A STAR IS BORN

Τα 66 της χρόνια κλείνει η Αμερικανή «νονά του punk», Patti Smith. Μεγάλωσε με έντονη θρησκευτική ανατροφή, αναπτύσσοντας ένα ζωηρό ενδιαφέρον για τον Θιβετιανό Βουδισμό. Στην εφηβεία της όμως, ένιωσε να καταπιέζεται και μεγαλώνοντας, κατέληξε στο ότι οι θρησκείες είναι τεχνητοί άνθρώπινοι νόμοι που κάποιος έχει την επιλογή να τους τηρήσει ή όχι. Στα δώδεκα χρόνια της περίπου, είχε τα πρώτα της ακούσματα από δίσκους των Harry Belafonte, Patience and Prudence και Bob Dylan, που της έδωσε η μητέρα της. Αποφοιτώντας από το σχολείο το 1964, πήγε να δουλέψει σ’ ένα εργοστάσιο. Τρία χρόνια μετά, έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί, μία κόρη που αποφάσισε να δώσει για υιοθεσία. Την ίδια χρονιά, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου γνώρισε τον φωτογράφο Robert Mapplethorpe. Μαζί του είχε δεσμό και οι δυο τους πέρασαν μια ταραχώδη σχέση, λόγω της φτώχιας εκείνης της εποχής και των ζητημάτων της σεξουαλικότητας του Mapplethorpe. Η ίδια τον θεωρεί ένα από τους σημαντικότερους ανθρώπους της ζωής της, ενώ οι φωτογραφίες του έγιναν εξώφυλλα σε LP της μπάντας της. Τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε περισσότερο με την ποίηση αλλά και τη ζωγραφική. Λίγο πριν σχηματίσει δική της μπάντα και ενώ είχε σχέση με τον πληκτρά τους, Allen Lanier, προοριζόταν για τραγουδίστρια των Blue Öyster Cult, σε κάποια κομμάτια των οποίων έγραψε και τους στίχους To 1974, ξεκίνησε να παίζει ροκ μουσική, αρχικά με τον κιθαρίστα και μπασίστα Lenny Kaye και αργότερα με ολόκληρη μπάντα. Την ίδια χρονιά, ηχογραφήθηκε το πρώτο single της. Οι Patti Smith Group, υπέγραψαν συμβόλαιο και κυκλοφόρησαν το 1975, το πρώτο άλμπουμ τους, “Horses”. Ο ήχος του ήταν punk rock και περιλάμβανε μέρη με απαγγελία στίχων. Το λιτό εξώφυλλο του δίσκου, απ’ τη φωτογραφία του Mapplethorpe, θεωρείται μια κλασσική εικόνα της ροκ. Με την punk rock να ανθεί έτσι κι αλλιώς, το συγκρότημα ξεκίνησε μεγάλες περιοδείες. Τον Ιανουάριο όμως του 1977, στη Florida, η καλλιτέχνιδα, έπεσε από τη σκηνή, με αποτέλεσμα να σπάσει αρκετούς σπονδύλους στο λαιμό και χρειάστηκε να διακόψει τις δραστηριότητες της. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, κυκλοφόρησε το τρίτο και τέταρτο άλμπουμ της, το πρώτο εκ των οποίων περιείχε και το ιδιαίτερο πετυχημένο εμπορικά single "Because the Night", που έγραψε με τον Bruce Springsteen. Το 1979, γνώρισε τον κιθαρίστα, Fred "Sonic" Smith, που είχε δική του μπάντα και λάτρευε επίσης την ποίηση. Οι δυο τους παντρεύτηκαν και έκαναν ένα γιο, τον Jackson, που παντρεύτηκε το 2009, τη ντράμερ των White Stripes, Meg White και μια κόρη. Στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’80, η Smith, απείχε από τα μουσικά δρώμενα και αφιερώθηκε στην οικογένεια της, κατοικώντας στο Detroit. Τον Ιούνιο του 1988 μονάχα, κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Dream of Life” που περιείχε την επιτυχία "People Have the Power". To 1994, o Fred Smith πέθανε από έμφραγμα. Λίγο αργότερα, η τραγουδίστρια, αντιμετώπισε τον απρόσμενο θάνατο του αδερφού της καθώς και αυτόν του αρχικού πληκτρά της μπάντας της. Αποφάσισε να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη και προκειμένου να επανέλθει από το σοκ των απωλειών, μετά από παρότρυνση των φίλων της, άρχισε πάλι τις εμφανίσεις. Το 1997 επέστρεψε και στα δισκογραφικά δρώμενα με το “Peace and Noise” και τρία χρόνια μετά, συνέχισε με το “Gung Ho”. Από τότε έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα άλλα τρία άλμπουμ. Το 2005, τιμήθηκε από το Γάλλο Υπουργό πολιτισμού για τη συνεισφορά της στις τέχνες και τη ροκ μουσική. Μετά από δύο χρόνια, εισήχθη και στο Rock and Roll Hall of Fame. Η ζωή της καταγράφεται στο ντοκιμαντέρ του 2008 “Patti Smith: Dream of Life”. To 2010, τιμήθηκε επίσης, με το βραβείο National Book Award, για ένα βιβλίο με τα απομνημονεύματά της, που έγραψε η ίδια, με τίτλο “Just Kids”. Η Smith έχει ασχοληθεί με τη φωτογραφία ακόμη και έχει κάνει ανάλογη έκθεση, ενώ τέλος, είναι γνωστή και για τη δράση της ως ακτιβίστρια.

Ένα χρόνο μικρότερος, ο Jeff Lynne, μουσικός που απέκτησε φήμη κυρίως μέσα από τους Electric Light Orchestra, γεννήθηκε στο Birmingham και ο πατέρας του,του αγόρασε για 2 λίρες, την πρώτη ακουστική του κιθάρα, με την οποία παίζει ως σήμερα. Ξεκίνησε την καριέρα του, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ως frontman των Idle Race, που ηχογράφησαν ένα άλμπουμ το 1969. Την επόμενη χρονιά, ο Lynne, δέχτηκε την πρόσκληση του Roy Wood, των Move να προσχωρήσει στην μπάντα του. Οι δυο τους είχαν κοινό όραμα, τη δημιουργία ενός fusing electric rock & roll σχήματος, με κλασσικές ενορχηστρώσεις, ένα concept που μεταμόρφωσε τους Move σε Electric Light Orchestra. Το 1973, μετά την πρώτη τους κυκλοφορία, ο Wood αποχώρησε, αφήνοντας τον Lynne ως κυριαρχική δημιουργική δύναμη της μπάντας. Από το 6ο άλμπουμ τους και μετά, ο μουσικός, είχε αναλάβει το ρόλο του παραγωγού, συνθέτη, τραγουδιστή και κιθαρίστα των ELO, με αποτέλεσμα η μπάντα να φαίνεται πλέον ως μια δική του σόλο προσπάθεια περισσότερο. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, προχώρησε σε πολλές κυκλοφορίες δίσκων και single και συνέβαλε επίσης στο soundtrack της ταινίας “ Xanadu”, του 1980. Στις αρχές των 80’s, η καριέρα του ως παραγωγός είχε απογειωθεί, αφού δούλεψε με ονόματα όπως οι: Dave Edmunds, Duane Eddy και Everly Brothers για να ακολουθήσει η αναγνωρισμένη του δουλειά με τους George Harrison, Brian Wilson και Randy Newman. Το 1988, συμμετείχε στο sugergroup, Traveling Wilburys, παρέα με τους George Harrison, Tom Petty, Bob Dylan και Roy Orbison και κυκλοφόρησαν δύο άλμπουμ. Με έναρξη της νέας δεκαετίας, κυκλοφόρησε την πρώτη σόλο δουλειά του και συνέχισε να συνεργάζεται με άλλους μουσικούς, όπως οι Tom Jones, Bonnie Tyler, Joe Cocker καθώς και με τους Aerosmith. To 2001, κυκλοφόρησε νέο άλμπουμ με τους ELO, με τη συμμετοχή των Ringo Starr και George Harrison και τον ίδιο να αναλαμβάνει τα περισσότερα μουσικά όργανα και τα φωνητικά. Επίσης, την ίδια χρονιά δούλεψε με τον Harrison πάνω στο τελευταίο του άλμπουμ και όταν αυτός απεβίωσε, μερικούς μήνες αργότερα, βοήθησε ώστε να ολοκληρωθεί ένα ανολοκλήρωτο άλμπουμ του, το 2002. Μέχρι σήμερα συνεχίζει να είναι μουσικά ενεργός και να αναλαμβάνει παραγωγές άλμπουμ, ενώ η δεύτερη σόλο δουλειά του, αποτελούμενη από διασκευές, κυκλοφόρησε πρόσφατα.
![]()
Τα 33 του χρόνια κλείνει σήμερα ένας ντράμερ που παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, έχει καταφέρει να συνεργαστεί με σημαντικά ονόματα του χώρου. Ο Tonny Clufetos, γεννημένος στο Detroit, ανέπτυξε το ενδιαφέρον του για τα τύμπανα από την ηλικία των έξι ετών, όταν έλαβε το πρώτο ζευγάρι μπαγκέτες. Από τα επτά του χρόνια περίπου, έκανε μαθήματα και όταν έγινε έντεκα, ο πατέρας του, που ήταν μουσικός σε τοπική μπάντα, του έκανε δώρο γενεθλίων ένα σετ από ντραμς. Από τότε, ο Tommy ήξερε τι ήθελε να κάνει στη ζωή του και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά σε αυτό. Μολονότι παιδί σχεδόν ακόμα, κατάφερνε να διατηρεί τις ισορροπίες ανάμεσα στο σχολείο και την μπάντα του πατέρα του στην οποία έπαιζε, παρακολουθώντας τα μαθήματα της τάξης του, με λίγες ώρες ύπνο συχνά. Έπαιζε πέντε με έξι βραδιές την εβδομάδα και πέρασε τα σχολικά του χρόνια κάνοντας εμφανίσεις με τον πατέρα του αλλά και με άλλους παράλληλα, σε διάφορα club, κάτι που τον βοήθησε να μάθει πολλά πράγματα. To 2002, δούλευε μαζί με τον Alto Reed, που έπαιζε στην μπάντα του Bob Seger. Αυτός του πρότεινε να παίξει ντραμς για το soundtrack μιας ταινίας (Escanaba In Da Moonlight), στην οποία ο Ted Nugent, θα έκανε επίσης μερικά τραγούδια. Έτσι γνωρίστηκε με τον καλλιτέχνη, που στη συνέχεια τον κάλεσε να συμμετάσχει στην περιοδεία του. Η συνεργασία τους διήρκησε τέσσερα χρόνια περίπου, μέσα στα οποία ηχογράφησαν και δύο άλμπουμ του Nugent. Ένα καλοκαίρι που βρισκόταν μαζί του σε περιοδεία, έτυχε να γίνουν κάποιες συναυλίες στις οποίες συμμετείχε και ο Alice Cooper. Οι άνθρωποι του Cooper τον είδαν επί του έργου και το 2004, ο τραγουδιστής του πρότεινε να συνεργαστούν και να αντικαταστήσει τον Eric Singer, ο οποίος πήγε στους Kiss. Το ίδιο έργο συνεχίστηκε για τον Clufetos, τον οποίο κάποια στιγμή που έπαιζε με τον Alice Cooper στο L.A., προσέγγισε ο βοηθός του Rob Zombie και του ανέφερε πως ίσως ο μουσικός, να χρειαζόταν ένα ντράμερ στο μέλλον. Εκείνος τον διαβεβαίωσε πως ήταν διατεθειμένος να βοηθήσει και τελικά, όντως από τις αρχές του 2006 μέχρι και το 2010, οι δυο τους συνεργάστηκαν και ο ντράμερ συμμετείχε και σε τρεις κυκλοφορίες του. Αμέσως μετά, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από το management του Ozzy Osbourne για να πάιξει στην ακρόαση του Gus G., επειδή ο Mike Bordin δε θα μπορούσε. Του ζητήθηκε μάλιστα να παίξει έτσι ώστε ο έλληνας κιθαρίστας να νιώθει βολικά και να μπορεί να συγκεντρωθεί στα κιθαριστικά του μέρη. Μια και ο Bordin είχε υποχρεώσεις με τους Faith Νο More, επιλέχθηκε ο Clufetos να τον αντικαταστήσει και στη συναυλία που ακολουθούσε. Μέχρι και σήμερα βρίσκεται στο πλευρό του Ozzy.
ALBUM ANNIVERSARY

Marriage of Heaven and Hell, πράξη δεύτερη. Οι Virgin Steele χρειάστηκαν έναν χρόνο ακριβώς για να πραγματοποιήσουν το επόμενο βήμα της τριλογίας τους και η έβδομη κατά σειρά δουλειά τους, ανέβηκε στα ράφια των δισκοπωλείων 17 χρόνια πριν. Το μεγάλο πλεονέκτημα του Marriage of Heaven and Hell, Pt. II, είναι πως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια επανάληψη του Pt. I. Εδώ έχουμε να κάνουμε κατ’ αρχάς με ένα concept άλμπουμ, με το κεντρικό στόρι να περιστρέφεται γύρω από την αγάπη του Endiamon και της Emalaith, που έχουν να πολεμήσουν την οργή των θεών. Υπάρχει αρκετή ηρωική θεματολογία η οποία καταπιάνεται με ηρωικούς θανάτους ή μάχες με σπαθιά και που σε συνδυασμό με τη μουσική, κάνει το άλμπουμ να εκπέμπει εντονότερες δόσεις ενέργειας. Μουσικά, η κατάσταση είναι πιο ποικιλόμορφη και πολυεπίπεδη σε σχέση με πριν. Οι συνθέσεις έχουν περισσότερο πολύπλοκη δομή, είναι λιγότερο επικές και πατάνε σημαντικά σε συμφωνικά μουσικά εδάφη, μέσα από έγχορδα, πιάνο και άλλα κλασσικά όργανα να τις εμπλουτίζουν, προσδίδοντας τους μεγαλύτερο βάθος. Υπάρχουν γρήγορες στιγμές, με τα riff να κινούνται άλλοτε σε speed metal γραμμές, άλλοτε σε πιο επικό ύφος, υπάρχει μια εξαιρετική power metal μπαλάντα με τίτλο “ Emalaith”, υπάρχει και το “Devil/Angel” που παραμπέμπει στους Virgin Steele των 80’s με ήχο βγαλμένο από το NWOBHM. Τις εναλλαγές στον ήχο διαδέχονται ταυτόχρονα και αυτές των συναισθημάτων. Τα παθιασμένα φωνητικά του ταλαντούχου DeFeis βρίσκονται και πάλι στην πρώτη γραμμή, με τον τραγουδιστή να εκπέμπει μεγαλύτερη επιθετικότητα με τη φωνή του, να γίνεται δραματικός όπου χρειάζεται και η συνολική του απόδοση να είναι ενδεχομένως ανώτερη από πριν. Εντυπωσιακή δουλειά, κάνει και ο Edward Pursinο του οποίου οι κιθάρες αιχμαλωτίζουν, τόσο όσον αφορά τα riff όσο και τα φοβερά, ακριβή του σολαρίσματα. Συνολικά, οι Virgin Steele εκθέτουν μέσα από τη συγκεκριμένη δουλειά τους, τη μοναδικότητα που τους χαρακτηρίζει στη δημιουργία συνθέσεων, λυρικών θεμάτων και ενορχηστρώσεων. Κοινό σημείο των δύο “Marriage of Heaven and Hell”, είναι πως αμφότερα είναι δείγματα του ταλέντου, της έμπνευσης και της δημιουργικότητας της μπάνταw, ακόμα κι αν αυτή δεν κατάφερε να έχει την αναγνώριση που θα της άξιζε. Το “Marriage of Heaven and Hell, Pt. II”, είναι από τις ποιοτικότερες δουλειές που έχουν να επιδείξουν οι Αμερικανοί, είναι μια άκρως συνεπής κυκλοφορία και προσιτή στον περισσότερο κόσμο. Τώρα όσο για το αν πρόκειται για ένα καλύτερο από τον προκάτοχο του άλμπουμ; Γούστα είναι αυτά!
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force










