Σαν σήμερα 31/10… Ο Μιχαήλ Κυριάκος Δελάογλου (…) και τα τριάντα χρόνια καριέρας του! Ακόμη: 24 χρόνια μετά, ο φύλακας επιστρέφει!

A STAR IS BORN

49 ετών γίνεται σήμερα ο Micael Kiriakos Delaoglou, γνωστός σε όλους ως Mikkey Dee, ντράμερ και συνθέτης των Motörhead, Γεννήθηκε στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας με πατέρα και θείο ελληνικής καταγωγής. Όπως πει ο ίδιος, η οικογένεια του είχε μεγάλη αγάπη για τη μουσική και πάντα υπήρχαν τριγύρω του τύμπανα, αντί για πιάνα και κιθάρες όπως συμβαίνει συνήθως. Οι μεγαλύτερες επιρροές του ήταν ο πατέρας και ο θείος του, ντράμερ και οι δύο, που έπαιζαν σε διάφορα συγκροτήματα. Ο ξάδερφος του επίσης, ασχολούνταν με αυτά και είχε παίξει και σε πετυχημένα σχήματα. Έτσι και ο Mikkey, ξεκίνησε από πολύ νωρίς την ενασχόληση του, αφού τα τύμπανα ήταν μέρος της παιδικής του ηλικίας και φυσιολογικά κατέληξε σε αυτά. Το μεγάλο σοκ για αυτόν ήρθε στα εφτά του χρόνια όταν πήγε σε μια συναυλία των Deep Purple και είδε τον Ian Paice, που πραγματικά τον ξετρέλανε με το παίξιμο οτυ. Στη συνέχεια έγινε θαυμαστής και άλλων ντράμερ, όπως του Brian Downey των Thin Lizzy, του Neil Peart των Journey και του Steve Smith αν και ο Paice παρέμεινε για εκείνον το νούμερο 1. Η καριέρα του ξεκίνησε ουσιαστικά από μια Σουηδική μπάντα, τους Nadir με τους οποίους έκαναν περιοδείες στη χώρα για πάνω από τρία χρόνια. Το 1985, μετακόμισε στην Κοπεγχάγη για να ενσωματωθεί στους Geisha, περνώντας μέρες που τις έχει χαρακτηρίσει δύσκολες, δεδομένου του ότι δεν είχαν καθόλου λεφτά, ούτε για φαγητό. Έπαιζε για την επιβίωση του, βίωσε όμως και όμορφες στιγμές. Την ίδια χρονιά πέρασε από ακρόαση για τον King Diamond και πήρε τη δουλειά. Εκεί η καριέρα του σταθεροποιήθηκε και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Μάλιστα από το 1986, σύμφωνα με τον Dee, που άνοιγαν για τους Motörhead, ο Lemmy του ζήταγε να ενσωματωθεί σε αυτούς, αλλά εκείνη την εποχή δεν έβρισκε λόγο για να το κάνει. Το 1989, έχοντας αφενός κουραστεί μουσικά από αυτό που έκανε στην μπάντα του King Diamond, αφετέρου επειδή αισθανόταν ότι ο καλλιτέχνης είχε παραγκωνίσει τους μουσικούς και ενδιαφερόταν μόνο για την προσωπική του προβολή, αποφάσισε να φύγει και να συνεργαστεί με τον Don Dokken για το σόλο άλμπουμ του, “Up from the Ashes”. Εκείνη την εποχή, ο Lemmy  του ξαναπρότεινε συνεργασία, αλλά ήταν δεσμευμένος στην 11μηνη περιοδεία του Dokken. To ’92, o ντράμερ συνειδητοποιώντας ότι το pop είδος δεν του ταίριαζε, άρπαξε την ευκαιρία μετά από μια ακόμη πρόταση του Lemmy και ενσωματώθηκε στους Motörhead, με τους οποίους έχει συμπληρώσει 20 χρόνια σταθερής παρουσίας.

 

 

Τα 51 του χρόνια κλείνει ο Larry Mullen, Jr. (Lawrence Joseph "Larry" Mullen, Jr.), ιδρυτικό μέλος και ντράμερ των U2. Γεννήθηκε στο Δουβλίνο και ξεκίνησε να παίζει ντραμς από τα εννιά του χρόνια, υπό την καθοδήγηση του Ιρλανδού ντράμερ Joe Bonnie. Αφού πέρασε από μια τοπική μπάντα τους Artane Band Boys, με τους οποίους ανάπτυξε το στυλ του εμβατηριακού ρυθμού που αργότερα ενσωμάτωσε σε τραγούδια των U2, έβαλε μια αγγελία στο Mount Temple Comprehensive School κατά την οποία, ντράμερ αναζητούσε μουσικούς για το σχηματισμό συγκροτήματος. Αρχικά η μπάντα δραστηριοποιούνταν με τον όνομα Band Larry Mullen, γρήγορα μετονομάστηκε σε Feedback και στη συνέχεια σε The Hype. Μετά από κάποιες αλλαγές στη σύνθεση τους, γεννήθηκαν οι U2. Ο ρόλος του στο ξεκίνημα του γκρουπ περιοριζόταν στον εκτελεστικό τομέα, αργότερα όμως αναμείχθηκε περισσότερο με τη σύνθεση κομματιών. Ο Mullen, έχει δουλέψει σε πολλά project κατά τη διάρκεια της καριέρας του, συμπεριλαμβανομένης μιας συνεργασίας με τoυς Michael Stipe και Mike Mills των REM για το “Automatic Baby” το 1993, ενώ έχει συνεργαστεί και με τον Adam Clayton για την επανηχογράφηση του soundtrack της ταινίας “Mission: Impossible”, το 1996. Στη μακρόχρονη πορεία του έχει διακριθεί πάνω από 60 φορές έχοντας 22 βραβεία Grammy με τους U2. Το “Junior” στο όνομα του, το πρόσθεσε ο ίδιος ώστε να σταματήσουν να τον μπερδεύουν με τον πατέρα του (επίσης Larry Mullen). Αν και άγαμος, συζεί με τη φίλη του Ann Acheson πάνω από 30 χρόνια.

 

 

ALBUM ANNIVERSARY

 

 

Επτά χρόνια νωρίτερα, οι Helloween επανέρχονται στα δισκογραφικά δρώμενα με μια από τις πιο δυνατές κυκλοφορίες τους για τη νέα χιλιετία, την κορυφαία τους ίσως επί εποχή Andi Deris, το Keeper of the Seven Keys: The Legacy. Σε αντίθεση με τον κανόνα που θέλει τις μπάντες που ανατρέχουν μετά από χρόνια στα μεγαλύτερα επιτεύγματά τους για να κάνουν μια συνέχεια, να πετυχαίνουν στην καλύτερη κάτι μέτριο, οι Γερμανοί κάνουν την ανατροπή. Μπορεί τα δύο “Keeper” να ήταν αυτά που συνέβαλαν τα μέγιστα στη διαμόρφωση του power metal, κάτι το οποίο εδώ δε θα μπορούσε σαφώς να συμβεί, το “Legacy’ όμως έχει όλα τα καλά συστατικά του power, με τους Helloween να αρνούνται να κάνουν το οτιδήποτε μπορεί να τους απομακρύνει από το είδος του οποίου χρήστηκαν πρωτοπόροι. Διανύοντας μια εξαιρετικά δημιουργική φάση, συνθέτουν σχεδόν 80 λεπτά ποιοτικής power metal, χωρίς καμία πρόθεση μίμησης ή αντιγραφής του στυλ των δύο πρώτων “Keeper”. Τουναντίον, η σύνθεση της μπάντας με τους Deris, Weikath, Grosskopf, Gerstner και τον Dani Löble στα τύμπανα, μας προσφέρει ένα διπλό άλμπουμ με καινούριες ιδέες και φρέσκο ήχο, αξιοποιώντας τα παραδοσιακά συστατικά του καθιερωμένου ήχου τους και προσαρμόζοντας τα στην εποχή τους. Σε αντίθεση με το “Rabbit Don't Come Easy” που προηγήθηκε, εδώ προστίθενται και αρκετά progressive στοιχεία. Οι κοφτερές κιθάρες έχουν την τιμητική τους και το άλμπουμ ξεχωρίζει για μερικές εκπληκτικές συνθέσεις, κάποιες από τις οποίες παραπέμπουν στον ήχο των Helloween των παλιών ημερών, ενώ υπάρχουν και αρκετά απλά διασκεδαστικά, πιασάρικα όμως, κομμάτια. Ο Deris μπορεί να μην είναι Kiske και να μην έχει εντυπωσιακό εύρος στη φωνή του, τα καταφέρνει περίφημα όμως στο ερμηνευτικό κομμάτι έχοντας το δικό του μοναδικό στυλ. Το “Keeper of the Seven Keys: The Legacy”, είναι ένα πραγματικά καλό άλμπουμ, ικανό να εκτιμηθεί δεόντως από τις παλιές καραβάνες οπαδών τους αλλά και να προσελκύσει το ενδιαφέρον νέων.

 

 

Οκτώβρης του 1986 και ο κύκλος κυκλοφοριών στούντιο άλμπουμ για τους Αμερικανούς Possessed, κλείνει πριν καλά – καλά ανοίξει, με τη δεύτερη κυκλοφορία τους, το Beyond the Gates. Μετά το μεγαλειώδες ντεμπούτο τους “Seven Churches”, που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμα του, οι προσδοκίες ήταν αυξημένες και ο πήχης είχε ανέβει σε δυσθεώρητα επίπεδα ώστε να  μπορέσει να διατηρηθεί εκεί. Και απ ότι αποδείχθηκε η δεύτερη δουλειά της μπάντας δεν τα κατάφερε και θεωρήθηκε από πολλούς ως μια απογοητευτική συνέχεια, συγκεντρώνοντας ουκ ολίγες αρνητικές κριτικές. Δύο ήταν οι βασικοί παράγοντες που συντέλεσαν στο αρνητικό αποτέλεσμα. Ο πρώτος είναι το γεγονός πως o ανελέητα σκληρός ήχος τους, έχασε μεγάλο μέρος της δύναμης τους. Το συγκρότημα αντί να προσπαθήσει να ανεβάσει ακόμα παραπάνω τις εξωφρενικές ταχύτητες ή το αδυσώπητα βίαιο ύφος που υιοθέτησε στο ντεμπούτο του, κάτι που μάλλον θα ακουγόταν γελοίο, επέλεξε να κάνει δυο βήματα πίσω δείχνοντας την πιο τεχνική πλευρά του, κάτι που πάντως δεν είναι μεμπτό. Ίσως να έπρεπε να μείνουν στα επίπεδα του ξεκινήματος από πλευράς στυλ, αλλά εκείνοι είχαν άλλοι άποψη. Έτσι κι αλλιώς, είχε επέλθει αρκετή ωριμότητα στους κόλπους τους, κάτι που εντοπίζεται έντονα στον κιθαριστικό τομέα  και φαίνεται στις συνθέσεις τους, που διαμορφώνουν ένα ελαφρώς πιο ποικιλόμορφο και ενδεχομένως πιο εκλεπτυσμένο άλμπουμ. Τα αν μη τι άλλο θετικά αυτά δείγματα, δεν άρεσαν σε πολύ κόσμο. Στο “Beyond the Gates” επικρατούν πλέον τα thrash στοιχεία και έχει μια λιγότερο death προσέγγιση, γεγονός που ενδεχομένως να οφείλεται και στο ότι ο ήχος είναι πιο καθαρός. Εδώ έρχεται η δεύτερη μεγάλη πληγή του δίσκου, η παραγωγή του, που κατά γενική ομολογία κατακρεούργησε τη δουλειά του συγκροτήματος, με τον ήχο να ακούγεται αδύναμος και λασπωμένος. Ο τραγουδιστής και μπασίστας τους, Jeff Becerra πάντως, έχει δηλώσει πως κατά τη γνώμη του η παραγωγή δεν είναι τόσο κακή όσο νομίζουν ορισμένοι και πως τα κομμάτια ήταν καλά, με το στυλ τους μάλιστα να προσθέτει μια μεγαλύτερη υφή που χρειαζόταν. Συμπερασματικά θα λέγαμε πως, το “Beyond the Gates” έχει όμορφα πράγματα να επιδείξει και αν δεν αποτελούσε τη  συνέχεια του “Seven Churches”, θα είχε κερδίσει μεγαλύτερο σεβασμό, τον οποίο μάλλον δικαιούται.

 

 

Με νέο στούντιο άλμπουμ επανέρχονται οι Diamond Head, 12 χρόνια μετά το “Death and Progress”, του 1993. Η νέα τους δουλειά, με τίτλο All Will Be Revealed, κυκλοφόρησε επτά χρόνια νωρίτερα και ήταν η πρώτη με τον Nick Tart στο μικρόφωνο, όπως και η μοναδική με τον Arian Mills στην κιθάρα. Σύμφωνα με τον κιθαρίστα και μοναδικό  μέλος της αρχικής τους σύνθεσης,  Brian Tatler, στόχος του ίδιου και της μπάντας ήταν η δημιουργία ενός μοναδικού rock άλμπουμ με δυνατά, ζωηρά riff, χωρίς κανένα κομμάτι του να έχει ρόλο filler. Θεματικά το άλμπουμ, φαίνεται να αναφέρεται στην ιστορία ενός άντρα εθισμένου στο ποτό που είναι υπερπροστατευτικός με τη γυναίκα του, σε σημείο που εκείνη τελικά αδιαφορεί για το σύζυγό της, τερματίζει τη σχέση τους και τον αφήνει στην εξάρτησή του. Παρ όλα αυτά η μπάντα ισχυρίζεται ότι αυτό είναι απλά μια σύμπτωση και πως τα τραγούδια μπήκαν με σειρά προτίμησης. Στην πρώτη του εμφάνιση πίσω από μικρόφωνο, ο Nick Tart, που προσλήφθηκε λόγω της μελωδικής σε blues στυλ φωνής του, τα πάει περίφημα. Όλοι οι μουσικοί πιάνουν καλή απόδοση με τις κιθάρες να έχουν προβάδισμα. Αν και πρόκειται για ένα ευχάριστο άλμπουμ, η απομάκρυνση του συγκροτήματος από τον heavy metal ήχο μέσω του οποίου καθιερώθηκε και ο κόσμος τους αγάπησε, έφερε αρνητικά σχόλια και χλιαρή αποδοχή. Το εγχείρημα των Tatler και Tart, που πιστώνονται στο μεγαλύτερο βαθμό τις συνθέσεις δεν αντιμετωπίστηκε ιδιαίτερα θετικά. Η πιο hard rock προσέγγιση με τα πολλά riff σε blues στυλ, δεν ικανοποίησε αρκετούς που έψαχναν ομοιότητες με  τους δίσκους της κλασσικής σύνθεσης των Diamond Head και αρκετοί μίλησαν για αδύναμο, ανέμπνευστο  αποτέλεσμα. Δυστυχώς τα πράγματα για αυτούς δε βελτιώθηκαν στη συνέχεια, κάνοντας τις ένδοξες μέρες της μπάντας να φαντάζουν επίτευγμα του μακρινού παρελθόντος, που δύσκολα θα μπορούσε να επαναληφθεί στη νέα τους εποχή.

 

Για το RockOverdose.gr:  Χαρά Νέτη & The Unknown Force

Comments