ALBUM ANNIVERSARY
Δεκέμβρης του 1975 και εννιά μήνες αφότου μας χτύπησε για τα καλά η υψηλή τάση του ντεμπούτου τους, “High Voltage”, οι AC/DC, με έναν ήχο πραγματική δυναμίτιδα, έρχονται να τινάξουν τα πάντα στον αέρα. Το Τ.Ν.Τ., σηματοδοτεί την απόκτηση της σφραγίδας του ήχου των Αυστραλών και μάλιστα σε διάστημα εννά μόλις μηνών από το ξεκίνημα τους και δύο ετών από τη δημιουργία τους. Οι πειραματισμοί της πρώτης τους προσπάθειας, ανήκουν στο παρελθόν. Η μπάντα με το καλημέρα σας, ξέρει πού πατάει και πώς να κινηθεί. Μπορεί να διατείνονται πως “It’s a long way to the top…”, ο δρόμος όμως έχει ήδη χαραχτεί στο μυαλό των αδελφών Young και του Scott και οδηγεί απ’ ευθείας στην κορυφή. Και φυσικά δεν είναι άλλος, από τον σκληρό blues – rock n roll ήχο που το συγκρότημα διατήρησε σε όλη την πορεία του και ο οποίος τους χαρακτήρισε. Οι δυνατές κιθάρες κυριαρχούν, τα πιασάρικα, γεμάτα ενέργεια riff δίνουν και παίρνουν, ενώ οι ολίγον βρώμικοι και προκλητικοί ανά φάσεις στίχοι του Bon Scott, συμβάλλουν επίσης στο όλο κλίμα και το στυλ της μπάντας. Μουσική γεμάτη ένταση, χωρίς κανένα ίχνος πολυπλοκότητας και εννιά αγαπημένα, κλασσικά AC/DC κομμάτια, παρελαύνουν στο T.N.T., ένα άλμπουμ που ξεχωρίζει επίσης για τη συνέπεια και τη γερή του δομή. Θες η ανεμελιά και η τσογλανιά της ηλικίας τους, θες το ταλέντο που ρέει άφθονο στις φλέβες τους, οι άνθρωποι καταφέρνουν και βγάζουν προς τα έξω κάτι το πρωτοποριακό και μοναδικό, λες και γεννήθηκαν για να κάνουν αυτό ακριβώς που κάνουν. Πολύ φυσιολογικά, σημειώνουν μεγαλύτερη εμπορική απήχηση και αρχίζουν να δίνουν μεγαλύτερες διαστάσεις στο όνομά τους. Να σημειώσουμε ότι ο δίσκος, κυκλοφόρησε μόνο στην Αυστραλία αρχικά και πέντε μήνες μετά, υλικό τόσο από το “High Voltage”, όσο και από αυτό, κυκλοφόρησαν διεθνώς, με τον τίτλο του ντεμπούτου τους. Μπορεί να πέρασαν 37 ολόκληρα χρόνια, το “T.N.T.” όμως, έχει την ικανότητα και τη διαχρονικότητα, ώστε να ακούγεται πάντα το ίδιο ευχάριστα, ξεσηκώνοντας με τις τραγουδάρες του, στάδια ολόκληρα!
A STAR IS BORN

Μια γνώριμη φωνή της punk rock σκηνής, ο Bryan Keith Holland ή Dexter Holland, όπως τον γνωρίζουμε οι περισσότεροι, κλείνει σήμερα τα 47 του χρόνια. Η φωνή και rhythm κιθάρα των Offspring, γεννήθηκε στην California και ήταν το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Μεγάλωσε ακούγοντας ονόματα όπως οι: Aerosmith, The Beatles, Bob Dylan, KISS, Bob Marley, Queen, The Rolling Stones, UFO και Van Halen, τα οποία άσκησαν σημαντική επίδραση πάνω του. Το 1984, μαζί με τον φίλο του Greg Kriesel, ήθελαν να πάνε σε μια συναυλία των Social Distortion, αλλά δεν έβρισκαν εισιτήρια. Είχαν απογοητευτεί έντονα και πήγαν στο σπίτι του ξάδερφου του Greg, που είχε μια μπάντα. Κατέβηκαν στο γκαράζ και έβαλαν τους ενισχυτές στο τέρμα, αρχίζοντας να γρατζουνάνε τις κιθάρες τους. Έπαιξαν δύο ώρες και ένιωσαν πολύ καλύτερα μετά από αυτό. Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι Manic Subsidal. Δεν γνώριζαν ούτε τις βασικές συγχορδίες στις κιθάρες, έμαθαν όμως με τον καιρό. Έκαναν μερικά ντέμο και μετονομάστηκαν σε The Offspring, το 1986. Μετά από ένα ακόμη ντέμο, υπέγραψαν δισκογραφικό συμβόλαιο και κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους τρία χρόνια αργότερα. Στο συγκρότημα, ο Holland έχει ακόμη και σημαντικό συνθετικό ρόλο. Εκτός από τη μουσική, έχει σπουδάσει βιοχημεία. Έχει δηλώσει μάλιστα πως τα μαθηματικά τον εξιτάρουν όσο και η μουσική. Εγκατέλειψε παρ’ όλα αυτά το διδακτορικό του, προκειμένου να αφοσιωθεί στους Offspring. Ο μουσικός, έχει άδεια πιλότου και έχει κάνει μόνος το γύρω του κόσμου σε δέκα ημέρες και διαθέτει τέλος και μια δική του μάρκα καυτερής σάλτσας που ονομάζεται “ Gringo Bandito”.

Τα 46 του χρόνια κλείνει ο Αμερικανός Chris Barnes, γνωστός ως ιδρυτικό μέλος των Cannibal Corpse και αργότερα των Six Feet Under, που έχει ξεχωρίσει για τα death φωνητικά και τους βίαιους στίχους του. Γεννήθηκε στο Buffalo της Νέας Υόρκης και η πρώτη συναυλία που παρακολούθησε, ήταν των Kiss το 1979. Η καριέρα του στη μουσική και συγκεκριμένα στο extreme metal είδος, ξεκίνησε όταν ήταν 19 ετών, από μια μπάντα που ονομαζόταν Tirant Sin. Παράλληλα τότε διήνυε την πρώτη του χρονιά στο κολλέγιο και δεν είχε ιδέα για το τι ήθελε να ακολουθήσει στην υπόλοιπη ζωή του. Ξαφνικά μια μέρα του την κάρφωσε, παράτησε τις σπουδές, πήγε στις πρόβες και είπε στον εαυτό του πως αυτό ήταν που επιθυμούσε να κάνει. Το 1986, άφησε τους Tirant Sin, για να ενσωματωθεί στην death/thrash metal μπάντα, Leviathan, με την οποία ηχογράφησε ένα ντέμο με τέσσερα κομμάτια. Δύο χρόνια μετά, μαζί με μέλη τόσο των Tirant Sin όσο και των Beyond Death, σχημάτισε τους Cannibal Corpse, στους οποίους είχε το βασικό στιχουργικό ρόλο. Έχοντας ηχογραφήσει τέσσερα άλμπουμ μαζί τους, αποχώρησε το 1995, λόγω προσωπικών διαφορών με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος και τις φτωχές φωνητικές του επιδόσεις. Η αποχώρησή του, του έδωσε τη δυνατότητα να αφοσιωθεί απόλυτα στους Six Feet Under, ένα δικό του project από το 1992. Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει εννιά άλμπουμ με το συγκρότημα και το 2005, ενσωματώθηκε και στο Φιλανδικό death metal σχήμα, Torture Killer. Συμμετείχε στη δεύτερη δουλειά τους αλλά στις αρχές του 2008, η συνεργασία τους έληξε. Από την εποχή που έφυγε από τους Cannibal Corpse, το περιεχόμενο των στίχων του εστίασε περισσότερο σε κοινωνικό-πολιτικά ζητήματα, με σημαντικότερο αυτών, τη νομιμοποίηση της μαριχουάνας. Ο Chris Barnes, είναι μεγάλος οπαδών των Black Sabbath και τα πρώτα του ακούσματα περιλάμβαναν τους Judas Priest, Iron Maiden, Motörhead και Venom.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force










