ALBUM ANNIVERSARY

17 χρόνια πριν, μεταφερόμαστε στο γκρίζο σκηνικό του πολέμου της Βοσνίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και συγκεκριμένα στο Σεράγεβο, όπου οι άλλοτε ευτυχισμένοι του κάτοικοι, ζουν πλέον μέσα στην απόγνωση. Πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι ένα αγόρι από τη Σερβία και μια μικρή μουσουλμάνα που προσπαθούν να ζήσουν τον έρωτα τους σα να μην υπάρχει πόλεμος, τελικά όμως σκοτώνονται. Όλα αυτά διαδραματίζονται στο concept άλμπουμ των Savatage, με τίτλο Dead Winter Dead, ένα αριστουργηματικό άλμπουμ, με εξαιρετικούς, σαφείς και πλούσιους σε νόημα στίχους και δυνατό χαρακτηριστικό του, την απίστευτη ροή του, που ξεδιπλώνεται και δίνει την αίσθηση μιας πραγματικής ιστορίας, που σε ταξιδεύει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Φυσικά όλο το έργο δε θα μπορούσε να αναδειχθεί αν η μπάντα δεν του έδινε τη σωστή μουσική διάσταση και την όλη δραματικότητα που αρμόζει σε μια τέτοια θεματολογία. Λογικά λοιπόν, η δύναμη και η ένταση στα riff μειώνεται, σε αντίθεση με τα φωνητικά που δε χάνουν την επιθετικότητα τους, διατηρώντας ίσως πιο μελωδικές γραμμές. Αυτό που κυριαρχεί πλέον είναι τα συμφωνικά στοιχεία, τα μελωδικά μέρη από πιάνο, παιγμένα από τον Jon Oliva, συνδυαζόμενα άψογα με τον παραμορφωμένο ήχο από τις κιθάρες. Οι συνθέσεις των κομματιών παρουσιάζουν καταπληκτικά ορχηστρικά μέρη, με τις κιθάρες των Al Pitrelli και Chris Caffery να κυριαρχούν και να μαγεύουν μέσα από το μοναδικό τους παίξιμο και τα υπέροχα σολαρίσματά τους. Τα φωνητικά του Zak Stevens είναι ασύγκριτα, με το συναισθηματισμό των ερμηνειών του να παρασέρνει το μυαλό. Η ερμηνεία δε, δύο κομματιών από τον Jon Oliva δίνει μεγαλύτερη ποικιλομορφία στο άλμπουμ. Γενικότερα, η προσφορά του εξαίρετου αυτού μουσικού, είναι δύσκολο να αγνοηθεί, αφού πρόκειται για τον βασικό συνθέτη του άλμπουμ με μεγάλο μερίδιο και στον εκτελεστικό τομέα. Σημαντικό ρόλο στο αποτέλεσμα έπαιξε και η παραγωγή, δίνοντας έναν πιο ήπιο τόνο στις κιθάρες και εστιάζοντας έντονα στα πλήκτρα, συντελώντας στη δημιουργία μίας από τις πιο σκοτεινές δουλειές όσον αφορά την ατμόσφαιρα, που έχει κάνει ποτέ η μπάντα. Το “Dead Winter Dead” περιέχει άριστα κομμάτια, κινείται σε ήρεμο τέμπο και έχει αρκετές μπαλάντες, αποτελώντας μια εμπειρία που αξίζει να βιώσει κανείς. Εδώ μάλιστα εισάγεται και η κατεύθυνση που ακολούθησαν στην πορεία και οι οι Trans-Siberian Orchestra.

Ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα για μια μπάντα που θέλει να προσεγγίσει το επερχόμενο άλμπουμ της σαν να είναι το τελευταίο της και μάλιστα βάζει στόχο να το κάνει και διπλό; Στην περίπτωση των Smashing Pumpkins, το αποτέλεσμα ήταν το Mellon Collie and the Infinite Sadness και πραγματικά, το 1995 που κυκλοφόρησε, σάρωσε τα πάντα στο πέρασμα του. Το μεγάλο κεφάλι για τη δημιουργία του, ήταν ο frontman της μπάντας Billy Corgan, που ανέλαβε τα φωνητικά, το μεγαλύτερο συνθετικό κομμάτι, τη lead κιθάρα, την παραγωγή και το μιξάρισμα. Απώτερος σκοπός του συγκροτήματος ήταν μια διπλή κυκλοφορία, εμπνευσμένη ίσως από το “White Album” των Beatles. Προκειμένου να υλοποιήσουν το όραμά τους, άλλαξαν παραγωγό και προχώρησαν σε αλλαγή μουσικού προσανατολισμού. Το αρχικό πλάνο προέβλεπε τη δημιουργία ενός άλμπουμ με σκληρό, τραχύ ήχο, μετά από τις πρόβες όμως κατέληξαν σε ένα πιο ήπιο, ρυθμικό αποτέλεσμα. Όταν τελείωσαν οι ηχογραφήσεις, οι οποίες μάλιστα έλαβαν χώρα σε δύο στούντιο ταυτόχρονα ώστε να προχωρήσουν πιο γρήγορα, το συγκρότημα είχε 57 τραγούδια από τα οποία επιλέχθηκαν τελικά τα 28. Αυτά χωρίστηκαν στα δύο μισά του δίσκου, εκπροσωπώντας τη μέρα και τη νύχτα. Ο Corgan έχει απορρίψει τον όρο concept άλμπουμ, περιγράφοντας το ως πιο χαλαρό και ασαφές από τις προηγούμενες δουλειές τους. Κατά τον ίδιο, το κεντρικό θέμα του είναι η ανθρώπινη θλίψη, ως κατάσταση και ζητούμενο του ήταν συνοψίσει όλα τα συναισθήματα που είχε ως νέος, αλλά δεν μπόρεσε να εκφράσει, με αποδέκτες των μηνυμάτων του, τους νέους 14 έως 24 ετών. Οι στίχοι πάντως, θεωρήθηκαν από κάποιους ίσως το μοναδικό μειονέκτημα του άλμπουμ. Από μουσικής άποψης, πρόκειται για μια άκρως ποικιλόμορφη δουλειά, με εναλλασσόμενους ρυθμούς, κομμάτια είτε σε alternative rock ύφος , είτε σε pop – rock, μπαλάντες, ακουστικές συνθέσεις, ενσωμάτωση ηλεκτρονικών, ακόμη και thrash στοιχείων. Μέσα στο “Mellon…” υπάρχουν λαμπρές στιγμές, χωρίς βέβαια να λείπουν και τα κομμάτια που έχουν περισσότερο χαρακτήρα γεμίσματος. Αυτή η τόσο φιλόδοξη προσπάθεια των Smashing Pumpkins, έκανε το ντεμπούτο της στην πρώτη θέση του Billboard 200, έχει ξεπεράσει τα δέκα εκατομ. πωλήσεις και θεωρείται από τα κορυφαία άλμπουμ της δεκαετίας του ’90. Το 1997 τέλος, η μπάντα είχε επτά υποψηφιότητες για βραβείο Grammy.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η metal σκηνή βρίσκεται στα ντουζένια της, με ιστορικές κυκλοφορίες και κοινό παρονομαστή των περισσοτέρων, το σκοτάδι, τη βία, το κακό. Κάπου εκεί, έρχονται οι Stryper, να ανατρέψουν την ισχύουσα τάση, μέσα από το καλύτερο πιθανότατα άλμπουμ της καριέρας τους, το To Hell with the Devil. Στην τρίτη τους κυκλοφορία, οι Αμερικανοί παίρνουν μια πιο εμπορική κατεύθυνση σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές τους, γίνονται όμως και πιο heavy διατηρώντας μια παραδοσιακή metal αύρα. Καταφέρνουν έτσι, να δημιουργήσουν έναν ήχο πιο ελαφρύ από αυτόν των καταξιωμένων συγκροτημάτων που μεσουρανούν εκείνη την εποχή, αλλά και πιο βαρύ από τον hard rock ήχο κάποιων άλλων, διατηρώντας πάντως το metal στοιχείο. Το άλμπουμ έχει ενέργεια και ρυθμό, αρκετά ποιοτικά κομμάτια βασισμένα στις κιθάρες και η ακρόαση του γίνεται ευχάριστα. Οι περισσότεροι από τους μουσικούς της μπάντας έχουν βελτιωθεί, με πιο αδύναμο τον Robert Sweet, τα τύμπανα του οποίου είναι συμπαθητικά, δεν εντυπωσιάζουν όμως για κανένα λόγο και δείχνει να υπολείπεται των άλλων μελών. Στον αντίποδα, ο Michael Sweet κλέβει τις εντυπώσεις για την ικανότητα του να αλλάζει οκτάβες με τη φωνή του με άνεση και τις δυνατές του ερμηνείες. Εκεί που υστερεί εμφανώς το “ To Hell with the Devil”, είναι οι μπαλάντες, είδος που δεν είναι το φόρτε των Stryper. Ο δίσκος σημείωσε μεγάλη επιτυχία και έγινε πλατινένιος με πωλήσεις που ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο αντίτυπα, ενώ ήταν και υποψήφιος και για βραβείο Grammy. Τα δύο single του, "Calling On You" και "Honestly" είχαν έντονη ραδιοφωνική αναμετάδοση και τα τίμησε δεόντως και το MTV. Το μεγαλύτερο επίτευγμα των Stryper όμως μέσα από εδώ είναι πως η χριστιανική metal μουσική τους έγινε αρεστή και σε μη χριστιανικό κοινό, αυξάνοντας τη φήμη τους και διευρύνοντας τη βάση των οπαδών τους.
A STAR IS BORN

Τα 76 του χρόνια κλείνει αισίως, ο Βρετανός μπασίστας Bill Wyman, με σχεδόν τριακονταετή θητεία στους Rolling Stones. Ξεκίνησε από δέκα ετών να παίζει πιάνο, κάτι που συνέχισε για τρία χρόνια. Στα 23 του χρόνια αγόρασε μια ηλεκτρική κιθάρα, αλλά λίγο αργότερα, ενώ βρισκόταν σε μια συναυλία εντυπωσιάστηκε από τον ήχο του μπάσου τόσο, που κατέληξε ότι αυτό ήταν που του ταίριαζε. Δημιούργησε το πρώτο άταστο ηλεκτρικό μπάσο, αφαιρώντας τα τάστα από ένα φτηνό Γιαπωνέζικο μπάσο με το οποίο δούλευε και έπαιζε σε μια μπάντα του Νότιου Λονδίνου. Το 1962, όταν ο ντράμερ Tony Chapman του είπε ότι μια μπάντα ονόματι Rolling Stones χρειαζόταν μπασίστα, πέρασε από οντισιόν και προσλήφθηκε. Εκτός από μπάσο, έκανε και φωνητικά είτε πρώτα, είτε δεύτερα. Κάποια στιγμή στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70, κουράστηκε από το μονοπώλιο στις συνθέσεις των κομματιών από τους Jagger και Richards και άρχισε να δημιουργεί σόλο project. Έτσι μέχρι τις αρχές του ’80 είχε κυκλοφορήσει τρία προσωπικά άλμπουμ, που αν και δε σημείωσαν σημαντική επιτυχία, είχαν την εύνοια των κριτικών. Ο Wyman παρά το ότι δεν κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ή αλκοόλ, έχει δηλώσει ότι έγινε «τρελός με τις γυναίκες» , κάτι που για εκείνον ήταν ψυχολογικό δεκανίκι. Μάλιστα το περιοδικό Maxim, τον βάζει στη δέκατη θέση της λίστας με τους ζωντανούς θρύλους του σεξ, έχοντας τη φήμη ότι είχε σεξουαλική επαφή με πάνω από 1.000 γυναίκες. Τον Ιούνιο του 1989, παντρεύτηκε την δεκαοχτάχρονη Mandy Smith με την οποία έβγαιναν από τότε εκείνη 13 ετών και ο ίδιος 50. Μάλιστα σύμφωνα με την ίδια, η σχέση τους είχε ολοκληρωθεί σεξουαλικά από τα 14 της χρόνια. Η σχέση τους έγινε αντικείμενο συζητήσεων και τράβηξε την προσοχή των Μ.Μ.Ε. Ο γάμος έληξε τελικά, την άνοιξη του 1991.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



