ALBUM ANNIVERSARY

Μια μεγάλη μπάντα που ποτέ δε γνώρισε τη μεγάλη εμπορική απήχηση, αλλά που έχει αναγνωριστεί για την σημαντική προσφορά της στους κόλπους του death, οι Bolt Thrower, κάνουν το δικό τους θρίαμβο, κυκλοφορώντας 18 χρόνια πριν, το πέμπτο άλμπουμ τους με τίτλο …For Victory. Στην προσπάθεια τους αυτή, αποτυπώνεται η περίοδος δημιουργικής αιχμής του συγκροτήματος, το οποίο έχει την ικανότητα να βελτιώνεται και να ωριμάζει, αγγίζοντας εδώ τα υψηλότερα επίπεδα της εξέλιξης του. Οι Βρετανοί επεκτείνουν το στυλ τους, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στις μελωδίες και παγιώνοντας τα grindcore στοιχεία με τα οποία φλέρταραν στην προηγούμενη δουλειά τους. Αν και κατεβάζουν λίγο τις ταχύτητες, καταφέρνουν να ακούγονται τόσο heavy όσο δεν πάει, προσκαλώντας μας σε μια μάχη από την οποία τίποτα δε μένει όρθιο. Οι κιθαρίστες Barry Thompson και Gavin Ward έχουν ωριμάσει εμφανώς και συνθέτουν μερικά από τα καλύτερα και πιο ογκώδη riff της καριέρας τους, δημιουργώντας ένα ήχο διαβολικό. Η επιβλητική ατμόσφαιρα, βαραίνει ακόμη περισσότερο από τις βροντερές διπλομποτιές στα τύμπανα και διατηρεί και έναν επικό χαρακτήρα που αναδεικνύεται από το πολεμικό στυλ των κομματιών. Από τα δέκα κομμάτια του άλμπουμ, υπάρχουν αυτά που εξαπολύουν ανοιχτή επίθεση, σε αρκετά γρήγορο τέμπο, όμως αυτή τη φορά δίνεται έμφαση και στις χαμηλότερες ταχύτητες που σε συνδυασμό με τις μελωδικές κιθαριστικές γραμμές βγάζουν μια αίσθηση της μελαγχολίας και της θλίψης που διαδέχεται τη μάχη. Τα φωνητικά του Karl Willets συμπεριλαμβάνονται στα ατού του άλμπουμ, αφού τραγουδιστής καταφέρνει να βρυχάται και να ερμηνεύει με το βάναυσο τρόπο που αρμόζει στα κομμάτια, αλλά να γίνεται και κατανοητός ταυτόχρονα. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ποικιλία ανάμεσα στα κομμάτια αποτελεί το σημαντικότερο μειονέκτημα του άλμπουμ. Κατά τα άλλα όμως, το “…For Victory” θεωρείται ό,τι καλύτερο έχουν να επιδείξουν οι Bolt Thrower στη δεκαετία των 90’s. Είναι μια δουλειά που δεν έχει όρια, παρά μόνο μεγάλη ένταση όπως ακριβώς συμβαίνει στις μεγάλες μάχες.
A STAR IS BORN

Τα 41 κλείνει ο Gylve Fenris Nagell, το ένα από τα δύο μέλη των Darkthrone, γνωστός περισσότερο ως Fenriz. Οι πρώτες αναμνήσεις του Νορβηγού μουσικού πάνω στη metal μουσική, είναι το άλμπουμ των Uriah Heep, "Sweet Freedom" που του έκανε δώρο ο θείος του στα τρία του χρόνια, ηλικία στην οποία απέκτησε και ένα παιδικό σετ ντραμς. Στην ηλικία των πέντε, έφτιαχνε ζώνες από χαρτί προσπαθώντας να μιμηθεί τον κιθαρίστα τους, Mick Box. Γενικά δεν του άρεσαν τα παιδικά τραγούδια αφού είχε μυηθεί από το θείο του σε ροκ ακούσματα, όπως The Doors, Grand Funk, Steppenwolf, The Byrds και Elvis. Στα δέκα του χρόνια, ζήτησε από τους γονείς του μια ηλεκτρική κιθάρα, αλλά εκείνοι προτίμησαν να του αγοράσουν μια ακουστική με νάιλον χορδές. Ο θείος του τον έμαθε κάποια πράγματα, μεταξύ των οποίων riff που άρεσαν στον Fenriz. Στην εφηβεία του είχε πλέον ανακαλύψει τους Kiss, AC/DC, Iron Maiden, Black Sabbath και τους Slayer και ταυτόχρονα συνειδητοποιούσε ότι έπρεπε να πάρει ηλεκτρική κιθάρα, όπως και έκανε. Εκτός από κιθάρα, έπαιζε και ντραμς όταν έβρισε drum kit, κάτι που δεν συνέβαινε συχνά. Το 1986, αγόρασε δικά του ντραμς και έφτιαξε τους Black Death, μια πρώιμη μορφή των Darkthrone, που έπαιζαν punk metal. Στη συνέχεια αναμείχθηκε για δύο χρόνια σε ένα γκρουπ ονόματι Valhall. Όσον αφορά τη black metal, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, δεν μπορούσε να κατανοήσει τη σκοτεινή της πλευρά και ενώ αγόρασε κάτι από Bathory το 1986, δεν μπόρεσε να μπει στην ουσία της μουσικής τους, κάτι που τελικά συνέβη τρία χρόνια αργότερα, όταν άκουσε ένα κομμάτι των Tormentor. Τότε ήταν που άρχισε να ακούσει και παλιούς Destruction και Kreator καθώς και πιο «σκοτεινό» υλικό. Έχοντας πιάσει πλέον το νόημα της black, άφησε τους Valhall για να επικεντρωθεί στους Darkthrone, που αποτέλεσαν μια από τις σημαντικότερες μπάντες στην Νορβηγική black metal σκηνή. Ξεκίνησε επίσης ένα folk metal project, τους Isengard και αργότερα προχώρησε με ένα σόλο project, τους Neptune Towers, δείγμα των ποικίλων μουσικών προτιμήσεων του Fenriz. Ακολούθησαν οι Storm, που συνέβαλαν ιδιαίτερα στο είδος της folk metal, ενώ συμμετέχει και τρίτο project, τους Red Planet. Ο μουσικός έχει επιλέξει να κρατήσει τους Darkthrone μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και το 2004 αρνήθηκε να λάβει το Νορβηγικό βραβείο “Alarm Zone”, ισχυριζόμενος ότι το συγκρότημα δεν ενδιαφέρεται για τη λάμψη και τα σόου της μουσικής βιομηχανίας. Είναι γνωστός για την άρνηση του να παίζει live και τη στήριξη του σε άλλες underground μπάντες. Κατοικεί στο Όσλο και έχει μια δισκογραφική εταιρεία μαζί με τον συνεργάτη του από τους Dark Throne, Nocturno Culto. Το 2004, κυκλοφόρησε μια συλλογή με τίτλο “The Best of Old-School Black Metal” που περιέχει κομμάτια από ονόματα που άσκησαν μεγάλη επίδραση στο είδος, όπως οι Celtic Frost, Hellhammer, Burzum και Bathory. Τέλος ο ίδιος, αρνείται την ιδιότητα του ως ντράμερ, τονίζοντας ότι ξεκίνησε παίζοντας κιθάρα η οποία είναι αυτό που χρειάζεται για να φτιαχτούν metal τραγούδια. Μάλιστα έχει πει ότι προσπαθεί πολύ να «ξεμάθει» να παίζει ντραμς από το 1993.

Γενέθλια για τον Jesper Strömblad, κιθαρίστα των Dimension Zero και The Resistance, αλλά περισσότερο γνωστό ως ιδρυτής και πρώην κιθαρίστας, ντράμερ και πληκτράς των In Flames. Γεννήθηκε πριν από 40 χρόνια στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας και ξεκίνησε να παίζει μουσική από τεσσάρων ετών, συγκεκριμένα βιολί. Όταν έφτασε τα 12 παράτησε το βιολί και έπιασε την κιθάρα. Το 1989, μπήκε στην πρώτη του μπάντα, τους Ceremonial Oath για τους οποίους έπαιζε μπάσο. Αποχώρησε το 1993 και συνέχισε απευθείας στους Hammerfall για τέσσερα χρόνια από τη θέση του ντράμερ. Παράλληλα είχε ξεκινήσει από το 1990, ένα δικό του project, τους In Flames, μέσα από το οποίο ήθελε να γράψει κομμάτια σε πιο μελωδική κατεύθυνση, κάτι που δεν του επιτρεπόταν στους Ceremonial Oath. Ξεκίνησε παίζοντας κιθάρα, πλήκτρα και ντραμς για το ντεμπούτο τους και όταν έφτασε η ώρα του δεύτερου δίσκου τους, στον οποίο υιοθέτησε και το melodic death metal στυλ, σταμάτησε να παίζει ντραμς. Οι In Flames τελικά, από project πήραν υπόσταση κανονικής μπάντας και μάλιστα ιδιαίτερα επιτυχημένης. Το Φεβρουάριο του 2009, η μπάντα ανακοίνωσε ότι ο Strömblad δεν ήταν σε θέση να συμμετάσχει σε μεγάλο μέρος της περιοδείας τους, αφού έπρεπε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αλκοολισμού του. Ακριβώς ένα χρόνο μετά, ανακοινώθηκε ότι ο μουσικός εγκατέλειπε την μπάντα μέσα σε καλό κλίμα, ώστε να συνεχίσει τη μάχη του εναντίον της εξάρτησης του από το αλκοόλ. Το 2011, όντας προφανώς σε καλύτερη κατάσταση, προχώρησε στη δημιουργία ενός νέου Σουηδικού συγκροτήματος, των The Resistance. Να προσθέσουμε τέλος, ότι ο Strömblad έχει κάνει και ένα σύντομο πέρασμα και από τους Sinergy το 1997, παίζοντας κιθάρα στο ντεμπούτο άλμπουμ της μπάντας.

50 ετών γίνεται τέλος, ο Matt Cameron, ντράμερ των Pearl Jam και Soundgarden. Έχει γεννηθεί και έχει μεγαλώσει στο San Diego της California και από μικρός ξεκίνησε να παίζει ντραμς. Στα δεκατρία του σχημάτισε την πρώτη του μπάντα με φίλους του, τους “Kiss” με τους οποίους έπαιζαν διασκευές. Εκείνη την εποχή μάλιστα γνώρισε και τον Paul Stanley. Παρ’ όλα αυτά, μετά από ένα γράμμα από τη διοίκηση των Kiss που απειλούσε τα παιδιά με νομική δίωξη αν δε σταματούσαν να κάνουν χρήση του ονόματος, η μπάντα διαλύθηκε. Η καριέρα του ξεκίνησε επισήμως, από τις τοπικές ροκ μπάντες του Seattle, Bam Bam και Skin Yard και το 1986, ενσωματώθηκε στους Soundgarden, όπου άρχισε να χτίζει όνομα ως ντράμερ. Έμεινε μαζί τους μέχρι το 1997 που διαλύθηκαν και ένα χρόνο αργότερα ήρθε η πρόσκληση από τους Pearl Jam για να παίξει στην περιοδεία τους Yield Tour. Έγινε σύντομα μόνιμο μέλος του συγκροτήματος και παραμένει σε αυτούς μέχρι σήμερα. Το 2010 που οι Soundgarden επανενώθηκαν, επέστρεψε στη σύνθεσή τους και συμμετείχε και στο νέο τους άλμπουμ που μόλις κυκλοφόρησε. Ο ντράμερ έχει παίξει και στα project Hater και Wellwater Conspiracy, εκτελώντας και επιπλέον φωνητικά καθήκοντα στο δεύτερο.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



