Σαν σήμερα 24 Σεπτεμβρίου… 22 χρόνια για το θρυλικό Rust in Peace – Ακόμη: Κι ας μην ψηνόμαστε όλοι το ίδιο… “Nevermind” , 37 χρόνια Motörhead και Μ. Shawn Crahan: Ο κλόουν γίνεται 43!

ABLUM ANNIVERSARY

Φανταστείτε ένα μουσικό λεξικό στο οποίο ανατρέχετε για να βρείτε  συνώνυμα του όρου «αριστουργηματικός δίσκος». Από τα πρώτα που θα συναντούσατε θα ήταν αναμφίβολα το “Rust in Peace”. Αυτή η υπέρτατη δισκάρα που κάθε οπαδός  του είδους έχει σε περίοπτη θέση στη δισκοθήκη του. Έχουν περάσει 22 χρόνια από τότε που οι Megadeth ανανεωμένοι, αφήνουν στην άκρη όλα τα προβλήματα που αντιμετώπισαν στους προηγούμενους δίσκους τους και μπαίνουν στου στούντιο για να δουλέψουν πάνω στο πιο θρυλικό άλμπουμ της καριέρας τους. Ο Mustaine προσπαθεί σκληρά να αντικαταστήσει το κενό του Jeff Young και τελικά το πετυχαίνει με τον καλύτερο τρόπο, φέρνοντας στην μπάντα τον κιθαριστικό γίγαντα που λέγεται Marty Friedman. Από κοντά ακολουθεί ο ικανότατος ντράμερ Nick Menza. Άπαντες ξεπερνούν τους εαυτούς τους και δημιουργούν ένα δίσκο που θα μπορούσε να είναι  παράδειγμα σε εγχειρίδιο για το πώς φτιάχνεται ένα άλμπουμ που να συνδυάζει την ένταση με την μελωδία και την τεχνικότητα. Ο ηγέτης των Megadeth, εκμεταλλεύεται τη μεγάλη διαύγεια και την εξαιρετική φόρμα στην οποία βρίσκεται και συνθέτει οκτώ αν όχι εννιά ύμνους. Ακούγοντας το Rust in peace απολαμβάνεις την τεχνική,υπερ - μελωδική και progressive πλευρά της thrash και speed metal σε όλο της το εύρος. Η αδρεναλίνη βαράει κόκκινο μέσα από riff που τσακίζουν κόκκαλα από την αρχή ως το τέλος του δίσκου. Η συνεργασία ανάμεσα στις δύο κιθάρες είναι απόλυτη και ο Friedman ξεδιπλώνει το ανεξάντλητο ταλέντο του μέσα από τα  σαγηνευτικά του σολαρίσματα. Η εκτελεστική δεινότητα του Menza, η ακρίβεια και η μανία με την οποία βαράει τα τύμπανα, ορισμένα τρομερά γεμίσματα που κάνει στα κομμάτια, κάνουν άπαντες να μιλούν με τα πιο εγκωμιαστικά λόγια για τη μεγαλειώδη του απόδοση. Ο Dave Ellefson έρχεται να γεμίσει  κάθε πιθανό κενό με τον απίστευτο, πεντακάθαρο ήχο του μπάσου του. Μεγάλη στιγμή του δίσκου αποτελεί σαφώς το Hangar 18, που θαρρείς και είναι βγαλμένο από άλλο πλανήτη, με Mustaine και Friedman να κάνουν μια άνευ προηγουμένου σκυταλοδρομία  από ασύλληπτα σόλο. Και βέβαια, το γλυκό έρχεται να δέσει η εντυπωσιακή παραγωγή του Mike Clink, που κάνει τον ήχο κυριολεκτικά κρυστάλλινο. Ο Mustaine εκτός από όλα τα υπόλοιπα, δείχνει ότι είναι προικισμένος και με στιχουργικό ταλέντο, μέσα από στίχους προσεγμένους και ποιοτικούς που αναφέρονται σε ποικίλα θέματα όπως η πολιτική, ο πόλεμος, το περιβάλλον, οι εξωγήινοι ή οι προσωπικές σχέσεις. Ο τίτλος του άλμπουμ, είναι και αυτός δική του έμπνευση, από ένα αυτοκόλλητο που είδε στον προφυλακτήρα ενός αυτοκινήτου που έγραφε “May All Of Your Nuclear Weapons Rust In Peace”. Το Rust in peace έκανε το ντεμπούτο το του από την 23η θέση του Billboard Top 200 της Αμερικής και κατέλαβε την 8η θέση στη Βρετανία, πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στις Η.Π.Α. ενώ ήταν υποψήφιο για βραβείο  Grammy το 1991 και 1992 για στην κατηγορία «Best Metal Performance». Αποτελεί μια μεγάλη κληρονομιά για όλους όσους στο μέλλον ασχολήθηκαν ενεργά με το σπορ και η αίγλη του είναι τέτοια που μόνο δέος μπορεί να προκαλέσει σε κάθε φίλο της μουσικής πάνω στον πλανήτη.

 

 

21 χρόνια πριν, οι Nirvana φτάνουν στο ψηλότερο σημείο της καριέρας τους, μέσα από την κυκλοφορία του Nevermind, του καλύτερου και πιο επιτυχημένου άλμπουμ από τα τρία της ολιγοετούς πορείας τους. Το 1990, η τριμελής σύνθεση της μπάντας μπαίνει στο στούντιο για δύο μήνες ώστε να δουλέψει πάνω στο επερχόμενο άλμπουμ της. Μερικά κομμάτια όπως τα “In Bloom” και “Breed”, ήταν χρόνια έτοιμα, ενώ άλλα δεν είχαν ολοκληρωμένους στίχους μέχρι και τα μισά της περιόδου των ηχογραφήσεων. Η ηχογράφηση κράτησε πιο πολύ απ ότι υπολόγιζαν και το αποτέλεσμα του μιξαρίσματος δεν άρεσε. Έτσι κάλεσαν τον παραγωγό των Slayer, Andy Wallace να βελτιώσει το αποτέλεσμα, αν και πάλι εκφράστηκε τελικά δυσαρέσκεια για το «γυαλισμένο» ήχο του άλμπουμ. Αρχικά, η DGC Records, ήλπιζε να πουλήσει γύρω στα 250.000 αντίτυπα του Nevermind, κάτι το οποίο κινούνταν στα ίδια επίπεδα που είχαν καταφέρει με το άλμπουμ Goo, των Sonic Youth. Όμως, το πρώτο κομμάτι του άλμπουμ “Smells like teen spirit” έκανε τόση επιτυχία, που από έφτασε να πουλάει κάθε εβδομάδα 400.000 αντίτυπα. Ένα χρόνο αργότερα, έφτασε στο νούμερο ένα των Billboard album chart, εκτοπίζοντας το άλμπουμ του Michael Jackson, “Dangerous”. Το συγκεκριμένο άλμπουμ, έπιασε την κορυφή και στα chart πολλών χωρών σε όλο τον κόσμο και επηρέασε ιδιαίτερα τα μουσικά πράγματα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 συμβάλλοντας στην άνθιση της grunge και κάνοντας την alternative rock μια επικρατούσα τάση. Ξεχωρίζει για τη αμεσότητα των κομματιών του, αφού ο Cobain έγραφε σύμφωνα με το πώς ακριβώς ένιωθε, αλλά και για την έντονη εκρηκτικότητα του σε κάποια σημεία. Υπάρχει μια χαρακτηριστική εναλλαγή στην ένταση, που μπορεί να σε κρατά σε κατάσταση απόλυτης ηρεμίας μέχρι να πέσει το ξεσηκωτικό ρεφρέν που έχει τον χαρακτήρα ξεσπάσματος, ένα ξέσπασμα που δημιουργούν κυρίως τα πολύ καλά τύμπανα του Dave Grohl . Υπάρχουν κάποια κομμάτια που ξεχωρίζουν, αλλά γενικά δεν υπάρχει ιδιαίτερη ποικιλομορφία στο άλμπουμ. Το μεγαλύτερο βάρος έπεσε στο μουσικό μέρος του, και λιγότερο στο στιχουργικό, αφού υπάρχουν φράσεις στα κομμάτια η διατύπωση των οποίων τις κάνει δυσνόητες. . Οι στίχοι κάποιων κομματιών είναι εμπνευσμένοι από τις κακές σχέσεις του Cobain με το μουσικό Tobi Vail, άλλοι περιέχουν βίαιες εικόνες βασιζόμενες στο μίσος του τραγουδιστή για τον εαυτό του και τους άλλους και ορισμένοι είναι προσωπικά βιώματά του. Στην τεράστια επιτυχία του άλμπουμ συνέβαλε ιδιαίτερα η διαρκής αναμετάδοση, ειδικά του Smells like teen spirit, από το MTV. Το μεγάλο επίτευγμα των Nirvana μέσα από το Nevermind είναι πως κατάφεραν να εισάγουν τον ήχο τους σε σε ένα πιο mainstream κοινό και μάλλον αναπάντεχα, βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση και από περισσότερο pop ακροατήριο, διαμορφώνοντας μια καινούρια μόδα στα μουσικά δρώμενα. 

 

 

Η ιστορία ξεκινάει το 1975 με την απόλυση του Lemmy από τους Hawkwind επειδή «έκανε λάθος ναρκωτικά». Το όνειρο του για τη συνέχεια: «Να αφιερωθεί σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο είδος μουσικής: δυνατό, γρήγορο, βραχνό, αλαζονικό, παρανοϊκό, πολύ γρήγορο rock n roll… τόσο βρώμικο ικανό να κάνει το γρασίδι του γείτονα να ξεραθεί». Το αρχικό όνομα “Bastard” που διαλέγει, βρίσκει αντίθετο το μάνατζέρ του, που του επισημαίνει πως με τέτοιο όνομα δεν πάει πουθενά. Έτσι καταλήγει στο Motörhead, που στην αμερικάνικη αργκό σημαίνει, αυτός που έχει λόξα με την ταχύτητα. Με τους “Fast” Eddie Clarke και  Phil Taylor ηχογραφούν το το single “Leaving here” και ψηφίζονται ως η χειρότερη μουσική μπάντα στον κόσμο! Το όνειρο πάει να γινει εφιάλτης και το τέλος πλησιάζει πριν καλά – καλά γίνει η αρχή. Ο επίλογος έχει οριστεί για το Marquee Club του Λονδίνου και ο Lemmy έχει ζητήσει από τον Ted Carroll της δισκογραφικής Chiswick Records να του φέρει ένα φορητό στούντιο να ηχογραφήσουν το αποχαιρετήστηριο σόου της μπάντας. Αντί τούτου, ο Carroll τους προσφέρει δύο ημέρες στα Escape Studios με παραγωγό τον Speedy Keen, ώστε να ηχογραφήσουν ένα single. Επειδή λοιπόν, στη βράση κολλάει το σίδερο, όπως λέει κι ο λαός, αντί για ένα single εκείνοι παραθέτουν 11 ανολοκλήρωτα κομμάτια. Παίρνουν παράταση λίγες μέρες ακόμα, η δουλειά γίνεται και  το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Motörhead” είναι γεγονός! Αν και ακόμα είναι πολύ νωρίς και αναζητούν τον ήχο που θα τους καθιερώσει, υπάρχουν πολλά δείγματα για το τι πρόκειται να ακολουθήσει στο μέλλον. Οκτώ κομμάτια σε ήχο hard rock ενίοτε με πιο επιθετικό στυλ, με εναλασσόμενες ταχύτητες και αρκετές punk επιρροές. Ο ρόλος και των τριών μουσικών είναι καθοριστικός για το καλό τους ξεκίνημα. Ο Lemmy και η χαρακτηριστική βραχνάδα στη φωνή του, με το καλό, όχι αψεγάδιαστο μπάσο του, ο  Eddie Clarke πάνω στα riff και τα φοβερά σόλο του οποίου στηρίζεται ουσιαστικά όλη η δουλειά, ο Taylor να κρατά το τέμπο με τα τύμπανα του. Αυτό που τους διαφοροποιεί αρκετά από τη μετέπειτα πορεία τους, είναι πως αφενός φαίνεται ότι ψάχνονται ως προς το στυλ και τον ήχο τους και αφετέρου πως είναι είναι πολύ λιγότερο τεχνικοί λόγω απειρίας κυρίως. Το “Motörhead” έμεινε μία εβδομάδα στα βρετανικά chart, μπόρεσε να κρατήσει τη συνοχή της τριάδας και να δώσει την ώθηση για μια καλύτερη συνέχεια που θα έρθει δύο χρόνια αργότερα και ακούει στο όνομα “Overkill” . Είναι ιδιαίτερα σημαντικός δίσκος δίσκος για την μετέπειτα καριέρα τους και απαραίτητος αν είσαι οπαδός της μπάντας.

 

 

 

A STAR IS BORN

 

 Ο κλόουν των Slipknot, Michael Shawn Crahan, κλείνει σήμερα τα 43 του χρόνια. Γεννήθηκε στο Des Moines της Αϊόβα και πέρασε ευτυχισμενα παιδικά χρόνια. Η μουσική του άρεσε πάντα και είχε περάσει από δύο μπάντες, τους  Heads on the Wall και  One Cup of Fat. Παντρεύτηκε από μικρός, 23 ετών, τη γυναίκα του Chantel και μέχρι σήμερα έχουν μαζί τέσσερα παιδιά. Πριν κάνει το μεγάλο βήμα, είχε αντιμετωπίσει πρόβλημα αλκοολισμού, που επιδεινώθηκε όταν αγόρασε ένα μπαρ τη περιοχής.  Απογοητευμένος από την έλλειψη επιτυχίας θα είχε σκοτώσει τον εαυτό του, έχει πει σε συνέντευξή του, αλλά ευτυχώς η γυναίκα του τον έσωσε.  Το 1995, μαζί με τον μπασίστα Paul Gray, ξεκινούν μια μπάντα, τους  The Pale Ones, με σύνθεση αποτελούμενη από μια παρέα φίλων που είχαν συναντηθεί στην τοπική μουσική σκηνή. Ο στόχος τους ήταν να πειραματιστούν προσθέτοντας στον ήχο τους πολλά στοιχεία από τύμπανα. Η μετονομασία τους σε Slipknot ήρθε στο τέλος του έτους και ο Crahan ανέλαβε καθήκοντα κρουστών  στην μπάντα. Τον πρώτο καιρό της δημιουργίας του συγκροτήματος οι γονείς του Crahan στήριζαν οικονομικά τους Slipknot. Το νούμερο 6, στις live εμφανίσεις τους, κάνει ακόμα δεύτερα φωνητικά και έχει συνεχή παρουσία στα οκτώ άλμπουμ που έχει η μπάντα μέχρι σήμερα. Ασχολείται με διάφορα άλλα πράγματα πέρα από αυτούς. Είναι ιδρυτής της  Big Orange Clown Records, θυγατρικής της Sanctuary Records, έχει παίξει με τους My Surprise, ηχογραφώντας κιθάρα και κάνοντας φωνητικά για το πρώτο τους άλμπουμ ενώ το 2007 άρχισε να παίζει τύμπανα για το γκρουπ Dirty Little Rabbits. Στο DVD των Slipknot το 2005, ανέλαβε σκηνοθετικό ρόλο κάτι που έχει συμβεί αρκετές φορές και με άλλα DVD ή βίντεο κλιπ τους.  Έχει ανακατευτεί επίσης και με άλλες μπάντες, μικρότερης φήμης, συνήθως βοηθώντας σε μιξαρίσματα κομματιών τους. Στα τέλη του 2010 ανακοίνωσε το σχηματισμό, ενός σημαντικού project, των The Black Dots of Death και κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους το 2011 με τίτλο, “Ever Since We Were Children”. Ο Crahan έχει πιστωθεί πολλά πράγματα για τα οποία έχουν γίνει γνωστοί οι Slipknot, όπως οι μάσκες τους. Ο ίδιος ξεκίνησε να φορά μια μάσκα κλόουν στις πρόβες για πλάκα, όταν η μπάντα ήταν άγνωστη ακόμα και έτσι ξεκίνησε η σύλληψη της συγκεκριμένης ιδέας, που χαρακτηρίζει τους Αμερικανούς. Είναι επίσης δική του η επινόηση του όρου «σκουλήκια» ως περιγραφή των φαν του συγκροτήματος,  δηλώνοντας ότι όπως οι προνύμφες τρέφονται από τη σάρκα των νεκρών, η νεολαία, που αποτελεί την πλειοψηφία των οπαδών των Slipknot, τρέφεται από τη σάρκα των νεκρών της κοινωνίας. Όλα αυτά τα χρόνια έχει χρησιμοποιήσει πολλές διαφορετικές μάσκες, που όλων η θεματολογία βασίζεται στους κλόουν, εκτός από μία που φορά στο βίντεο του "Vermillion", που είχε θέμα το θάνατο. 

 

 

Για το RockOverdose.gr:  Χαρά Νέτη & The Unknown Force

 

Comments

rockoverdose.gr