ALBUM ANNIVERSARY

Μετά το επικό “Back in Black” του 1980, ο πήχης είχε ανέβει σε δυσθεώρητα ύψη για τους AC/DC. Κακά τα ψέματα, άλμπουμ του μεγέθους αυτού δεν μπορεί να ξαναγίνει για κανένα λόγο και με κανέναν τρόπο. Το θέμα ήταν αν θα κατάφερναν οι Αυστραλοί να διατηρήσουν τη φήμη και την επιτυχία τους στα ίδια επίπεδα. Και όπως φάνηκε, το For Those About to Rock, we Salute You, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά, δεν άγγιξε καθόλου την αίγλη του ονόματός τους. Θα ήταν ανακριβές παρ’ όλα αυτά να θεωρήσει κάποιος ότι πρόκειται για μια top δουλειά του συγκροτήματος, που δείχνει να έχει εξαντληθεί σημαντικά από την έμπνευση και την ένταση του προηγούμενου μεγαθήριου. Υπάρχουν πολύ καλές στιγμές και κάποια φοβερά riff ικανά να κολλήσουν στο μυαλό, ενώ γενικά οι δυνατές κιθάρες των αδερφών Υoung συνδυάζονται για μια ακόμη φορά με τόσο εξαιρετικό τρόπο που δημιουργούν έναν ήχο μοναδικό στο hard rock είδος. Παράλληλα, οι επιδεξιότητα του Cliff Williams στο μπάσο και το τεχνικό παίξιμο των ντραμς του Phil Rudd καθιστούν σαφές ότι πρόκειται για μια rock and roll μπάντα, που όμοια της δεν υπάρχει. Οι στίχοι χωρίς κάτι το ιδιαίτερο, εξακολουθούν να στηρίζονται στη θεωρία σεξ, ναρκωτικά και rock'n'rol και μολονότι τυπικοί, δένουν πολύ καλά με τη μουσική. Το μεγαλύτερο όμως ελάττωμα του άλμπουμ είναι πως παρά το αξιοπρεπέστατο υλικό που αναδεικνύεται κυρίως από 2-3 άψογες συνθέσεις, η μπάντα ακούγεται λιγότερο επιθετική και εμπνευσμένη. Οι πωλήσεις του δίσκου αν και καλές δεν ήταν τόσο ικανοποιητικές σε σύγκριση με τις πωλήσεις του Back in Black, όμως εδώ οι AC/DC κατάφεραν για πρώτη φορά να πιάσουν την κορυφή του Billboard της Αμερικής, παραμένοντας εκεί για τρεις εβδομάδες. Χρειάστηκε μάλιστα να περάσουν 27 ολόκληρα χρόνια για να καταφέρει το συγκρότημα κάτι παρόμοιο και συγκεκριμένα αυτό έγινε ξανά με το “Black Ice”, τον Οκτώβρη του 2008. Μέχρι σήμερα συνολικά οι πωλήσεις του φτάνουν περίπου τα επτά εκατομμύρια αντίτυπα, καθιστώντας το ένα από τα καλύτερα άλμπουμ τους σε πωλήσεις παγκοσμίως, πιθανόν λόγω του απόηχου που άφησε ο προκάτοχός του. Όπως και να’ χει και μόνο για τον παραπάνω λόγο καθώς και για το γεγονός ότι τρία από τα κομμάτια του “For those about to rock…”, έχουν αναδειχθεί σε κλασσικά και διαχρονικά, δικαίως το άλμπουμ θεωρείται ένα από τα σημαντικά της πορείας των AC/DC.

Μια κορυφαία προσθήκη στη δισκογραφική συλλογή των Candlemass, γιορτάζει σήμερα 24 χρόνια από την κυκλοφορία της. Ο λόγος για το Ancient Dreams, τρίτο άλμπουμ των Σουηδών, που με μεγάλες αξιώσεις συνεχίζει στα χνάρια του μοναδικού “Nightfall” που προηγήθηκε. Τόσο οι συνθέσεις όσο και οι στίχοι με την παραγωγή του συντελούν σε έναν μέγιστης ποιότητας δίσκο. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε κάτω από δύσκολες επαγγελματικές συνθήκες και φαίνεται πως ο ηγέτης τους, Leif Edling, δεν έμεινε πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, σε αντίθεση με τους κριτικούς και το κοινό που το βρήκαν μια πραγματικά εξαιρετική δουλειά. Και πώς να μη το βρουν, αφού για μια ακόμη φορά οι συνεχιστές της doom μας προσφέρουν λαμπρά τραγούδια και μουσική που ποτέ κανένα άλλο συγκρότημα δεν μπόρεσε να παίξει. Ο ορισμός της άριστης doom εμπεριέχεται στις εννέα μακροσκελείς συνθέσεις του δίσκου. Οι δομές των κομματιών είναι πολύπλοκες, οι κιθάρες έχουν έναν βαρύ ήχο, είτε πρόκειται για αυτά που κινούνται σε αργούς ρυθμούς, είτε για τα ελαφρώς πιο αισιόδοξα με ένα ταχύτερο τέμπο και γενικότερα, τα άφθονα, αξέχαστα riff μαζί με τα καλοπαιγμένα σόλο επίσης δε δύνανται να αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο. Ο ακροατής καθηλώνεται αμέσως από μια ατμόσφαιρα που μπορεί την ίδια στιγμή να είναι στοιχειωμένη και ευχάριστη, ενώ μαγεύεται από την εκπληκτική φωνή του Messiah Marcolin, που με το τόσο ιδιαίτερο χρώμα της φωνής του μπορεί να ξεχωρίσει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους. Ο τρομερός Marcolin, με την ένταση και το συναίσθημα της φωνής του, δε σε αφήνει να μην αισθανθείς τη δύναμη των κομματιών βαθιά στο πετσί σου. Οι στίχοι του δίσκου, με θεματολογία βασισμένη σε αποκυήματα φαντασίας και προσέγγιση σκοτεινή, σε συνδυασμό με τη μεγαλοπρεπή μουσική, συντελούν στην δημιουργία της ιδανικής ατμόσφαιρας. Μην ξεχνώντας τις ρίζες τους, οι Σουηδοί τιμούν τους εμπνευστές τους, δημιουργώντας ένα κομμάτι φόρο τιμής στους Black Sabbath που αναμιγνύει θρυλικές στιγμές τους όπως τα: "Sabbath Bloody Sabbath", “ Symptom Of The Universe", "Electric Funeral”, "Sweet Leaf", και “Into The Void". Στο μοναδικό σύνολο συντελεί και το εκπληκτικό εξώφυλλο του δίσκου, έργο τέχνης του ζωγράφου Thomas Cole. Με το “Ancient Dreams”, η μπάντα για πρώτη φορά εισάγεται στα chart της Αμερικής, κάνοντας την παρθενική της εμφάνιση από την 74η θέση του Billboard 200. Όπως λογικά προκύπτει λοιπόν, πρόκειται για μια κυκλοφορία απ’ αυτές που δικαιολογούν τη φήμη των Candlemass ως ένα από τα θρυλικά ονόματα της metal.
A STAR IS BORN

Σαράντα ετών γίνεται ο Chris Adler, ντράμερ των Lamb of God. Γεννήθηκε σε μια μουσική οικογένεια στην Ουάσιγκτον και από μικρός αγαπούσε να κοπανάει δοχεία από συσκευασίες καφέ με σπασμένα ξυλαράκια που έβρισε στην αυλή του σπιτιού του. Η μητέρα του όμως, που ήταν δασκάλα πιάνου, προσπάθησε να εμποδίσει το ενδιαφέρον του για τα κρουστά. Η ίδια είχε ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στην μουσική ανάπτυξη του Chris αλλά και του αδερφού του Willie. Τους έμαθε να τραγουδούν, να διαβάζουν μουσική και τους έκανε μαθήματα πιάνου από νωρίς, με τον Chris να ξεκινά στα οκτώ του χρόνια και να σταματά στα 16. Παράλληλα μάθαινε σαξόφωνο και ακουστική κιθάρα. Όλα αυτά άλλαξαν, όταν εκείνος άκουσε Aerosmith για πρώτη φορά και αποφάσισε να ασχοληθεί με το μπάσο. Η μεγάλη ανατροπή όμως ήρθε το 1989. Σύμφωνα με τον ίδιο: «Πήγαινα στο Λύκειο και ως τότε είχα βρεθεί σε διαφόρων ειδών μπάντες, παίζοντας μπάσο ενώ εκείνη την περίοδο ήμουν σε ένα metal γκρουπ με κάτι παιδιά. Μια βραδιά βρέθηκα σε μια συναυλία των Wrathchild America που τότε είχαν τον Shannon Larkin στα τύμπανα. Από τότε άλλαξε ολόκληρη η φιλοσοφία μου στο να είμαι μουσικός. Δεν είχα ιδέα αν θα μπορούσα να παίξω ή όχι, αλλά σίγουρα ήθελα να δοκιμάσω. Έτσι κι αλλιώς στο γκαράζ που κάναμε πρόβες, υπήρχε ένα κιτ που το παιδί που έπαιζε το είχε παρατήσει.» Λίγες εβδομάδες μετά, η μπάντα διαλύθηκε, τα τύμπανα έφυγαν και η ώρα να πάει στο κολλέγιο έφτασε, οπότε το όνειρο του, μπήκε στον πάγο. Στο κολλέγιο γνωρίστηκε με τους John Campbell (μπασίστα) και Mark Morton (κιθαρίστα) με τους οποίους έγιναν καλοί φίλοι. Αν και χωρίστηκαν για τρία χρόνια, το 1994 ξαναβρέθηκαν με τον Campbell, ο οποίος του πρότεινε το σχηματισμό μιας μπάντας. Αφού ο φίλος του ήταν μπασίστας, ο Adler άρπαξε την ευκαιρία να μάθει ντραμς και στα 21 του αγόρασε το πρώτο του drum set, ξεκινώντας την εξάσκηση. Καθώς προχωρούσε, έβρισκε το κίνητρο, ακούγοντας μουσικούς όπως ο Larkin ή ο Samuelson των Megadeth, να αυξάνει την ταχύτητα και τη δύναμη στο παίξιμο του, ενώ επηρεάστηκε και από μη metal ντράμερ όπως ο Billy Cobham καιStewart Copeland. Για να αφοσιωθεί πλήρως στα τύμπανα, έχασε ένα εξάμηνο από τις σπουδές του και το 1995, με τους Campbell και Morton, σχημάτισαν τους Burn The Priest που τέσσερα χρόνια μετά κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ. Το συγκρότημα είχε ένα βαρύ πρόγραμμα περιοδειών στα πέντε χρόνια ύπαρξής του και έγινε η metal μπάντα με τα περισσότερα download στο MP3.com. Έχοντας τραβήξει το ενδιαφέρον πολλών δισκογραφικών, μετονομάστηκαν το 1999, σε Lamb Of God. Ο ίδιος δηλώνει ότι ακόμη και σήμερα είναι νευρικός πριν από κάθε εμφάνιση τους. Ο Adler, είναι πολυάσχολος γενικά και εκτός από τους Lamb of God, γράφει μια σειρά από βιβλία στα οποία καταγράφει τα άλμπουμ της μπάντας και τις ιστορίες των ηχογραφήσεων. Επίσης, πέρσι έκανε για δύο μήνες μία drum clinic περιοδεία, κατά την οποία αντάλλαξε γνώσεις και ιστορίες με επίδοξους ντράμερ.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



