ALBUM ANNIVERSARY

29 χρόνια πριν, τέσσερα νεαρά παιδιά από το Bay Area της Καλιφόρνια, με έντονο θαυμασμό για τους Venom αλλά και τα ονόματα της NOWBHM, θέλουν να κάνουν κάτι έξω από τα συνηθισμένα παίζοντας μουσική κατ’ εξοχήν γρήγορη και βάναυση. Χρήματα για άλμπουμ δεν διατίθενται, αλλά αυτό δεν στέκεται εμπόδιο. Ωθούμενοι από την δίψα αλλά και την ακατέργαστη μεγάλη τους δύναμη, με τις οικονομίες του Tom Araya από τη δουλειά του ως θεραπευτής του αναπνευστικού και κάποια λεφτά του Kerry King, που δανείστηκε από τον πατέρα του, οι Slayer κυκλοφορούν το Show no mercy και μας συστήνουν με την ανελέητη μουσική τους. Και μπορεί η μπάντα να άσκησε μεγάλες επιρροές μέσα από τον ήχο της στο μέλλον, εδώ όμως έχουμε ένα προϊόν των δικών της επιρροών. Ο ίδιος ο Arraya, επικαλείται τους Venom, Judas Priest, Iron Maiden και Mercyful Fate για τη δημιουργία του δίσκου. Ο ήχος τους ξεχωρίζει πράγματι, για την πρωτόγνωρα μεγάλη ενέργεια και την επιθετικότητα του, μαρτυρώντας τις έντονες επιρροές από Venom, τη μοναδική μπάντα ως τότε που είχε επιχειρήσει κάτι ανάλογο. Μέσα στα θυελλώδη, δολοφονικά riff που κατακλύζουν το άλμπουμ, τα λυσσασμένα τύμπανα που θυμίζουν ποδοβολητά και τις γενικότερα φρενήρεις ταχύτητες που αναπτύσσουν, οι Αμερικανοί ενσωματώνουν και πολλά μελωδικά στοιχεία που παραπέμπουν σε NWOBHM, δημιουργώντας μια από τις μελωδικότερες δουλειές της καριέρας τους. Ακόμη και στα τραχιά, βάρβαρα φωνητικά του Arraya, εντοπίζονται καθαρά ουρλιαχτά σε υψηλούς τόνους που επίσης θυμίζουν λιγότερο thrash και περισσότερο τις heavy metal επιρροές τους. Στην επίτευξη του ακραίου αυτού αποτελέσματος, έρχονται να προστεθούν στίχοι σατανιστικής θεματολογίας και μισανθρωπικής ιδεολογίας, διαμορφώνοντας μια κατάσταση απόλυτης θηριωδίας. Το άλμπουμ, που σημείωσε τις υψηλότερες πωλήσεις που είχε πετύχει ποτέ η δισκογραφική τους, Metal Blade, περιέχει ορισμένα από τα καλύτερα κομμάτια τις καριέρας των Slayer και αν η παραγωγή του δεν ήταν τόσο κακή, ενδεχομένως να μιλούσαμε για ένα άλμπουμ αριστουργηματικού μεγέθους. Αναντίρρητα πάντως, το “Show no mercy”, με τον βίαιο και αντι-εμπορικό χαρακτήρα του, έχει μια δική του αισθητική, που το κάνει να ξεχωρίζει από τις μετέπειτα κυκλοφορίες της μπάντας, αποτελώντας το απόλυτο thrash άλμπουμ.
A STAR IS BORN

Ο Πρίγκηπας του Σκότους, Ozzy Osbourne, συμπληρώνει σήμερα 64 χρόνια ζωής, μιας ζωής πολυτάραχης, γεμάτης από δόξα, χρήμα, ναρκωτικά, αλκοόλ και πολλά σκαμπανεβάσματα. Η ιστορία του ξεκινάει στις 3 Δεκεμβρίου του 1948, στις φτωχογειτονιές του Aston, ένα προάστιο του Birmingham, εκεί όπου η καθημερινότητα των κατοίκων, τους ήθελε να δουλεύουν τη μέρα και να μεθούν στις pub, παίζοντας βελάκια μέχρι το βράδυ. O Jack Osbourne, εργάτης τα βράδια σε εργοστάσιο χάλυβα και η γυναίκα του Lilian, υπάλληλος σε εργοστάσιο εξαρτημάτων αυτοκινήτων, φέρνουν στον κόσμο το τέταρτο από τα έξι τους παιδιά, τον John Michael Osbourne, όπως είναι το πραγματικό του όνομα. Τα παιδικά του χρόνια, δύσκολα, οι συνθήκες διαβίωσης άθλιες. Η οικογένεια ζει σε ένα μικρό δυάρι, σε κακή οικονομική κατάσταση, χωρίς χρήματα, με λίγο φαγητό. Σύμφωνα με τον ίδιο, πέρασε την παιδική του ηλικία με ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα ζευγάρι κάλτσες , χωρίς εσώρουχα με ένα παντελόνι και ένα σακάκι. Ο πατέρας του τον ξυλοφόρτωνε συχνά – πυκνά, κάτι που ισχυρίζεται πως εν μέρει ήταν δικαιολογημένο, αφού προσπαθούσε να σκοτώσει τα αδέρφια του. Στο σχολείο επίσης η κατάσταση ήταν προβληματική. Οι συμμαθητές του, που του κόλλησαν και το παρατσούκλι “Ozzie” ή “Oz-Brain”, συχνά τον κορόιδευαν, οι καθηγητές του αρκετές φορές τον χτύπαγαν, ενώ ο ίδιος ήταν έντονα υπερκινητικός και έκανε «καραγκιοζιές» γιατί ήθελε να διασκεδάζει τους γύρω του. Γενικά δεν του άρεσε το σχολείο και ήθελε να το εγκαταλείψει. Σε μια σχολική έρευνα περί των φιλοδοξιών των μαθητών, είχε απαντήσει πως ήθελε να γίνει υδραυλικός. Τελικά αποβλήθηκε στα 15 του και θέλοντας να βοηθήσει στα οικονομικά της οικογένειας έπιασε δουλειά, ως βοηθός υδραυλικού, αλλά την πρώτη μέρα έκοψε τον αντίχειρα του και χρειάστηκε να του τον επανατοποθετήσουν. Πέρασε από διάφορες δουλειές όπως μηχανικός αυτοκινήτων, ελαιοχρωματιστής σπιτιών, ρυθμιστής για κόρνες αυτοκινήτων, ακόμα και σε νεκροτομείο δούλεψε για δύο εβδομάδες. Η μακροβιότερη από τις δουλειές που έκανε, ήταν τα δύο χρόνια που εργάστηκε σε ένα σφαγείο, σκοτώνοντας αγελάδες και ήταν αυτή που όπως έχει δηλώσει, του άρεσε περισσότερο. Μην καταφέρνοντας να στεριώσει σε καμία δουλειά, το έριξε στην παρανομία. Κάνοντας μικροκλοπές, συνελήφθη σύντομα, σε μια προσπάθεια του να κλέψει μια τηλεόραση. Αδυνατώντας να πληρώσει το πρόστιμο, κατέληξε για λίγο στη φυλακή, όπου έκανε και το πρώτο του τατουάζ, τα αρχικά O-Z-Z-Y. Βγαίνοντας από τη φυλακή, έχοντας αποφασίσει πως δεν ήθελε ποτέ να επιστρέψει εκεί, πίστευε πως μέσα από το τραγούδι θα μπορούσε να βγάλει χρήματα, κάτι που ήταν προτιμότερο από τις κλοπές. Έτσι κι αλλιώς αγαπούσε τη μουσική και ιδιαίτερα τους Beatles που εκείνη την εποχή άρχιζαν να μεσουρανούν. Τον ίδιο καιρό, ένα συγκρότημα ονόματι Music Machine, έψαχνε για τραγουδιστή και ο Ozzy για λίγες μέρες συνεργάστηκε μαζί τους. Συνέχισε στους Approach αλλά δεν του άρεσε η μπάντα και παραιτήθηκε. Παραδόξως ο πατέρας του, δέχτηκε να ξοδέψει κάποια χρήματα για να του αγοράσει έναν ενισχυτή ώστε να τον βοηθήσει στο στόχο του. Αποκαλώντας τον εαυτό του “Ozzy Zig” έβαλε αγγελία σε ένα μουσικό κατάστημα. Ένας άλλος δεκαοχτάχρονος με το όνομα Terence 'Geezer' Butler, που έπαιζε κιθάρα έξι μήνες, είδε την αγγελία και αποφάσισε να πάει να τον δει. Αποφάσισαν να σχηματίσουν μια μπάντα με το όνομα Rare Breed, μετά από δυο εμφανίσεις όμως, διαλύθηκαν. Την ίδια εποχή ο παλιός συμμαθητής του Ozzy, Tonny Iommi, με τον οποίο μάλιστα δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά ως παιδιά, ήταν ήδη σε μια μπάντα με τον Bill Ward, τους Mythology που είχαν αποκτήσει αρκετή φήμη σε τοπικό επίπεδο. Όταν η μπάντα τους διαλύθηκε, επέστρεψαν στο Birmingham και πηγαίνοντας στο μουσικό μαγαζί, είδαν την αγγελία του Ozzy. Ο Iommi μολονότι ήλπιζε ότι δεν επρόκειτο για τον παλιό συμμαθητή του που αντιπαθούσε και δεν τραγούδαγε καλά, απογοητεύτηκε όταν είδε πως ήταν όντως εκείνος. Η αρχική απόφαση του Iommi ήταν να μη συνεργαστούν, οι Ozzy και Butler όμως έψαχναν για ντράμερ και τον ρώτησαν αν γνώριζε κάποιον. Ο Ward συμφώνησε να παίξει μαζί τους με την προϋπόθεση να συμμετάσχει και ο φίλος του. Η τέσσερις τους έφτιαξαν ένα συγκρότημα που ο Ozzy ονόμασε Polka Tulk Blues Band, από μια συσκευασία ταλκ. Μετονομάστηκαν σε Earth αλλά ενώ έδιναν παραστάσεις στην Αγγλία, ανακάλυψαν ότι τους μπέρδευαν με ένα άλλο γκρουπ με το ίδιο όνομα οπότε αποφάσισαν να αλλάξουν και πάλι ονομασία. Ένας κινηματογράφος απέναντι απ’ το στούντιο που έκαναν πρόβες έπαιζε μια ταινία τρόμου, του 1963, του Boris Karloff με όνομα «Black Sabbath. Ενώ παρακολουθούσαν τον κόσμο στην ουρά για να δει την ταινία, ο Butler σχολίασε ότι «είναι περίεργο οι άνθρωποι να ξοδεύουν τόσα χρήματα για να δουν ταινίες τρόμου». Η συνέχεια θέλει τον Osbourne με τον Butler να γράφουν ένα κομμάτι με το όνομα της ταινίας, εμπνευσμένοι απ’ τον συγγραφέα μυστηρίων Dennis Wheatley και από μια εικόνα του Butler που είδε μια μαύρη σχηματισμένη φιγούρα να στέκεται στο πόδι του κρεβατιού του. Ο δυσοίωνος ήχος του κομματιού μαζί με τους σκοτεινούς στίχους έσπρωξαν τη μπάντα προς μια πιο σκοτεινή κατεύθυνση, σε πλήρη αντίθεση με τη δημοφιλή μουσική της εποχής, όπου κυριαρχούσε η folk μουσική και η χίπικη κουλτούρα. Επηρεασμένοι απ’ τον νέο ήχο μετονομάζονται σε Black Sabbath τον Αύγουστο του 1969 και παίρνουν την απόφαση να επικεντρωθούν στη σύνθεση παρόμοιου υλικού σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν μουσική αντάξια των ταινιών τρόμου. Η τεράστια επιτυχία του συγκροτήματος, φέρνει εκτός από χρήμα και δόξα και μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αλκοόλ. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την πίεση για τη συνέχεια της επιτυχία της μπάντας και μια συμπεριφορά που γινόταν όλο και πιο προβληματική, φέρνουν τον Ozzy εκτός Black Sabbath. Το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’80, βρίσκει τον τραγουδιστή σε βαριά κατάθλιψη, να καταστρέφεται κλεισμένος στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, με μόνη του παρέα του τα ναρκωτικά και το ποτό. Η Sharon Arden, κόρη του μάνατζερ των Sabbath, τον επαναφέρει, παρακινώντας τον να κάνει την αρχή για τη δική του καριέρα. Το ξεκίνημα γίνεται με το “Blizzard of Ozz” και το νέο κεφάλαιο για τον καλλιτέχνη ανοίγει με αξιώσεις. Στο πλευρό του πάντα η Sharon, με τη χημεία μεταξύ τους τεράστια. Ο έρωτας του για εκείνη τον οδηγεί στο να διαλύσει τον πρώτο του γάμο από τον οποίο είχε δύο παιδιά. Η δημοτικότητα του ανεβαίνει τόσο μέσα από τις sold out εμφανίσεις του, όσο και με τα διάφορα αλλόκοτα περιστατικά επί σκηνής, οφειλόμενα σε μια παρανοϊκή συμπεριφορά που ενισχύεται από τη συνεχιζόμενη εξάρτηση του από τις ουσίες και το αλκοόλ. Μετά το τραγικό συμβάν του κιθαρίστα του, Randy Rhoads, παντρεύεται τη Sharon η οποία πλέον απαιτεί την απεξάρτηση του. Αυτό δε γίνεται. Ο Ozzy έχει μεν καθιερωθεί στα μουσικά δρώμενα μέχρι το τέλος των 80’s, έχει όμως πέντε παιδιά, όμως η συμπεριφορά του πάει απ’ το κακό στο χειρότερο. Στα προβλήματα του αυτά, έρχεται να προστεθεί και η αρνητική δημοσιότητα που του επιφέρουν οι κατηγορίες, ότι ωθεί τους νέους στην αυτοκτονία λόγω στων στίχων του “Suicide Solution” καθώς και το μένος μιας ομάδας Ευαγγελιστών που τον κατηγορεί για σατανισμό. Μέσα σε όλα, έρχεται και η μέρα που κατηγορείται από τη σύζυγο του για προσπάθεια στραγγαλισμού της με επακόλουθη τη σύλληψη του από την αστυνομία. Τελικά εκείνη αποσύρει τις κατηγορίες της και απαιτεί την απεξάρτησή του. Μένοντας για λίγο μακριά από τα μουσικά δρώμενα, πηγαίνει σε ειδικό κέντρο. Αποφασισμένος να συνεχίσει την καριέρα του, ζητά από τη Sharon να του κλείσει εμφανίσεις και κάπως έτσι φτάνουμε στο 1996 και στο πρώτο Ozzfest, που την επόμενη χρονιά γίνεται με headliners τους Black Sabbath. Ο τραγουδιστής βλέπει πάλι την καριέρα του σε ανοδική τροχιά και η φήμη του εκτινάσσεται με την έναρξη της τηλεοπτικής σειράς “The Osbournes”, με τις κάμερες να καταγράφουν την καθημερινή ζωή της οικογένειας. Αυτό που για πολύ κόσμο, κυρίως οπαδούς της μουσικής του Ozzy, θεωρήθηκε εξευτελισμός και ξεπούλημα, κατάφερε να κάνει απ’ την άλλη να τον κάνει γνωστό σε πολλούς που δεν είχαν ποτέ ξανά ασχοληθεί μαζί του. Το reality τον βοηθά να πιάσει την πρωτιά στα chart της Αμερικής και ακόμη να τραγουδήσει για την Βασίλισσα της Αγγλίας και να κάνει επίσκεψη στο Λευκό Οίκο γνωρίζοντας τον Πλανητάρχη. Το 2010, ο τραγουδιστής, κυκλοφόρησε το “Scream” , ένα νηφάλιο όπως το χαρακτηρίζει άλμπουμ, αφού δηλώνει καθαρός πια από κάθε είδους ουσίες, το οποίο έχει σημειώσει καλή πορεία. Πιστεύει πως έχει το λόγο να συνεχίσει να προσφέρει και σκέφτεται την επόμενη δισκογραφική του δουλειά, αφού το ευχαριστιέται να είναι μέσα στα πράγματα. Και γιατί να μην το κάνει; Ξεκίνησε από το μηδέν, έκανε ένα όνομα από τα σημαντικότερα στη μουσική βιομηχανία και παρά τις μεγάλες δυσκολίες επέζησε και με το παραπάνω!

Ένας μουσικός με μεγάλη συμβολή στο death και grindcore είδος, ο Bill Steer, κλείνει σήμερα τα 43 του χρόνια. Γεννήθηκε στο Stockton-On-Tees από Σκωτσέζα μητέρα και Βρετανό πατέρα. Στην εφηβεία του ξεκίνησε να ακούει hard rock και heavy metal, κυρίως Motorhead, Deep Purple, UFO, Iron Maiden, Led Zeppelin κλπ και συνέχισε μα λιγότερο γνωστά ονόματα του Βρετανικού κινήματος της metal, όπως Raven, Tank και Venom. Τα ακούσματά του, του έδωσαν το έναυσμα να ξεκινήσει να παίζει ηλεκτρική κιθάρα ενώ επίσης ήταν από τους πρώτους εμπόρους κασετών στη Βρετανία, εισχωρώντας στην πρωτοεμφανιζόμενη τότε underground death metal σκηνή. Εκείνη την εποχή, σχημάτισε μια πρώιμη μορφή των Carcass, τους Disattack. Το 1987, έγινε κιθαρίστας των Napalm Death, συμμετέχοντας στα πρώτα δύο άλμπουμ τους. Έμεινε για δύο χρόνια μαζί τους και επικεντρώθηκε στην μπάντα του, που σύντομα μετονομάστηκε σε Carcass. Έπαιξε εκεί μέχρι το 1995 και εμφανίζεται σε όλα άλμπουμ τους. Μετά τη διάλυση τους, μετακόμισε στην Αυστραλία και ανέπτυξε ένα πάθος για τη blues, μαθαίνοντας μόνος του φυσαρμόνικα και slide κιθάρα. Το 1999, επέστρεψε στην Αγγλία και σχημάτισε τους Firebird, με ήχο επηρεασμένο από τη ροκ των 70’s. Το 2011, το συγκρότημα διαλύθηκε και πλέον ο Steer παίζει στους Gentlemans Pistols και στους βετεράνους της Βρετανικής heavy metal, Angel Witch. Το 2008, ο Steer επανενώθηκε με τα μέλη των Carcass για αρκετές ευρωπαϊκές εμφανίσεις που συνεχίστηκαν μέχρι το 2010, ενώ το Μάιο του 2012 ξανάρχισαν πρόβες για νέες εμφανίσεις. Ο μουσικός συμπεριλαμβάνεται στη λίστα του Guitar magazine με τους «δέκα καλύτερους κιθαρίστας που δεν έχεις ακούσει ποτέ» καθώς και σε λίστες άλλων περιοδικών, με τους κορυφαίους metal κιθαρίστες.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force










