπήκε στο συγκρότημα το 2003. Όπως και στους After Forever έτσι κι εδώ, ο μουσικός κάνει ανδρικά growl φωνητικά και έχει τα κυριότερα συνθετικά καθήκοντα. Σύμφωνα με τον ίδιο, γράφει τους μισούς απ’ τους στίχους και συνθέτει περίπου το 70% των κομματιών. Όταν δεν μπορεί να κάνει κάτι παραπάνω στις συνθέσεις, τις παρουσιάζει στο συγκρότημα και αξιοποιούνται οι επιπλέον προτάσεις. Το 2010, ανακοίνωσε την ίδρυση μιας ακόμης μπάντας, των MaYaN, στους οποίους τραγουδάει μόνο και δεν παίζει κιθάρα. Το ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2011. Ο Jansen, έχει μεταπτυχιακό στην ψυχολογία, η οποία του άρεσε πολύ και έτσι ξεκίνησε σπουδές, απλά στην πορεία υπερίσχυσε το πάθος του για τη μουσική. Δεν αποκλείει να ασχοληθεί ξανά με την συγκεκριμένη επιστήμη στο μέλλον, εφόσον όμως δεν τον καλύπτει αυτό που κάνει τώρα. Να πούμε τέλος, ότι οι επιρρόες του όπως λέει, είναι μπάντες που άκουγε στην εφηβεία και συνεχίζει να ακούει μέχρι σήμερα, όπως οι Dream Theater, Megadeth, Guns N' Roses κλπ. Μια μπάντα που ανακάλυψε πριν από 8 χρόνια περίπου και του αρέσει ιδιαίτερα είναι οι Opeth, ενώ επίσης αγαπάει πράγματα και από την κλασσική μουσική, κυρίως τους Vivaldi, Mozart και Rachmaninov.

 

 

Στα 50 του μπαίνει ο μπασίστας των Stryper, Tim Gaines. Έχει γεννηθεί στο Portland της αμερικανικής πολιτείας του Oregon. Το ενδιαφέρον του για το μπάσο ξεκίνησε όταν ήταν 13 ετών και η μεγαλύτερη αδερφή του, που κάποια στιγμή βρέθηκε στον Κορέα, γυρνώντας του έφερε μια κλασσική κιθάρα. Στις αρχές του ’70 είχε γίνει φανατικός οπαδός του Elton John και παρακολουθούσε έντονα τον μπασίστα του, Dee Muray. Χρησιμοποιώντας την κιθάρα που είχε, έφτιαξε το πρώτο του μπασο, αφαιρώντας τις δύο πάνω χορδές. Στα 14α γενέθλια του, η μητέρα του, του αγόρασε ένα κανονικό μπάσο και ξεκίνησε να εξασκείται έντονα, ξυπνώντας νωρίτερα για να παίξει πριν και μετά το σχολείο. Έκανε μαθήματα με δύο καθηγητές αλλά το μεγαλύτερο μέρος της εκπαίδευσής του το έλαβε μόνος του, από μουσικούς συγκροτημάτων που χαρακτηρίζει «δασκάλους μουσικής». Μερικά ονόματα που αναφέρει ο ίδιος είναι οι: Led Zeppelin, Deep Purple, Rush, Aerosmith, Queen, Foghat, Journey και Kansas. Γύρω στα 16 του, έκανε ταξίδια τα σαββατοκύριακα στο Hollywood, όπου παρακολουθούσε ονόματα της τοπικής σκηνής, που άσκησαν επιρροή πάνω του. Το 1983, ο ντράμερ των Stryper, έμαθε ότι ο Gaines είχε αποχωρήσει από τους Stormer που έπαιζε και κάλεσε τον τραγουδιστή τους για να του ζητήσει το τηλέφωνό του. Έτσι ήρθε σε επικοινωνία με τον μπασίστα και κανόνισαν να παίξουν μαζί. Το παίξιμό του, άρεσε στο συγκρότημα και έτσι προσλήφθηκε. Για κάποιο σύντομο διάστημα αποχώρησε από τη σύνθεσή τους, αλλά γρήγορα επανήλθε. Το 1992, που το συγκρότημα σταμάτησε τις δραστηριότητες του, ο μουσικός συνέχισε με άλλες συνεργασίες και από το 2003, που οι Stryper επανενώθηκαν βρίσκεται ως και σήμερα μαζί τους. Ο μπασίστας είναι επίσης βαθύτατα θρησκευόμενος και δραστηριοποιείται έντονα στην εκκλησία της περιοχής του μαζί με τη γυναίκα του. 

 

 

 

Γενέθλια επίσης για τον Βρετανό μουσικό, Paul Simonon, γνωστό από τη θητεία του στους The Clash, που κλείνει τα 57 του χρόνια. Μεγάλωσε στο Brixton του νότιου Λονδίνου, πέρασε όμως ένα χρόνο στη Σιένα, με τη μητέρα και τον πατριό του. Πριν γίνει μέλος των Clash, σχεδίαζε να γίνει ζωγράφος και παρακολούθησε το Byam Shaw School of Art. Το 1976 όμως, ο κιθαρίστας Mick Jones, του πρότεινε να έρθει στην μπάντα του, σχεδιάζοντας να του μάθει κιθάρα. Ο Simonon όμως τα βρήκε σκούρα στην εκμάθηση της κιθάρας, οπότε ο Jones τον έμαθε μπάσο. Τον πρώτο καιρό, ήξερε να παίζει τα μέρη του μπάσου μόνο για τα τραγούδια τους και δεν ήταν σε θέση να παίξει κανονικά, όταν η μπάντα έκανε τις πρώτες της ηχογραφήσεις. Είναι πάντως ο κύριος υπεύθυνος για την επιλογή του ονόματος των The Clash καθώς και για το οπτικό μέρος των εμφανίσεων τους, όπως το ντύσιμο και τα σκηνικά. Η φωτογραφία του επίσης, στο εξώφυλλο του δίσκου “London Calling”, όπου σπάει το μπάσο του, είναι μια από τις πιο εμβληματικές εικόνες της εποχής του punk. Έχει συνθέσει τρία κομμάτια του συγκροτήματος, μεταξύ των οποίων το “Guns of Brixton” και έχει παίξει μπάσο σχεδόν σε όλα τα κομμάτια τους. Μετά τη διάλυση της μπάντας, το 1986, ο Simonon, ίδρυσε τους Havana 3am, που ηχογράφησαν ένα άλμπουμ πριν διαλυθούν. Έχει συμμετάσχει επίσης στο δίσκο “Down in the Groove”, του Bob Dylan. Οι πιο πρόσφατες συνεργασίες του, περιλαμβάνουν την ανάμιξη του στο project, The Good, the Bad & the Queen, το 2007, καθώς και τη συμμετοχή του παρέα με τους Damon Albarn και Mick Jones, στην τρίτη δουλειά των Gorillaz, το “Plastic Beach” του 2010. Ο Simonon, έχει κάνει πολλές εκθέσεις με έργα ζωγραφικής, κάτι που συνεχίζει μέχρι σήμερα με σημαντική επιτυχία. 

 

 

 

Τα 41 του κλείνει, ο Αμερικανός μουσικός και συνθέτης, Clint Lowery, περισσότερο γνωστός από τη συμμετοχή του ως κιθαρίστας και δεύτερη φωνή στους Sevendust. Ξεκίνησε να δραστηριοποιείται μουσικά στα 18 του χρόνια, όταν μαζί με άλλους μουσικούς, έφτιαξαν τους Still Rain, οι οποίοι αναμείγνυαν διασκευές με δική τους μουσική, έκαναν εμφανίσεις σε πολλά μέρη και είχαν αρκετούς οπαδούς. Μετά από αρκετά χρόνια, το συγκρότημα βασίστηκε μόνο στη δική του μουσική και κυκλοφόρησε τελικά δύο στούντιο άλμπουμ. Το 1995, ενσωματώθηκε στους Sevedust ως lead κιθαρίστας τους. Αποχώρησε το 2004 για να μπει στην hard rock μπάντα του αδερφού του, τους Dark New Day. Συνεχίζει μαζί τους μέχρι σήμερα, όμως από το 2008 έχει επιστρέψει παράλληλα και στους Sevendust, οι οποίοι στις αρχές του επόμενου έτους θα κυκλοφορήσουν τη νέα τους δουλειά. Το 2007, έκανε περιοδεία επίσης με τους Korn, ως κιθαρίστας για τις live εμφανίσεις τους για οκτώ μήνες. Ακόμη, το Σεπτέμβρη του 2008, έγραψε και ηχογράφησε έξι κομμάτια για ένα EP,  στο οποίο παίζει όλα τα μουσικά όργανα ο ίδιος και έχει κάνει και τα φωνητικά. Το όνομα του project λέγεται Hello Demons Meet Skeletons και περιλαμβάνει τις κυκλοφορίες δύο ακόμα EP. Ο μουσικός τέλος, έχει ασχοληθεί και με την παραγωγή άλμπουμ νεοσύστατων συγκροτημάτων και στην προσωπική του ζωή είναι παντρεμένος με ένα παιδί. 

 

 

 

Μικρότερος όλων, ο Sergio Pizzorno, κιθαρίστας και συνθέτης των Kasabian, γίνεται σήμερα 32 ετών. Ο πατέρας του, μετανάστευσε από τη Genoa της Ιταλίας στην Αγγλία και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Leicester. Η αρχική πρόθεση του Sergio, ήταν να κάνει καριέρα στο ποδόσφαιρο και συγκεκριμένα, ήθελε να γίνει κεντρικός επιθετικός στη Leicester City. Μετά όμως, άλλαξε γνώμη και αποφάσισε πως προτιμούσε να παίζει σε μια rock ‘n’ roll μπάντα. Άλλωστε ο βασικός του στόχος όταν ήταν μικρός, ήταν να γίνει όσο το δυνατόν πιο επιτυχημένος. Όταν βρισκόταν στο κολλέγιο, μαζί με κάποιους συμφοιτητές του, αποφάσισαν να ιδρύσουν τους Kasabian. Είναι έντονος θαυμαστής των Oasis και κυρίως του πρώην κιθαρίστα τους, Noel Gallagher, για τον οποίο έχει δηλώσει ότι τον ενέπνευσε περισσότερο απ’ ότι οποιοσδήποτε δάσκαλος ή ιστορική φυσιογνωμία που είχε ακούσει. Το Δεκέμβρη του 2010, συμμετείχε στην κλήρωση του τρίτου γύρου του FA Cup μαζί με τον φίλο του Noel Gallagher και υπήρξαν υπαινιγμοί ότι η κλήρωση ήταν στημένη, λόγω του ότι οι δυο τους τράβηξαν τις αγαπημένες ομάδες τους, Leicester City και Manchester City να παίξουν αντιμέτωπες, αυτό όμως διαψεύστηκε από την ομοσπονδία. Ο κιθαρίστας έχει γράψει επίσης τη μουσική της ταινίας "London Boulevard". Το Γενάρη του 2012, μαζί με τον Noel Fielding ξεκίνησαν οι δυο τους, μια μπάντα, τους The Loose Tapestries.

 

Για το RockOverdose.gr:  Χαρά Νέτη & The Unknown Force

Comments

rockoverdose.gr