Σαν σήμερα 2/12: Η Premier League έχασε έναν παίκτη και εμείς κερδίσαμε έναν μπασίστα! Ακόμη: Ένα ακόμη παιδί θαύμα από τις χώρες του πάγου!

A STAR IS BORN

Στα 52 του μπαίνει ο μπασίστας και ιδρυτικό μέλος των Def Leppard, Rick Savage. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Sheffield της Αγγλίας και σε νεαρή ηλικία άρχισε παρέα με τον αδερφό του να μαθαίνουν κιθάρα. Μεγάλη αγάπη είχε και με την μπάλα και παρά το ότι ήταν πιστός οπαδός των Sheffield Wednesday, ακολούθησε καριέρα ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής στην αντίπαλη ομάδα Sheffield United. Τελικά η μουσική υπερίσχυσε στην καρδιά του και σχημάτισε μια μπάντα με κάποιους συμμαθητές του, συμπεριλαμβανομένων των Tony Kenning και τον Pete Willis (αμφότεροι μέλη των Def Leppard στη συνέχεια). Υπό το όνομα Atomic Mass, έπαιζαν κυρίως κομμάτια των Queen, Slade, Deep Purple, Jimi Hendrix κ.α. Κάποια στιγμή αποφάσισαν ότι ο Willis απέδιδε καλύτερα ως κιθαρίστας, οπότε ο Savage ανέλαβε το μπάσο. Προσλαμβάνοντας μετά από ακρόαση ως τραγουδιστής τον Joe Elliot, που ήταν γνωστός του Pete, και με δεύτερο κιθαρίστα τους τον Steve Clark, μετατονομάστηκαν σε Def Leppard. Ο Savage, πάσχει από το 1994 από ένα σύνδρομο που ονομάζεται αναπηρία του Bell, η οποία προκαλεί αποδυνάμωση των μυών του προσώπου και μερική παράλυση. Αν και έχει θεραπευθεί ως ένα βαθμό, τα συμπτώματα είναι ακόμη ορατά, ειδικά όταν είναι κουρασμένος. Ο ίδιος έχει δηλώσει πως η επίδραση στην καθημερινή του ζωή είναι το σκληρότερο πράγμα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει δεδομένου της δυσκολίας του να φάει, να κοιμηθεί κλπ. Θεωρεί ατυχία μεν το γεγονός ότι πάσχει από αυτό, το βρίσκει όμως μικρό σε σχέση με το να είχε κάτι σοβαρότερο. Ο μπασίστας είναι το μακροβιότερο μέλος των Def Leppard μαζί με τον Joe Elliot και εμφανίζεται σε κάθε άλμπουμ της μπάντας. Τον αποκαλούν “Sav” για να αποφεύγεται η σύγχυση μεταξύ εκείνου και του άλλου Rick, του ντράμερ Rick Allen. 

 

 

Ο νεαρός Ragnar Zsolberg, κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης, προσφάτως μέλος των Pain of Salvation,  κλείνει τα 26 του χρόνια. Το πραγματικό του όνομα είναι  Ragnar Sólberg Rafnsson και γεννήθηκε στην Ισλανδία και σε ηλικία δύο ετών, έφτιαξε το πρώτο του drum kit με κατσαρόλες και τηγάνια από την κουζίνα της μητέρας του. Στα τέσσερα, πήρε την πρώτη του κιθάρα από τη γιαγιά του και άρχισε να παίζει μελωδίες από το "Black Album" των Metallica, αλλά έσπασε την κιθάρα του σε μια θερμή στιγμή, λίγο αφότου είχε δει στην τηλεόραση τον Jimi Hendrix να κάνει κάτι παρόμοιο. Στα έξι του ξεκίνησε μαθήματα κιθάρας αλλά χρειαζόταν συνέχεια νέους καθηγητές γιατί μάθαινε φοβερά γρήγορα. Ο πατέρας του ήταν άλλωστε δημοφιλής ντράμερ στη χώρα του, οπότε προκειμένου να αυξήσει το ενδιαφέρον του Ragnar και του αδερφού του, τους αγόρασε ένα πραγματικό σετ από τύμπανα. Ο αδερφός του όντως ήταν πολύ ικανός στα ντραμς και παίζει ως σήμερα, ενώ ο Ragnar ανακάλυψε ότι η κιθάρα ήταν περισσότερο το στοιχείο του. Μέχρι τα έντεκα είχε τόσα πολλά ντέμο από τα τραγούδια του, που ο πατέρας του , του έδωσε τη δυνατότητα να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε από τη δική του δισκογραφική. Το αποτέλεσμα περιλάμβανε ένα μεγάλο εύρος από pop – rock υλικό και μπορεί ο δίσκος να μην πούλησε, έδωσε στον Ragnar μια γεύση για το τι θα ακολουθούσε. Όταν έγινε 14, σχημάτισε τους Sign με τον αδερφό του και έναν φίλο τους. Εκεί ο μουσικός, υιοθέτησε το όνομα "Zolberg" και ξεκίνησε να φοράει το γνωστό του make up που δείχνει το μάτι του να φαίνεται ότι αιμορραγεί. Το συγκρότημα κυκλοφόρησε δύο άλμπουμ στα Ισλανδικά το 2001 και 2002 και το 2006 ήρθε ένα τρίτο άλμπουμ σε αγγλικό στίχο μέσα από το οποίο άρχισαν να έχουν διεθνή αναγνώριση. Συμμετείχαν ακόμη και στο άλμπουμ - αφιέρωμα για τους Iron Maiden όπου έπαιξαν το "Run to the Hills". Η παραγωγή του τραγουδιού από τον Ragnar ήταν πολύ απρόβλεπτη και πολύ αμφιλεγόμενη μεταξύ των ακροατών και των μακρόχρονων οπαδών των Maiden. Ο μουσικός, το 2008 κυκλοφόρησε ένα σόλο άλμπουμ στο οποίο έχει αναλάβει ο ίδιος όλα τα όργανα.  Στις αρχές του 2012, ανακοινώθηκε η ένταξη του στους κόλπους των Pain of Salvation ως αντικαταστάτης του κιθαρίστα τους, Johan Hallgren. 

 

 

Ακόμη ένας Βρετανός μουσικός τέλος, ο Christopher Wolstenholme, γνωστός από τη θητεία του στους Muse, γίνεται σήμερα 34 ετών. Ξεκίνησε ως ντράμερ από μια post – punk μπάντα, ενώ οι Matthew Bellamy και Dominic Howard έπαιζαν σε μια άλλη. Όταν οι δύο μπάντες βρέθηκαν να κάνουν πρόβες στο ίδιο κτίριο, οι Bellamy και Howard ρώτησαν τον Wolstenholme αν ήθελε να παίξει μπάσο για το συγκρότημα τους, τους  Rocket Baby Dolls που αργότερα μετονομάστηκαν σε Muse. Εκείνος ήταν πρόθυμος να προσχωρήσει σε αυτούς, αλλά δεν ήξερε να παίζει μπάσο. Τελικά αγόρασε και έμαθε γρήγορα από μόνος του. Στους Muse είναι αυτός που με τις heavy rock επιρροές του, φέρνει το rock στοιχείο στον ήχο της μπάντας, έχοντας σημαντικό ρόλο στη σύνθεση κομματιών. Από το 2003 είναι παντρεμένος και έχει έξι παιδιά. Το 2010, το περιοδικό Times δημοσίευσε ένα άρθρο, σύμφωνα με το οποίο ο μουσικός ομολογεί τον έντονο εθισμό του στο αλκοόλ, λόγω του οποίου μπήκε και σε κλινική αποτοξίνωσης. Με τη βοήθεια και των συνεργατών του στο συγκρότημα, έχει καταφέρει να απεξαρτηθεί και οι σχέσεις του με τους συνεργάτες και την οικογένεια του έχουν βελτιωθεί. 

 

Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force

Comments