ALBUM ANNIVERSARY

Φρέσκο ακόμα, το έκτο άλμπουμ των Nile, Those Whom the Gods Detest, συμπληρώνει τρία χρόνια από την κυκλοφορία του. Οι Αμερικανοί death metallers, αυτή τη φορά προχωρούν ένα βήμα παραπέρα και δε μένουν στην απόλυτη ηχητική επίθεση που τους είχε χαρακτηρίσει μέχρι σήμερα. Αντιθέτως, σημείωνουν ένα θρίαμβο, που συνίσταται στο γεγονός πως καταφέρνουν να μετουσιώσουν την άγρια τεχνική death metal φόρμουλα τους, σε ξεχωριστά, αξέχαστα κομμάτια, δημιουργώντας μια δουλειά που διακρίνεται για την ενέργεια, την αμεσότητα και την ποιότητά της. Το συγκρότημα επανέρχεται πιο δυναμικά στο Αιγυπτιακό κλίμα, κάνοντας πιο σκοτεινή την ατμόσφαιρα του και δημιουργώντας μια αίσθηση μυστικισμού. Το τεράστιο ταλέντο και η άρτια τεχνική κατάρτιση των τριών μουσικών της μπάντας ξεδιπλώνονται σε όλο τους το μεγαλείο εδώ. Αποδεικνύεται περίτρανα πλέον, πως η προσθήκη του Γιώργου Κόλλια στα τύμπανα, έδωσε νέες διαστάσεις στον ήχο των Nile κάτι που πριν έμοιαζε αδύνατο. Τα τύμπανα της κινητήριας δύναμης των Nile, ακούγονται καλύτερα από ποτέ εκπέμποντας έναν ήχο διαφορετικό, ανανεωμένο. Ο Karl Sanders αποδεικνύει με το παίξιμο του το λόγο που συγκαταλέγεται στους κορυφαίους κιθαρίστες του extreme metal ενώ καθοριστική είναι και είναι και η συμβολή του Dallas Toler-Wade, ειδικά στον τομέα των φωνητικών. Όσον αφορά τις συνθέσεις των κομματιών, οι μικρότερες από αυτές ξεχωρίζουν για τον απίστευτο συγχρονισμό των φοβερών ντραμς και της επιδέξιας κιθαριστικής τους δουλειάς, ενώ οι μεγαλύτερες ενσωματώνουν τις πιο groovy πτυχές τους. Τα εύσημα δεν είναι δυνατόν να μην αποδοθούν και στον παραγωγό τους, Neil Kernon που έχει το δικό του μερίδιο στα τεράστια άλματα που πραγματοποιεί ο ήχος του συγκροτήματος. Είναι πιο κρυστάλλινος από ποτέ, με τα όργανα να ακούγονται ευδιάκριτα. Το “Those Whom the Gods Detest”, είναι ίσως το πιο σύνθετο και προσιτό ταυτόχρονα έργο των Nile, την εμπειρία του οποίου αξίζει ο καθένας να βιώσει ακόμα κι αν δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον πάνω στο death metal.

Επέτειος 20 ετών, για το Keep the Faith, πέμπτο άλμπουμ των Bon Jovi που σηματοδοτεί ένα νέο ξεκίνημα για την μπάντα μέσω μιας νέας κατεύθυνσης στον ήχο και την εικόνα τους. Ένα χρόνο πριν, η μπάντα βρίσκεται στο νησί St. Thomas της Καραϊβικής για συζητήσει για το μέλλον της. Με τον καθένα να έχει εκφράσει τα όσα σκέφτεται και αισθάνεται, τα προβλήματα επιλύονται και η μπάντα μεταβαίνει στο Vancouver, με τον Bob Rock στο τιμόνι της παραγωγής, ώστε να δουλέψει στην επόμενη δουλειά της. Το “Keep the Faith”, αποτελεί ένα δυνατό comeback και έρχεται να ανοίξει ένα καινούριο κεφάλαιο στην ιστορία του συγκροτήματος. Τα μακριά μαλλιά και το 80’s λουκ ανήκει πλέον στο παρελθόν, ο ήχος εξελίσσεται, προσαρμόζεται στα δεδομένα της εποχής του και παίρνει μια πιο hard rock κατεύθυνση. Έξυπνα σκεπτόμενοι, επικεντρώνονται σε μια προσπάθεια σύνθεσης εξαιρετικά πιασάρικων τραγουδιών που θα απευθύνονται σε ένα ακόμη ευρύτερο ακροατήριο από πριν, που θα μπορούν να τραβήξουν το ενδιαφέρον και να παρασύρουν χιλιάδες κόσμο στις αρένες των γηπέδων και εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, δικαιώνονται. Το άλμπουμ συνδυάζει τόσο γρήγορα κομμάτια, που βγάζουν μια αισιόδοξη αύρα, όσο και πιο αργές συνθέσεις κατάλληλες για πιο down διαθέσεις. Είναι μια ευχάριστη δουλειά, με έναν άκρως προσιτό ήχο και καλογραμμένους στίχους. Αρχικά το άλμπουμ θεωρήθηκε ως εμπορική αποτυχία, λόγω της 5ης θέσης του στο Billboard 200 και παρά το γεγονός ότι ξεπέρασε τις ένα εκατομμύριο πωλήσεις σε δύο μήνες. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η επιτυχία ήταν μεγαλύτερη, πιάνοντας την κορυφή των Βρετανικών chart με πολύ καλές πωλήσεις σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Η αλήθεια όμως είναι πως οι Bon Jovi δε θα μπορούσαν να πετύχουν κάτι καλύτερο. Μέχρι το τέλος του 1993, το άλμπουμ μέτραγε οκτώ εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως, ενώ ορισμένα από τα κομμάτια του, έχουν αντέξει στο πέρασμα των χρόνων και έχουν συχνή αναμετάδοση μέχρι σήμερα από τα ραδιόφωνα. Κατάφεραν να χάσουν λιγότερους οπαδούς συγκριτικά με αυτούς που κέρδισαν και μάλιστα πολλούς που ποτέ πριν δεν είχαν ασχοληθεί όχι μόνο μαζί τους αλλά και με το hard rock γενικότερα. Και το κυριότερο: έκαναν αυτό που έπρεπε για να διατηρήσουν την αίγλη τους στη νέα δεκαετία καταφέρνοντας να μείνουν ζωντανοί με επιτυχίες μέχρι σήμερα.
A STAR IS BORN

Τα 45 του χρόνια κλείνει ο Βρετανός Steven Wilson, μουσικός που έχει αναμειχθεί σε ένα πλήθος project και είναι ιδρυτής των Porcupine Tree στους οποίους παίζει κιθάρα, τραγουδάει και συνθέτει. Γεννήθηκε στο Λονδίνο και ανακάλυψε την αγάπη του για τη μουσική στα 8 του. Κάποια Χριστούγεννα οι γονείς του αντάλλαξαν για δώρα δίσκους, μεταξύ των οποίων, το “The Dark Side of the Moon” των Pink Floyd και το “Love to Love you Baby”, της Donna Summer. Έτσι ο μικρός Steven πέρασε μεγάλος μέρος των παιδικών του χρόνων ακούγοντας αυτά τα άλμπουμ διαρκώς. Το πόσο τον επηρέασαν στο μέλλον στις συνθέσεις του, αντικατοπτρίζεται μέσα από τα λόγια του: «Εκ των υστέρων μπορώ να δω ότι ευθύνονται ολοκληρωτικά για την μουσική μου κατεύθυνση από τότε.» Ως παιδί, ο Steven αναγκάστηκε να μάθει πιάνο, αλλά δεν του άρεσε και οι γονείς του σταμάτησαν να πληρώνουν για μαθήματα. Στα 11 χρόνια του όμως, ανακάλυψε μια κλασσική κιθάρα από νάιλον χορδές και άρχισε να πειραματίζεται με αυτήν. Την επόμενη χρονιά ο πατέρας του που ήταν ηλεκτρονικός, του έφτιαξε την πρώτη του multi-track tape μηχανή και ένα Vocoder (σύστημα ανάλυσης και επεξεργασίας της ανθρώπινης ομιλίας), με το οποίο άρχισε να κάνει διάφορα ηχτικά πειράματα και να ανακαλύπτει τις δυνατότητες στούντιο ηχογραφήσεων. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι δεν τον ενδιέφερε ποτέ να γίνει μουσικός αλλά του άρεσε να φτιάχνει δίσκους. «Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο μουσικός είναι κάποιος που θα καθίσει να παίξει το όργανο του πολλές ώρες κάθε μέρα. Εγώ όχι. Ποτέ μα ποτέ δε θα πιάσω ένα όργανο εκτός αν γράφω μουσική ή ηχογραφώ. Δε μου αρέσει να παίζω κιθάρα ή πλήκτρα ή οτιδήποτε. Ευχαριστιέμαι να συνθέτω και να ηχογραφώ.» είναι τα λόγια του. Μάλιστα όπως έχει πει σε συνέντευξη του δε γνωρίζει να διαβάζει μουσική, ούτε καν τα ονόματα από τις χορδές. Στο σχολείο είχε σχηματίσει γκρουπ με τα οποία έπαιζαν live και από το 1983 ως το 1986, ηχογραφούσε υλικό που κυκλοφόρησε. Η είσοδος του στον κόσμο της επαγγελματικής μουσικής προέκυψε ως το τέλος της δεκαετίας, με δύο project που δημιούργησε, τα “Porcupine Tree” και “No Man”. Το πρώτο ήταν μια εξερεύνηση στην ψυχεδελική και progressive μουσική, με τον Wilson να κάνει όλα τα γεμίσματα για τα διάφορα μουσικά όργανα μόνος του. Το δεύτερο ήταν μια μακρόχρονη συνεργασία με τον τραγουδιστή Tim Bowness. Οι επιρροές του περιλάμβαναν τα πάντα, από μουσική δωματίου, μέχρι χιπ χοπ και οι πρώτες κυκλοφορίες τους ήταν ένα μείγμα dance ρυθμών με πλούσιες ενορχηστρώσεις. Έχοντας υπογράψει δισκογραφικά συμβόλαια σε Αγγλία και Αμερική, έλαβαν τεράστιες επευφημίες από τον μουσικό τύπο. Παράλληλα τα πράγματα εξελίσσονταν και για τους Porcupine Tree, που άρχισαν να αυξάνουν τη φήμη τους και άρχισαν να παίρνουν διαστάσεις κανονικής μπάντας. Η κατάληξη αυτή ήρθε προς το τέλος του 1993, μετά από μια άκρως επιτυχημένη δεύτερη κυκλοφορία, με το ψυχεδελικό “ Up the Downstair”. Με σταθερή σύνθεση, κυκλοφόρησαν τρεις ακόμη δουλειές κατά τη διάρκεια του ’90, κάνοντας εκτενείς περιοδείες και γνωρίζοντας επιτυχία στα chart και την κριτική αποδοχή. Το 2002, το άλμπουμ τους “In Absentia” είχε τον πιο heavy ήχο σε σχέση με ό, τι είχαν κάνει ποτέ. Σημείωσαν πολύ καλή παρουσία στα ευρωπαϊκά chart και παραμένει ένα από τα καλύτερα σε πωλήσεις άλμπουμ της μπάντας. Μέσα από μια διαρκώς ανοδική πορεία, πέντε χρόνια αργότερα, ήρθε το “ Fear of a Blank Planet” και μαζί το αποκορύφωμα της επιτυχίας τους. Ο Wilson, είναι γνωστός και για τις υψηλού επιπέδου παραγωγές του, έχοντας συνεργαστεί με διάφορους Νορβηγούς καλλιτέχνες καθώς και με τους Opeth για την παραγωγή των τριών πρώτων δίσκων τους. Μέσα στα διάφορα project που έχει αναμειχθεί, είναι οι Blackfield, μια συνεργασία του με τον Ισραηλινό ροκ σταρ Aviv Geffen. Οι δυο τους έχουν κυκλοφορήσει τρία άλμπουμ με κάποια κομμάτια να έχουν σημειώσει αρκετή επιτυχία. Το 2010, ο Wilson μαζί με τον Mikael Åkerfeldt των Opeth ένωσαν τις δυνάμεις τους για ένα καινούριο project, με την ονομασία Storm Corrosion, το πρώτο ομώνυμο άλμπουμ των οποίων κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



